Μια από τις πολυαναμενόμενες συναυλίες του 2015, η συναυλία των Opeth δικαιολόγησε απόλυτα την προσμονή και το όλο διάστημα, που περιμέναμε να τους δούμε. Αν και η συναυλία ήταν στα πλαίσια του τελευταίου - εξαιρετικού κατά την ταπεινή μας γνώμη – πονήματός τους “Pale Communion”, το set list περιελάμβανε τραγούδια από ολόκληρη σχεδόν τη δισκογραφία τους, κάτι που μας ενθουσίασε. Ο καθένας μας φυσικά είχε τις δικές του επιλογές που θα ήθελε να ακούσει ζωντανά (για πρώτη ή περισσότερες φορές). Αλλά προσωπικά, καλυφθήκαμε και με το παραπάνω.

     Το δυνατό «μπάσιμο» στην βραδιά έγινε με τα 2 πρώτα κομμάτια του νέου δίσκου, τα “Eternal Rains Will Come” και “Cusp of Eternity”, με το κοινό να δείχνει αρκετά ζεστό και δεκτικό. Ο ήχος εξαιρετικός, αν και με ένα μικρό overlap των πλήκτρων στην αρχή, όσο περνούσε η ώρα έστρωσε ιδανικά και ήταν πολύ ισορροπημένος καθ’ όλη τη διάρκεια της συναυλίας. Η συνέχεια είχε “The Drapery Falls”, από τον αγαπημένο Opeth δίσκο του υπογράφοντα “Blackwater Park”, αλλά τα brutal φωνητικά ήταν σχετικά χαμηλά, και αυτό μάλλον οφείλεται καθαρά σε «τεχνολογικό» παράγοντα και όχι τόσο στο ότι ο αρχηγός της μπάντας δεν επιθυμεί να τα αποδίδει στο μέγιστο βαθμό. Μπορεί να έχουν αλλάξει αρκετά στα 2 τελευταία albums, αλλά θεωρώ, όπως έχει και ο ίδιος δηλώσει, ότι δεν απαρνιέται έτσι απλά και εύκολα την brutal πλευρά του. Απλώς στην δημιουργική φάση που περνάει τελευταία, αυτή δεν είναι η προτεραιότητά του. Η συνέχεια είχε την κομματάρα “The Moor” από το εξαιρετικό “Still Life”. Το κοινό ήδη παραληρεί, η απόδοση της μπάντας σε πωρώνει. Τα πειράγματα του Akerfeldt στον Fredrik Akesson (“Hej Fredrik”) δίνουν και παίρνουν, προσδίδοντας έναν κεφάτο/χαρούμενο τόνο στα ενδιάμεσα των τραγουδιών. Εκπλήξεις αποτέλεσαν τα "Advent" και "April Ethereal" από τα "Morningrise" και "My Arms, You Hearse" αντίστοιχα, όπου νομίζεις ότι κατέχεις ολόκληρη την δισκογραφία του συγκροτήματος, αλλά συνειδητοποιείς ότι, είτε τα έχεις ξεχάσει, είτε δεν έχεις δώσει την απαιτουμένη σημασία σε αυτά τα αριστουργήματα, και χρειάζεται ν’ ανατρέξεις και να τα ξανακούσεις. Έρχεται το “Window Pane” και η συγκίνηση μας διακατέχει. Η απόδοση της μπάντας είναι άψογη (το solo δε του Μιχαλάκη σε αγγίζει απ’ ευθείας στην καρδιά), όπως και στο “The Devils Orchard” από το αμφιλεγόμενο – για το κοινό – αλλά φανταστικό “Heritage”. Το “Watershed” (ίσως το πιο ισορροπημένο Opeth album) είχε την τιμητική του με το “The Lotus Eater”, το οποίο με τον πολύ δυναμικό του τρόπο ξεσήκωσε τον κόσμο. «Ξεφύγαμε» εντελώς (με την καλή έννοια) και με το “The Grand Conjuration” από το “Ghost Reveries”, αλλά και με το άκρως συναυλιακό και κατάλληλο για encoreDeliverance”, κλείνοντας μια, πέρα για πέρα, διασκεδαστική, νοσταλγική, φανταστική βραδιά.

     Έχοντας καταπληκτικό ήχο (εξαίρεση τα brutal φωνητικά) και ιδιαίτερη, χωρίς υπερβολές, επικοινωνία με το κοινό από τον Akerfeldt (να σημειωθεί η αναφορά του στον Ντέμη Ρούσο αλλά και τον A. J. Pero), με όλα τα μέλη του συγκροτήματος σε δαιμονιώδη φόρμα (ο Martin Axenrot ήταν κυριολεκτικά ογκόλιθος, ο Martin Mendez ο low-profile τύπος, γεμάτος ουσία και αυταπάρνηση, ο Joakim Svalberg απολαυστικός και στα πλήκτρα αλλά και στα κρουστά και ο θεούλης Fredrik Akesson με το βιρτουοζικο αλλά γεμάτο συναίσθημα και ουσία παίξιμο της εξάχορδης), θα μας κάνουν να θυμόμαστε για πάρα πολύ καιρό αυτή την εμφάνισή τους.

Αντώνης Μαντζαβίνος

Υ.Γ : Ζητούμε συγγνώμη για τη μη κατάθεση άποψης για τους POEM, αλλά φτάσαμε στο χώρο της συναυλίας λίγο πριν ξεκινήσουν οι Opeth, οπότε επιφυλασσόμαστε για την επόμενη φορά.

 

 

     Παρασκευή βραδάκι αμέσως μετά τη δουλειά, με ένα καλό φιλαράκι, φτάνω στο Gagarin 205 γύρω στις 10 για το live των Crippled Black Phoenix. Μπαίνοντας στο χώρο, βλέπω το venue μισογεμάτο και την support μπάντα των  Afformance να είναι στη σκηνή. Δυστυχώς, πρόλαβα το τελευταίο τους τραγούδι και έτσι δεν μπορώ να έχω άποψη για την εμφάνιση τους. Επιφυλάσσομαι για την επόμενη φορά, παιδιά.

     Αφού έγιναν τα απαραίτητα στη σκηνή, οι Crippled Black Phoenix εμφανίστηκαν γύρω στις 11 παρά και το κοινό άρχισε να χειροκροτεί αυθόρμητα ήδη από το πρώτο τραγούδι, το "Rise Up And Fight",  το οποίο είχε αφιερωθεί στο παρελθόν στους Έλληνες. Από ό,τι έμαθα, η συναυλία πέρασε από χίλια κύματα, για να γίνει, μια και λίγες μέρες πριν ο Karl Demata (κιθάρα) και ο Christian Heilmann (μπάσο)  ενημέρωσαν πως δε θα συμμετέχουν στις πρόβες και δε θα έρθουν στην Ελλάδα για τις εμφανίσεις. Χρέη μπάσου ανέλαβε ένας τύπος από το studio τους, με την βοήθεια του τραγουδιστή σε κάποια τραγούδια, και κιθάρας ένας Βούλγαρος, που μπήκε ίσα-ίσα για τις εμφανίσεις σε Σόφια, Θεσσαλονίκη και Αθήνα. Ο Justin Greaves (κιθάρα) ενημέρωσε για αυτό σχεδόν με την έναρξη, μιλώντας για κουτσουρεμένο setlist, καθώς δεν ήθελε με τίποτα να αναβληθούν οι συναυλίες αυτές και υποσχέθηκε ότι θα επανέλθουν σύντομα με πλήρες setlist. Αυτό θα πει για μένα, που ήμουν στο Κύτταρο το 2012, τρεις ώρες show! Εκτός από τους δύο session-άδες, ντεμπούτο στην Αθήνα έκανε και ο τραγουδιστής  Daniel Änghede (βγήκε με μπλουζάκι Motörhead), ο οποίος άφησε πολύ καλές εντυπώσεις με τις ερμηνείες των τραγουδιών. Το συγκρότημα έπαιξε μόνο δύο κομμάτια από το πρόσφατο ''White Light Generator'' album τους και επικεντρώθηκε σε παλαιότερο υλικό. Αποκορύφωμα της βραδιάς ήταν το μοναδικό ''Of A Lifetime''  από το πρώτο album των Journey (διασκευάρα), στο οποίο η φωνή της Daisy Chapman μας ταξίδεψε και συνδυάστηκε  με τα δυναμικά κιθαριστικά solos. Πραγματικά ανατρίχιασα! Ακολούθησαν τα ''Troublemaker'', ''444'', ''We Forgotten Who We Are'' (ίσως ένα από τα συγκλονιστικότερα κομμάτια της μπάντας, το οποίο αποδόθηκε χωρίς τις κιθαριστικές μελωδίες του δεύτερου μισού του, αφήνοντας μου έτσι μία πικρή γεύση - ας όψεται ο Demata) και έκλεισαν το κανονικό set  με το highlight των εμφανίσεων τους, το ''Burnt Reynolds'', καθ’ όλη τη διάρκεια του οποίου ένα συνεχόμενο sing along έσειε το Gagarin 205. Ενώ μας χαιρετούσαν και έφευγαν, ο κόσμος συνέχιζε το sing along, κάνοντας την μπάντα να επανέλθει, για να συνεχίσει το κομμάτι για δύο λεπτά ακόμα. Σαν τελευταίο τραγούδι έπαιξαν το ''Let The Day Begin'' των Samhain, μία punk διασκευή, παράταιρη με το ύφος τους, αλλά άκρως διασκεδαστική.                                    

     Αν κάνουμε έναν απολογισμό, θα δούμε ότι η εμφάνιση των Crippled Black Phoenix δεν ήταν αποθεωτική, όπως αυτή του 2012 στο Κύτταρο, μιας και τους έλειπαν δύο βασικότατα μέλη της μπάντας, κάτι, που είχε σαν συνέπεια το κουτσουρεμένο setlist. Για κάποιον που τους έβλεπε πρώτη φορά, ήταν ένα τίμιο live με τις δύο ή τρεις κορυφώσεις του, αλλά εμένα μου έμεινε μια αίσθηση πικρίας. Κρατάω αυτό, που είπε από το μικρόφωνο ο Justin Greaves , ότι οι Βρετανοί πολύ σύντομα θα επιστρέψουν, ώστε να αποκαταστήσουν την φήμη τους.

Σάκης "Dio" Σοφιανός

Photo: http://www.crippledblackphoenix.co.uk

 

 

     Πέντε ολόκληρα χρόνια αναμονής χρειάστηκαν, για να απολαύσουμε τους Evergrey ξανά σε συναυλία στην Αθήνα, ύστερα από εκείνη που είχαν δώσει στο Sin City το 2009, και οι φίλοι τους περίμεναν την συγκεκριμένη ημερομηνία με μεγάλη ανυπομονησία. Έχοντας κυκλοφορήσει το Σεπτέμβριο του 2014 έναν πολύ καλό δίσκο, το  "Hymns For The Broken", και έχοντας αποσπάσει διθυραμβικές κριτικές από τον μουσικό Τύπο, το timing της εμφάνισης τους στο Κύτταρο στις 29/11/2014 έβρισκε την μπάντα στο ζενίθ της επιτυχίας της. Ας πάρουμε τα πράγματα όμως από την αρχή.

     Την βραδιά άνοιξαν οι False Coda, μία progresive metal μπάντα, που κυκλοφόρησε το 2014 τον πρώτο της δίσκο, το  "Closer To The Edge". Στο μισάωρο περίπου, που είχαν στη διάθεση τους, έπαιξαν κομμάτια από το ντεμπούτο τους συν ένα νέο (το ''Throne Of Blood''), αφήνοντας καλές εντυπώσεις και ζεσταίνοντας το κοινό, που είχε αρχίσει σιγά σιγά να πυκνώνει. Την σκυτάλη μετά πήραν οι Need, οι οποίοι κυκλοφόρησαν κι αυτοί στις αρχές του 2014 το  "Orvam - A Song For Home", έναν εξαιρετικό δίσκο. Παρουσιάστηκαν πολύ δεμένοι και με καλό ήχο, ενώ το setlist τους βασίστηκε στο νέο album - ομολογώ ότι με εντυπωσίασαν, μιάς και δεν τους είχα ξαναδεί. Ταίριαζαν ηχητικά σαν support με τους headliners, αν και το progresive metal τους είχε επιρροές και από Fates Warning, Nevermore, Pain Of Salvation. Οι πέντε μουσικοί, με άψογη τεχνική αρτιότητα, αποτέλεσαν ένα πολύ ελκυστικό σύνολο για το κοινό της συγκεκριμένης συναυλίας και μετά το τελευταίο 18λεπτο κομμάτι τους, καταχειροκροτήθκαν από ένα γεμάτο πλέον Κύτταρο.                                                                                                                                                  

      Ήταν μόλις λίγα λεπτά μετά τις 10, όταν ακούστηκε από τα ηχεία το  "The Awakening", στην ελληνική του έκδοση, και οι Evergrey μπαίνουν δυναμικά με το "King Of Errors" από το "Hymns For The Broken". Ακολουθούν το  "As I Lie Here Bleeding"και "Obedience". Ο ήχος ήταν πολύ δυνατός και καθαρός, συμβάλλοντας στην όλη ακουστική απόλαυση, και οι Evergrey βρίσκονταν σε τρελά κέφια, με τον κάθε μουσικό να έχει τον δικό του χώρο στην σκηνή. Στο ''Rulers Of The Mind'' (το τραγούδι, που με εξέπληξε περισσότερο), στο πιο αργό σημείο του συγκεκριμένα, ακούσαμε όλη την εκφραστικότητα της φωνής (σήμα κατατεθέν της μπάντας) του Tom Englund, μαζί με το ατμοσφαιρικό στρώμα μελωδίας των πλήκτρων του Rikard Zander. Στη συνέχεια έχουμε το “Mark Of The Triangle'' και αμέσως μετά τη δυάδα - highlight της βραδιάς, τα ''Solitude Within'' και "Nosferatu", δύο κομμάτια, που δεν είχαν παιχτεί το 2009 και ήταν απωθημένο αρκετών παρευρισκομένων σκληροπυρηνικών οπαδών της μπάντας. Έπειτα, ο Tom προκαλεί το κοινό να αναγνωρίσει το επόμενο κομμάτι, ενώ ακούγεται το σαρωτικό riff του ''Blinded'' – κάτω από τη σκηνή γίνεται χαμός με το κοινό να συμμετέχει ενθουσιασμένο. Η υπέροχη μπαλάντα  "I'm Sorry" ήταν μία από τις καλύτερες στιγμές του set, όλοι τραγουδούσαν τους στίχους, καθώς τα πλήκτρα γέμισαν το χώρο, ενισχύοντας όλα τα συναισθήματα, που έρχονταν από την κύρια μελωδία του τραγουδιού. Το live προχωρά με τα ''Monday Morning Apocalypse'' (από τον ομώνυμο και πιο αμφιλεγόμενο δίσκο των Evergrey), και ''Leave It Behind Us'', όπου άφησαν τον Rikard μόνο του στο τέλος, για να ακολουθήσει ένα medley με τα "Words Mean Nothing" και "Missing You" μόνο με πλήκτρα και φωνή. Το κύριο set έκλεισε ιδανικά με το "The Grand Collapse", το καλύτερο κατά την γνώμη μου κομμάτι του  "Hymns For The Broken" και ένα από τα δέκα καλύτερα τους γενικότερα. Το encore ξεκινάει με το σπαρακτικό  "When The Walls Go Down" και συνεχίζει με το "Recreation Day", το "Broken Wings" και το hit  "A Touch Of Blessing", που ήταν και το τραγούδι, με το οποίο τελείωσε αυτή η μακρά νύχτα. Εν κατακλείδι, ήταν η καλύτερη εμφάνιση των Σουηδών στην Αθήνα, με ένα υπέροχο setlist, άψογο ήχο, πολύ κόσμο, ταιριαστά support και πάνω από όλα, επαγγελματίες μουσικούς, οι οποίοι αμέσως μετά το live βγήκαν, για να υπογράψουν αυτόγραφα, να βγάλουν φωτογραφίες και να συνομιλήσουν με τους fan τους. All the battles I’ve fought and lost,  when I am asleep they come.

Σάκης “Dio” Σοφιανός

 

     Όταν έμαθα τον περασμένο Μάιο ότι οι Battleroar θα έπαιζαν στο Κύτταρο στις 11 Οκτωβρίου του 2014, σημείωσα την ημερομηνία στο ημερολόγιο μου, ώστε μην κανονίσω κάτι άλλο την ημέρα εκείνη. Ήθελα τόσο πολύ να τους δω να αποδίδουν ζωντανά το υλικό του καινούργιου τους δίσκου “Blood of Legends”'!

     Κατά την άφιξη μου στο club, βρίσκονταν ήδη στην σκηνή οι Wishdoom, μια σχετικά καινούργια μπάντα από την Θεσσαλονίκη, που έχει κυκλοφορήσει 2 EP και ένα full length album το 2011 (το “Helepolis”). Την μπάντα την έβλεπα πρώτη φορά, ήταν φανερό όμως ότι ο Χρήστος Πασχαλίδης στα φωνητικά και τα υπόλοιπα παιδιά της μπάντας έδειχναν ιδιαίτερα δεμένοι - και σε πολύ καλή φόρμα τη βραδιά εκείνη, διασκεδάζοντας τον κόσμο, που δεν ήταν πολύς εκείνη την ώρα. Έπαιξαν περίπου 45 λεπτά με καλό ήχο το epic doom metal set τους και έκλεισαν με μια διασκευή στο “The Oath” των Manowar, βάζοντας με την εμφάνιση αυτή παρακαταθήκη για μια καλύτερη συνέχεια.                                                                                                          

     Λίγο πριν τις 10, ανέβηκαν στην σκηνή οι Evil-lyn από την Φινλανδία. Έχοντας κυκλοφορήσει ένα EP το 2014 (''Out Of The Shadows'') και ένα άλλο EP το 2012 (''The Night Of Delusions''), παρουσίασαν όλη την δισκογραφία τους, που κινείται στον κλασικό heavy metal ηχο. Ήταν κινητικοί πάνω στην σκηνή, είχαν καλό ήχο, σε γενικές γραμμές όμως δεν παρουσίασαν τίποτα το ιδιαίτερο.

     Πριν βγούν οι Battleroar, ανέβηκε στην σκηνή ο Μιχάλης Νόχος, ο διοργανωτής του live, για να ευχαριστήσει όσους βρέθηκαν στο Kyttaro και στήριξαν με την παρουσία τους το όλο εγχείρημα.  

     Οι Battleroar ξεκίνησαν το set τους στις 11 παρά και το club είχε περίπου 250 - 300 άτομα. Άνοιξαν με το ''The Swords Are Drawn'' από το “Blood of Legends” και έσυραν, όλοι μαζί αλλά και ο καθένας ξεχωριστά, την επικολυρική πολεμική ατμόσφαιρα, που αισθανόμαστε ακούγοντας τα τραγούδια τους: o Gerrit (Mutz) με την φωνή του, ο Κώστας και o Ανδρέας με τα εκπληκτικά riffs και solos, που εξαπέλυαν ανελέητα με τις κιθάρες τους, ο Σταύρος και ο Νίκος με το σταθερό και στιβαρό παίξιμο τους σε μπάσο και drums αντίστοιχα και ο Alex με το βιολί, ολοκληρώνοντας όλη αυτήν την ηχητική πανδαισία. Ο κόσμος συμμετείχε ενεργά, ακόμα και στα καινούργια, όπως στο ''Valkyries Above'' (όσοι δεν το είχαν ακούσει, ρωτούσαν να μάθουν τον τίτλο του ύμνου αυτού). Το μάτι μου έπιασε κάποια στιγμή τον Θύμιο Κρίκο (των Innerwish), παραγωγό του “Blood of Legends”, να μειδιά από ευχαρίστηση, βλέποντας τα πουλέν του να κεντάνε στη σκηνή. Από τα 8 καθαρά metal κομμάτια του νέου δίσκου, ακούστηκαν τα 5 – μάγκες, μας χρωστάτε τα υπόλοιπα 3 στο επόμενο live, διότι το “Blood of Legends” είναι κατά την γνώμη μου ένα από τα καλύτερα album που έχει κυκλοφορήσει ποτέ ελληνική μπάντα! Ένα μεγάλο μπράβο αξίζει σε όλους όσους συνέβαλαν σε αυτή την βραδιά: στους διοργανωτές, στις μπάντες, στον κόσμο που προσήλθε, στο Κύτταρο για τον πολύ καλό ήχο … Αναμένουμε το επόμενο μουσικό ραντεβού, Swordbrothers!

Σάκης “Dio” Σοφιανός

 

     Σάββατο 25 Οκτωβρίου είναι η μέρα που οι θρυλικοί Saxon ξεκινούν από την Αθήνα την ''Warriors Of The Road'' περιοδεία τους, για να γιορτάσουν το γεγονός ότι κλείνουν 35 χρόνια από την πρώτη τους κυκλοφορία. Η περιοδεία αυτή βασίζεται στην ''Αγία Τριάδα'' τους, δηλαδή τα ''Wheels Of Steel'' (1980), ''Strong Arm Of The Law'' (1980) και ''Denim And Leather''(1981). Μαζί τους βρίσκεται, επίσης, ένα πολύ σημαντικό Ελληνικό συγκρότημα, οι InnerWish, τους οποίους είχαμε καιρό να δούμε ζωντανά.

 

      Φτάνοντας γύρω στις 8 μ.μ. στο Gagarin, είδα με ικανοποίηση αρκετό κόσμο στη Λιοσίων, κάτι που πολύ καιρό να παρατηρήσω. Έβλεπες άτομα κάθε ηλικίας, από πιτσιρικάδες που θα τους απολάμβαναν για πρώτη φορά, μέχρι μεγαλύτερους, που τους είχαν δεί αρκετές φορές και γνώριζαν από πρώτο χέρι το heavy metal πάρτυ που θα ακολουθούσε. Στις 9 ακριβώς οι Inner Wish έκαναν την εμφάνιση τους στην σκηνή, σε ένα σχεδόν γεμάτο venue, δυναμικά με το ''Bleeding Soul'', με τον καινούργιο τους τραγουδιστή, Γιώργο Εικοσιπεντάκη, να έχει προσαρμοστεί πλήρως (έχει ήδη δύο χρόνια περίπου στην μπάντα). Οι Αθηναίοι metallers, με τεχνική αρτιότητα, ταλέντο και τρομερή άνεση επί σκηνής, είχαν 45 λεπτά και 9 τραγούδια, για να αποδείξουν γιατί θεωρούνται μια από τις σπουδαιότερες εγχώριες μπάντες. Όλη την ενέργεια και το πάθος, που έβγαζαν στην σκηνή, την μετέδιδαν και στο κοινό, που συμμετείχε ενεργά, πράγμα πολύ σημαντικό για ένα group, που αναλαμβάνει να ζεστάνει το κοινό μιας συναυλίας - και ικανοποιώντας τους φίλους τους και κερδίζοντας νέους οπαδούς. Δυστυχώς, μέχρι τα μισά του set τους δεν είχαν τον ήχο, που θα έπρεπε, μετά όμως το ''No Turning Back'' ο ήχος διορθώθηκε. Έπαιξαν κομμάτια και από τα 4 studio albums τους, χωρίς κάποιο καινούργιο τραγούδι, με τον τραγουδιστή να υπόσχεται ότι την επόμενη χρονιά θα πρέπει να περιμένουμε εκπλήξεις - ίσως και νέο δίσκο. Ειδικά στα ''Silent Faces'', ''Burning Desires'' και ''Ready For Attack'', το κοινό επικοινωνούσε συνεχώς, τραγουδώντας τα refrain των στίχων, και στο τέλος, καταχειροκρότησε την μπάντα ως επιβράβευση για ό,τι προσέφερε, προσδοκώντας μια headline εμφάνιση των Innerwish, για να τους χορτάσει.

 

      Ύστερα από ένα διάλειμμα απαραίτητο, ώστε να ετοιμαστεί η σκηνή για τους Saxon, γύρω στις 22:20, και μέσα σε γκάζια μοτοσυκλέτας και ιαχές από το κοινό, που παραληρούσε, έκαναν την εμφάνιση τους οι βετεράνοι του metal. Οι Saxon κατέλαβαν κάθε σπιθαμή της σκηνής ξεκίνησαν με το ''Motorcycle Man'' και έδωσαν το έναυσμα για μια ονειρική βραδιά για τον κόσμο, που είχε γεμίσει ασφυκτικά το Gagarin οδηγώντας την συναυλία σε sold out. Σε μια περιοδεία, βασισμένη σε συγκεκριμένους και μόνον δίσκους, το μόνο καινούργιο, που χώρεσε στο set, ήταν το ''Sacrifice'', από το ομώνυμο καινούργιο album. Οι Saxon, όπως πολύ καλά γνωρίζουν όσοι έχουν παρακολουθήσει έστω και μία συναυλία τους, είναι ο ορισμός της Heavy Metal διασκέδασης, με οδηγό τον αειθαλή frontman, Biff Byford, και συνοδοιπόρους τους Paul Quinn και Doug Scarratt στις διπλές κιθαριστικές επιθέσεις και τα solos, τον Nigel Glockler στους κεραυνούς στα τύμπανα και τον Wayne Banks στο μπάσο. Ο τελευταίος αντικατέστησε τον Nibbs Carter λόγω ασθένειας της συζύγου του, χωρίς να γίνει αισθητή η απουσία του.

 

      Η συναυλία κυλούσε με ιστορικά και αθάνατα τραγούδια, κάτι, που είχε ως αποτέλεσμα να αυξάνεται ολοένα και περισσότερο ο ενθουσιασμός και η ένταση. Μετά το ''Heavy Metal Thunder'', οι Saxon έπαιξαν το “Ride Like the Wind”, μέσα σε ένα venue έτοιμο να κατεδαφιστεί από την μαζική συμμετοχή και ανταπόκριση του κοινού. Tο ένα hit διαδεχόταν το άλλο, φτιάχνοντας ένα setlist ονειρώδες: ''Broken Heroes'',''Crusader'', ''Dallas 1PM'', ''747 (Strangers In The Night)'' και το κανονικό τους set κλείνει, μέσα σε πανδαιμόνιο, με το '”Princess Of The Night'”. Κανείς δεν κατάλαβε πώς πέρασε η ώρα και ότι πλησίαζε το τέλος, αλλά και κανείς δεν έδειχνε κουρασμένος. Οι Saxon αποχωρούν, αλλά εντός ολίγου ο Doug Scarratt επιστρέφει για ένα κιθαριστικό σόλο, με τους υπόλοιπους να παίρνουν τις απαραίτητες ανάσες στα backstage. Όταν βγήκαν και οι υπόλοιποι τέσσερεις για encore, όλοι οι παρευρισκόμενοι προσευχόμασταν να μην τελειώσει η συναυλία! Οι SAXON είναι από τα συγκροτήματα, που θέλεις να βλέπεις συνεχώς, πράγμα που φαίνεται και από την συχνότητα των επισκέψεων τους στην χώρα μας.

 

      Αυτό, που σού μένει σαν απορία, μετά από σχεδόν δύο ώρες ζωντανής μουσικής, είναι, πώς, έχοντας δώσει ένα live υψηλότατης ποιότητας και έχοντας αποζημιώσει και με το παραπάνω τους οπαδούς τους, καταφέρνουν κάθε φορά και τα δίνουν ΟΛΑ επί σκηνής;! Πώς μια μπάντα τόσο μακρόβια, με μέλη μιας κάποιας ηλικίας, δεν κουράζονται και μένουν τόσο ζωντανοί και ενεργοί; Τι είναι αυτό που τους κρατάει;

 

      Μα ... το ίδιο το Heavy Metal ...

 

Σάκης "Dio" Σοφιανός

 

Page 4 of 5