Πρέπει να ξεκαθαρίσω κάτι εξ αρχής για όσους δεν γνωρίζουν. Έχω μια ιδιαίτερη αδυναμία στους Whitesnake και στον David Coverdale, γι’ αυτό και το report της συναυλίας δεν γίνεται να είναι αντικειμενικό. Όταν με τον πρώτο σου έρωτα έχεις χορέψει, μαθητής ακόμα, το πρώτο σου μπλούζ υπό τους ήχους του ''Soldier Of Fortune'' ή στα επιπόλαια καυγαδάκια έχεις αφιερώσει το ''Don't Break My Heart'' ή ακόμα στον τελειωτικό χωρισμό έχεις τραγουδήσει το ''Fool For Your Loving'', πώς θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά; Πάμε όμως στο προκείμενο. Δευτέρα 16/11/2015, μια γλυκιά για τα δεδομένα του Βερολίνου βραδιά, βρέθηκα στο Columbia Halle στις 19:40, ενώ υπήρχε αρκετός κόσμος απ’ έξω, που περίμενε υπομονετικά τη σειρά του, για να μπει μέσα. Το venue αυτό θυμίζει το Gagarin 205, αλλά είναι τρεις φορές μεγαλύτερο με μεγάλο εξώστη. Αφού άφησα τα χοντρά ρούχα και εφοδιάστηκα με ποτό, έπιασα μια θέση σχετικά μπροστά και περίμενα. Τη βραδιά άνοιξαν οι Αυστραλοί The Dead Daisies, μια νέα μπάντα ιδρυθείσα το 2012, ήδη με δύο δίσκους και το φρέσκο “Revolución” (2015) να είναι ο βασικός λόγος της περιοδείας τους. Στα τέλη Φλεβάρη του 2015 οι The Dead Daisies έγιναν η πρώτη δυτική rock μπάντα, που έπαιξε στην Κούβα, δεδομένου ότι η κυβέρνηση Ομπάμα ξανάνοιξε τις εμπορικές σχέσεις και έγραψαν ιστορία, ως μέρος της πολιτιστικής ανταλλαγής, φιλοξενούμενοι του Υπουργείου Πολιτισμού της Κούβας. Μουσικά κινούνται στα μονοπάτια του hard rock με πολλά southern στοιχεία και κατέβαλαν φιλότιμες προσπάθειες να ξεσηκώσουν το γερμανικό κοινό, το οποίο παρακολουθούσε χωρίς να συμμετέχει σχεδόν καθόλου. Μόνο στις τρεις διασκευές τα “War Pigs” (Black sabbath), “Hush” (Deep Purple) και “Helter Skelter” (Beatles) το κοινό κάπως ζωήρεψε και τους συνόδευσε στο τραγούδι. Από τους μουσικούς ξεχώρισα τον Marco Mendoza στο μπάσο και τον Brian Thichy στα τύμπανα.

     Η ώρα έχει πάει 10 και ο χώρος έχει γεμίσει με 3000 περίπου ανθρώπους, οι πιο πολλοί μεγαλύτερης ηλικίας με τις γυναίκες τους αλλά και νεώτεροι θαυμαστές των Snake, οι οποίοι ξεκινούν με το “Burn” και δίνουν έτσι το έναυσμα, ώστε να ξεκινήσει η διασκέδαση. Αυτό που γίνεται άμεσα αντιληπτό είναι ότι η μπάντα έχει διάθεση και κέφι, ενώ ο frontman δεν σταματά τα σκέρτσα και τα πειράγματα με το κοινό, ιδιαίτερα το θηλυκό. Ακολουθεί το “Bad Boys” και το “Love Ain't No Stranger”, όπου δίνεται η πρώτη ευκαιρία στο κοινό να συμμετάσχει τραγουδώντας, και ο Coverdale το αφιερώνει στα πρώην μέλη του συγκροτήματος John Sykes, Neil Murray και Cozy Powell. Ο ύμνος “The Gypsy” για τη συνέχεια, το οποίο παραδόξως το κοινό δεν φαίνεται να γνωρίζει, και στο καπάκι τα “Give Me All Your Love” και “Ain't No Love in the Heart of the City”, όπου o Coverdale ζητάει από το κοινό να τραγουδήσει - το πλήθος το έκανε, τραγουδώντας μαζί του και βγάζοντας φωτογραφίες με τα κινητά. Μετά έρχονται τα αχρείαστα guitar solos των Reb Beach και Joel Hoekstra, που είναι ωστόσο απαραίτητα, για να πάρει τις ανάσες του ο Dave, που, μόλις επανέρχεται, αφιερώνει το “You Keep on Moving” στον αξέχαστο John Lord. Η υγρασία από τα πατώματα φτάνει στο ταβάνι με το “Mistreated”, στο οποίο η ερμηνεία του Dave είναι συγκλονιστική, τηρουμένων των αναλογιών της ηλικίας του.Στη συνέχεια, έχουμε solo σε πλήκτρα (Michele Luppi) και drums (Tommy Aldridge), με ενδιάμεσο κομμάτι το “You Fool No One”, για να φθάσουμε στο καρέ του θανάτου: “Soldier Of Fortune”, “Is This Love”, “Fool For Your Loving”, “Here I Go Again”, όπου και τελειώνει η συναυλία μέσα σε πανδαιμόνιο και αλαλαγμούς Γερμανών και όχι μόνο. Μέσα σε 2-3 λεπτά ξαναβγαίνουν, με το “Still Of The Night” να ολοκληρώνει τελικά την μουσική αυτή πανδαισία. Αυτό που μου έκανε θετική εντύπωση είναι το γεγονός ότι κανείς από τους θεατές δεν κάπνιζε ούτε σε ενοχλούσε με τo κινητό μπροστά στα μάτια σου, γενικά υπήρχε σεβασμός στον διπλανό, δείγμα της συναυλιακής τους κουλτούρας. Όσον αφορά τα αρνητικά, θα ήθελα να τονίσω ότι ο ήχος είχε προβλήματα, ιδιαίτερα στα πιο γρήγορα κομμάτια, βαβούριαζε και δεν άκουγες καθαρά τα όργανα, φαινόμενο που συναντάμε πολλάκις και στη χώρα μας. 

 

     Εν κατακλείδι ο Coverdale έβγαλε το “The Purple Album", για να τιμήσει το πρώτο του συγκρότημα, τους Deep Purple, με τους οποίους κυκλοφόρησε τρεις δίσκους, και ταυτόχρονα να ικανοποιήσει και τους οπαδούς, που δεν είχαν την τύχη να ακούσουν live τα τραγούδια αυτά και το είχαν απωθημένο. Το όλο αυτό γεγονός δημιούργησε, από την μια ανυπομονησία για τις μεγάλες αυτές συναυλίες, από την άλλη πολλές συζητήσεις πριν από αυτές: για την γκρίνια της φωνής του τραγουδιστή, για το πείραγμα από το φίλο, που σε θεωρεί δεινόσαυρο, για το βαρετό πια «εγώ τους είδα στα ντουζένια τους, τι να πάω τώρα» από τον μεγάλο σε ηλικία και φυσικά για το «τους έχω δει πέντε φορές» του φίλου, που σπούδαζε Αγγλία. Σε όλους αυτούς τους επικριτές και γκρινιάρηδες του όλου εγχειρήματος του David Coverdale θέλω να πω το εξής: φιλαράκια, ακούω το ''Burn'', το ''Stormbringer'' επί 35 χρόνια. Ήταν εκεί, όταν μεγάλωνα, ήταν εκεί, όταν φίλησα το πρώτο μου κορίτσι, ήταν εκεί, όταν παντρεύτηκα, όταν αγόρασα το πρώτο μου αυτοκίνητο. Οπότε έχει να μου προσφέρει πάρα πολλά μια τέτοια μουσική εμπειρία. Το σημαντικότερο για αυτές τις συναυλίες όμως είναι η νέα γενιά των πιτσιρικάδων, που θα τους δει για πρώτη φορά και αυτόν τον πιτσιρίκο δεν πρέπει να τον ξενερώνεις σαν «παλιός» και «πολυταξιδεμένος» των συναυλιών. Όσο δε για τον 65αρη αυτό τύπο, αν νομίζεται ότι γεννήθηκε για να περπατήσει μόνος του, απλά ελέγξτε τον λογαριασμό του στο twitter και συγκρίνετε τον αριθμό των ακολούθων (71.100) του σε σχέση με τον αριθμό των ατόμων που ακολουθεί αυτός (0) … Rock me ‘till Ι' m burnt to the bone …

                                                                                                                                     Σάκης “Dio” Σοφιανός