Κρύο το βράδυ της εαρινής ισημερίας σε μία πόλη, που δεν υπάρχει πάνω στα σύνορα με την Γαλλία. Κατάμεστος ο χώρος και το “Hand.Cannot.Erase” πολύ πρόσφατο, αλλά ο κόσμος το γνωρίζει καλά και δείχνει την αγάπη του. Είναι ο τέταρτος προσωπικός δίσκος του Steven Wilson, ο οποίος έχει βγει στην σκηνή με blues-άκι XTC, τους οποίους τίμησε με το “Harmony Korine” (σ.σ: από το “Insurgentes”).

     Aλλά πρώτα ξεκίνησε παίζοντας το νέο υλικό, ο απλός, καθημερινός χαρακτήρας του οποίου επιβεβαιώθηκε από την υψηλής αισθητικής ταινία/video clip που προβαλλόταν πίσω από την μπάντα. Η μουσική του Wilson αποκρυσταλλώνει σε μια αιώνια νεότητα την μετάβαση της βρετανικής ψυχεδελικής pop των late ‘60s στο προ-progressive της ίδια εποχής. Βέβαια, ο νέος δίσκος συχνά ηχεί συγγνενικά με μια φαντασίωση, που θέλει των Rush των ‘80s να ερμηνεύουν συνθέσεις του Syd Barret ή έναν εφιάλτη, που επιθυμεί τους Pink Floyd να ντεμπουτάρουν το 1978, την χρονιά που η punk έγινε pop, ξανά. Ο ουρανός κατεβαίνει και συναντά τη γη που ανεβαίνει: το progressive rock, που επιδαψιλεύεται στο ακροατήριο δεν είναι οιητικό όσο μάλλον εργατικό, πλασμένο μέσω αληθινών χαρακτήρων αλλά εννοείται αναγόμενο σε δυνάμεις ποίησης και μετάστασης.

     Εκείνο το βράδυ ακούσαμε όλο το νέο album, με κορυφώσεις το ομώνυμο, το “Perfect Life” με τις αισθητές kraut rock εκφάνσεις του, το αδιανόητο “Routine” και το μαινόμενο “Ancestral”. O Wilson μας είπε ότι διάλεξε τα “Lazarus” και “Sleep Together” των Porcupine Tree, διότι συντονίζονται με το ήθος της νέας δουλειάς του. Μας φιλοδώρησε επίσης με τα “Index” από το “Grace for Drowning” και τα “The Watchmaker” και το ομώνυμο από το επικό “The Raven that Refused to Die”.

     Η συναυλία , εκτός από την άρτια απόδοση όλων των μουσικών, σφραγίστηκε από μια δυσθεώρητη αισθητική, η οποία κατέστησε το progressive τη μουσική του διπλανού σου και όχι την ονείρωξη του ωδειακού φυτού. Ήταν ένα οπτικοακουστικό όργιο, όχι μερικών εκλεκτών αλλά κυρίως εκείνων, που δέχτηκαν το κάλεσμα της μύησης. Κάπως έτσι το “Routine” έγινε πρωτεύς δακρύων και το “Happy Returns” ο πρώτος θάνατος μια χαμένης απόβασης.

Βασίλης Ζαχαρόπουλος