Johnny Βαβούρας! Ένας εξαίσιος μουσικός και ηθοποιός, ένας θαυμάσιος άνθρωπος της Τέχνης, ένας πραγματικός θρύλος, που τίμησε και συνεχίζει να τιμά την Ελλάδα, παίζοντας με τους Vavoura Band και τους The Cadillacs, συμμετέχοντας σε πλήθος ταινιών και σειρών, κάνοντας ραδιόφωνο, και τόσα άλλα πράγματα! Το Myth of Rock και συγκεκριμένα η στήλη Made in Greece είχε την μεγάλη χαρά και την καλή τύχη να συναντήσει τον εξαιρετικά ταλαντούχο και πολυπράγμονα Johnny Βαβούρα, ο οποίος μας παραχώρησε μία τρομερά ενδιαφέρουσα συνέντευξη-ποταμό, μιλώντας για όλους και για όλα, καυστικός, αληθινός και με απίστευτο χιούμορ, όπως πάντα. Ladies and Gentlemen, απολαύστε τον ένα και μοναδικό κύριο Βαβούρα!

από τον Δημήτρη Ζαχαρόπουλο


 

Johnny, απ’ ό,τι γνωρίζω, γεννήθηκες στις  ΗΠΑ. Σε ποια πόλη ακριβώς;

Γεννήθηκα στο Ohio. H πόλη που μέναμε, μία κωμόπολη, ήταν η Νέα Φιλαδέλφεια, κοντά στο Canton. Βρέθηκα εκεί λόγω των γονιών μου, ήταν μετανάστες και οι δύο, ο πατέρας μου είχε φύγει από το χωριό Καρυά της Κορινθίας, στην ηλικία των 14 χρονών, για να μπορέσει να συντηρήσει την μητέρα του και τις τέσσερις αδελφές του. Ο παππούς μου είχε πεθάνει, και ο πατέρας μου έφυγε πιτσιρίκος, πήγε στην Αμερική, τραβήχθηκε με διάφορα και κατέληξε στο Ohio, για κάποιον λόγο, που δεν κατάλαβα ποτέ (γέλια). Έτσι, γεννήθηκα στο Ohio και έμεινα εκεί επτά χρόνια … Ήταν δραστήριος ο πατέρας μου με την ελληνική κοινότητα του Canton. Είχαμε δύο κοινότητες, στην Αγία Τριάδα και τον Άγιο Χαράλαμπο, η Αγία Τριάδα ήταν των Ποντίων, ο Άγιος Χαράλαμπος ήταν για τους υπόλοιπους. Εκεί βαπτίστηκα, εκεί μεγάλωσα, έμαθα ελληνικά και αγγλικά ταυτόχρονα, είναι οι δύο μητρικές μου γλώσσες και στα επτά, ο πατέρας μου την έκανε, βγήκε σε σύνταξη και ήρθαμε στην Ελλάδα.

 

Όσο ήσασταν στις ΗΠΑ, είχατε εστιατόριο;

Ναι, είχαμε εστιατόριο, ο πατέρας είχε εστιατόριο, αλλά αυτό ήταν για βιοποριστικούς λόγους. Ο πατέρας μου ήταν ποιητής, συγγραφέας, και ανταποκριτής στον «Εθνικό Κήρυκα Νέας Υόρκης» και σε μία άλλη εφημερίδα, και μετά στα «Κορινθιακά Χρονικά», που έβγαζε ο ξάδελφός μου, ο Θεοχαρόπουλος ο Νίκος. Ο πατέρας μου ήταν δάσκαλος στις εκκλησίες και δίδασκε τα παιδιά των Ελλήνων της δεύτερης γενιάς ελληνικά, για να μην ξεχάσουν την παράδοση και την πατρίδα. Ήταν γενικά δραστήριος σε αυτά.

 

Ο πατέρας σου είχε πάρει ένα jukebox στο εστιατόριό του, και αυτό ήταν η πρώτη σου επαφή με την μουσική;

Ναι, αυτό είναι αλήθεια! Εγώ πήγαινα στο εστιατόριο από 40 ημερών, με πήγαινε η μητέρα μου σε ένα καλαθάκι, μου τα έλεγε η μάνα. Με πάρκαρε εκεί κοντά στο jukebox και άκουγα όλα τα rock n’ roll τραγούδια της εποχής. Όλα αυτά τα τραγούδια τα έχω μέσα στο μυαλό μου. Ήταν στο υποσυνείδητο όλα αυτά και το φοβερό είναι ότι, ύστερα από πολλά χρόνια, έκανα την μπάντα, τους The Cadillacs, για να παίζω τα ίδια τραγούδια – πάντα τα γούσταρα, αλλά, όταν έκανα την μπάντα, ήταν εντυπωσιακό ότι μού ήρθαν στο μυαλό όλοι οι στίχοι, που θυμόμουν από πιτσιρικάς, δεν άνοιξα να δω κανένα στίχο!

 

Ποια ήταν τα πρώτα σου μουσικά ινδάλματα, οι πρώτοι σου μουσικοί ήρωες;

Στην αρχή είχα ακούσματα rock n’ roll, swing, blues, μπαλάντες και άλλα τραγούδια, που ήταν στο jukebox. O πατέρας μου άκουγε δημοτικά τραγούδια, καλά δημοτικά τραγούδια, ηπειρώτικα, ταξίμια, σκάρους, μοιρολόγια και τέτοια … Η μάνα μου ήταν πιο light, άκουγε τα τραγούδια εκείνα τα ωραία του μεσοπολέμου, με την Σοφία Βέμπω, τον Νίκο Γούναρη, τη Δανάη Στρατηγοπούλου, τον Φίλανδρο Κορώνη, τα οποία τα γουστάρω πάρα πολύ - έχουν μελωδίες και είναι τραγούδια ερωτικά, που έχουν να πουν κάτι … Έχω μεγάλη ένσταση για την σημερινή μουσική, αν μπορούμε να την πούμε μουσική, τα τραγούδια που βγαίνουν και είναι υποτίθεται popular, λαϊκά, όχι με την έννοια του μπουζουκιού, λαϊκά με την έννοια του εύρους, του σε ποιους απευθύνονται, είναι τραγικά … Αυτά είναι τα πρώτα μου ακούσματα … Θα σου πω και κάτι αστείο! Είχα κάνει μία φοβερή ερώτηση στον πατέρα μου για το πικαπ, είχαμε ένα ραδιο-πικάπ έπιπλο, και τον ρωτάω, «αυτό το πικάπ, πού είναι φτιαγμένο, μπαμπά;» και μου λέει «εδώ, είναι αμερικάνικο», και τον ρωτάω, «πώς ξέρει τότε ελληνικά;!». Φοβερή απορία πιτσιρικά (γέλια)!

 

Χα, χα! … Έχεις κάνει μαθήματα μουσικής, μαθήματα φωνητικής;

Όχι, είμαι αυτοδίδακτος, δεν έχω ιδέα, δεν ξέρω τι σχήμα έχει η νότα. Αλλά δεν με σταμάτησε αυτό ποτέ, διότι έχω μουσικό αυτί και είναι όλα ΟΚ … Η μουσική είναι συναίσθημα, και το συναίσθημα, αν το έχεις, το καλλιεργείς και το προχωράς, είναι στο χέρι σου. Πρέπει να ψάχνεσαι λίγο. Αν έχεις την μουσικότητα μέσα σου, αν έχεις καλό αυτί και φαντασία, μπορείς να προχωρήσεις. Το ότι δεν διάβαζα μουσική, ότι δεν ξέρω νότες, έχει ένα καλό και ένα κακό. Το κακό είναι δεν μπορώ να κάνω τις ενορχηστρώσεις με τον τρόπο που θα ήθελα, το καλό, όμως, είναι ότι δεν είμαι μέσα σε φόρμες και σε καλούπια, είμαι έξω από αυτά. Έχω γνωρίσει πάρα πολλούς αξιόλογους παίκτες, κλασικούς μουσικούς και όχι μόνο, που παίζουν πολύ καλά, αλλά είναι ανίκανοι να παίξουν μία νότα, αν τους πάρεις το χαρτί από μπροστά! Εγώ είμαι το αντίθετο, μπορώ να παίξω, ακούω την μελωδία και την πιάνω και την παίζω. Μού έρχονται μελωδίες στο μυαλό, τις καταγράφω και μετά τις ενορχηστρώνω με τον τρόπο μου.

 

Έγινες διάσημος ως μουσικός και ως ηθοποιός, ωστόσο, έχεις κάνει και ραδιόφωνο.

Ναι. Πειρατικό ραδιόφωνο, βέβαια. Στην ηλικία των 10 χρονών αγόρασα το τεύχος ενός περιοδικού, «Τεχνική Εκλογή» λεγόταν, που έβγαινε μέχρι πρόσφατα, το οποίο είχε μέσα θέματα ραδιοφωνίας, τηλεόρασης, σχεδιαγράμματα ενισχυτών, πομπών, και είχε βγάλει ένα μικρό πομπό, μεσαίων - τότε δεν υπήρχαν τα FM, στα μεσαία κύματα με δύο τρανζίστορ και πήγαινε περίπου εκατό μέτρα εμβέλεια. Πήγα, λοιπόν, στο Ράδιο Πάγκα, ήταν ένα κατάστημα εκεί στην Πλατεία Καρύτση, που πούλαγε εξαρτήματα ηλεκτρονικά και ανταλλακτικά, και το αγόρασα, το έφτιαξα μόνος μου, και φτιάχθηκα με την ιδέα. Στα 12 μου, γνώρισα έναν γείτονα, τον Γιώργο Μανωλικάκη, τον συγχωρεμένο, που ήταν μεγαλύτερος από εμένα. Έφτιαχνε πομπούς και ενισχυτές, είχε σταθμό και έφτιαχνε και ενισχυτές για συγκροτήματα, για κιθάρες και αυτά – μάπες ήταν, αλλά τότε δεν ξέραμε, καλά μας ακουγόντουσαν. Άρχισα να μαθαίνω από αυτόν ηλεκτρονικά, και πήρα και ένα βιβλίο, ένα βιβλίο του Αθανασίου Τράπαλη, το θυμάμαι ακόμη και τώρα, ήταν το «Η Ραδιοφωνία Για Όλους», που είχε μέσα σχέδια, θεωρίες, επεξηγήσεις και όλα, και στα 12 χρόνια μου κάθησα και κατασκεύασα τον πρώτο μου πομπό με λάμπες! Έπαιζε εκεί γύρω γύρω στην γειτονιά, δεν ήξερα και πώς να τον συντονίσω καλά. Μετά από δύο χρόνια, στην ηλικία των 14 προς 15 χρονών, φτιάχνω ένα πολύ ωραίο μηχανηματάκι, τραβάω και μία κεραία ογδόντα μέτρα οριζόντια και έκανα το Ράδιο BSK, το οποίο για μία τριετία, μέχρι που έφυγα για Αμερική στα 17 μου για σπουδές, έσκιζε στα Βορειοανατολικά προάστια, έφτανα μέχρι Λούτσα, Ραφήνα, πήγαινα επάνω, Μαρούσι, Κηφισιά, κατέβαινα μέχρι Αμπελοκήπους. Ήταν ωραία! Κι έκανα προχωρημένα πράγματα, δηλαδή για τότε … είχα δύο πικάπ, είχα φτιάξει βάθος με ελατήρια, … ήμουν τυχερός, γιατί ήμουν στο American Community School, στο Αμερικάνικο Κολλέγιο, και είχαμε ένα πλήρως οργανωμένο εργαστήριο ηλεκτρονικών, κάναμε check out μηχανήματα, τα παίρναμε σπίτι και χρησιμοποιούσα τα μηχανήματα, για να συντονίσω τον σταθμό, να δω τις συχνότητες, την μέγιστη απόδοση, την καλή διαμόρφωση κι όλα αυτά. Αποτέλεσμα ήταν ότι είχα πάρα πολύ καλό ήχο, είχα χρησιμοποιήσει για ένα μαγνητόφωνο τις δύο κεφαλές και έκανα κι echo, όταν μιλούσα. Καθιέρωσα κοπέλες εκφωνήτριες και είχα την τριπλάσια ακροαματικότητα στον σταθμό - είχα ασχοληθεί από τότε με το γκομενόλοτζι (γέλια)! Είχαμε πάρα πολύ καλή μουσική, γιατί, πηγαίνοντας στο Αμερικάνικο Κολλέγιο, στο ACS, τα μισά παιδιά ήταν από την Αμερικάνικη Βάση, και από την Βάση ερχόντουσαν στερεοφωνικά μηχανήματα κι ερχόντουσαν και δίσκοι, που δεν υπήρχαν εδώ. Είχα κολλητιλίκια με τους Αμερικάνους, κι έπαιρνα τους δίσκους πάμφθηνα, και έπαιρνα και δίσκους εισαγωγής, που δεν τους έβρικες εδώ, κι αν τους έβρισκες, ήταν ελληνικής κοπής και ήταν χάλια.

 

Στον σταθμό αυτόν παίζατε παλιά rock n’ roll τραγούδια ή τραγούδια καινούργια;

Όχι, δεν παίζαμε παλιά, παίζαμε της εποχής, παίζαμε αυτά, που βγαίνανε. Παίζαμε Beatles, Jimi Hendrix, είχαμε πρωτοπαίξει το “Deep Purple In Rock” (1970) των Deep Purple, με το “Child In Time”, τον είχα λιώσει αυτόν τον δίσκο … το “Steppenwolf 7” (1970) των Steppenwolf, δε θυμάμαι τώρα, τόσα δισκάκια της εποχής, ό,τι έβγαινε, “Are You Experienced” (1967) των The Jimi Hendrix Experience. Όλα αυτά τα είχαμε, μόλις βγήκαν!

 

Δεν ξέρω αν μεταπήδησες στα FM.

FM δεν έκανα ποτέ σαν ραδιοερασιτέχνης. Όσον αφορά την μετέπειτα πορεία μου στο ραδιόφωνο, ήμουν πέντε χρόνια και κάτι παραγωγός στον Αθήνα 98,4 FM. Ήταν πάρα πολύ ωραία εκείνα τα χρόνια, διότι ήταν η εποχή που τον ακούγανε τον Αθήνα 98,4 FM, τώρα τον ακούνε νομίζω μόνο οι ηχολήπτες και εκείνοι που είναι μέσα στον σταθμό την ώρα εκείνη, που γίνεται η εκπομπή. Είναι κρίμα, διότι αυτός ο σταθμός τα ξεκίνησε όλα. Τα πρώτα χρόνια, που ήμουν εκεί, είχαμε 30% ακροαματικότητα, ήταν κάτι το τρομερό, δεν προλαβαίναμε να σηκώσουμε τα τηλέφωνα!

 

Ανέφερες ότι πήγες πάλι Αμερική.

Ναι, πήγα Αμερική για άλλα τέσσερα χρόνια μετά, από τα 17 ως τα 21, για να τελειώσω το λύκειο και για σπουδές, αλλά έχοντας μεγαλώσει στην Ελλάδα, σε αυτό το ωραίο χαλαρό κλίμα και την μεσογειακή ας πούμε κατάσταση εδώ πέρα της καλοπέρασης, της χαλαρότητας και του ωραίου κλίματος, δεν μου ταίριαζε η Αμερική. Ήταν χάλια, ήταν στα τελειώματα του πολέμου στο Vietnam, ήταν όλοι στα ναρκωτικά, πίνανε σαν τρελοί, τσαμπουκάδες, ρατσισμός … Εν τω μεταξύ, το Ohio είναι μια πολιτεία άθλια, γεμάτη γίδια, που λέω εγώ, rednecks, ξέρεις, βλάχους, δεν υπήρχε μουσική κουλτούρα, δεν μπορούσες να κάνεις τίποτε σπουδαίο εκεί. Πολύ Βόρεια, σύνορα με Καναδά, καιρός άθλιος, μιλάμε χιόνι, υγρασία, βροχή, ήλιο κάναμε για να δούμε … , τέτοια μέρα δεν υπήρχε (σ.σ.: η συνέντευξη έγινε μεσημέρι μιας ηλιόλουστης ημέρας)! Για να καταλάβεις, είχαμε 56 ημέρες τον χρόνο ηλιοφάνεια! Ηλιοφάνεια δεν σημαίνει ότι είχαμε ήλιο full day, απλά έσκασε ο ήλιος κάπου! Οι άλλες ημέρες μέρες ήταν ηλιοαφάνεια (γέλια)!

 

Οι Vavoura Band πότε προέκυψαν;

Πολύ αργότερα … Γύρισα πίσω το 1975 τον Νοέμβριο, μάλιστα θυμάμαι, πολύ καλά, γύρισα 15 Νοεμβρίου, και 16 Νοεμβρίου ήταν η δεύτερη πορεία για το Πολυτεχνείο. Βρέθηκα με μία γκόμενα στην πορεία του Πολυτεχνείου, φώναζε «έξω οι Αμερικάνοι», και το ένιωθα, διότι δεν τους γούσταρα, … Τι έγινε τώρα με την Αμερική … Ο πατέρας μου ως μετανάστης και έχοντας ζήσει τα χρυσά χρόνια της Αμερικής, είχε στο μυαλό του το Αμερικάνικο Όνειρο, όταν ξαναπήγε πίσω, αλλά αυτό είχε πεθάνει, κι εγώ πήγα σε μια κατάσταση, η οποία ήταν επιεικώς απαράδεκτη και δεν ήθελα να έχω καμία σχέση με αυτό. Δεν ανήκα εκεί ούτε στην κουλτούρα τους ούτε στην νοοτροπία τους ούτε στον τρόπο ζωής τους. Δεν έχω γεννηθεί εγώ, για να πίνω Bull μπύρες και φούντες από το πρωί μέχρι το βράδυ, να δουλεύω και να έχω δύο εβδομάδες διακοπές τον χρόνο, όχι. Γύρισα πίσω και έμπλεξα με διάφορες δουλειές περίεργες. Μια δουλειά ήταν μια αποθήκη εκεί έξω από το Κορωπί, προς Λαγονήσι, του πατέρα ενός φίλου μου, που μάζευε παλιά φίλμ και ακτινογραφίες και ο,τιδήποτε είχε σχέση με φωτογραφικά υλικά, παλιά υγρά, τα οποία περιέχουν ασήμι, και κάναμε μία επεξεργασία και βγάζαμε από μέσα ασήμι. Τα λιώναμε και βγάζαμε στον τόνο δώδεκα με δεκατρία κιλά ασήμι! Τότε τις ακτινογραφίες στα νοσοκομεία τις πετάγανε! Οπότε πήγαινε ο συγχωρεμένος ο Σεφεριάδης και μάζευε τα φίλμ, ο οποίος Σεφεριάδης είχε δύο παλιά Austin φορτηγάκια, μικρά, mini φορτηγάκια, με ξύλινη καρότσα πίσω, 1.100 κυβικά, Morris Austin, πολύ ωραία … και ο γιος του είχε σταθμό, τον Double S. Ήμασταν μια παρέα εκεί στην Αγία Παρασκευή, ήταν ο Jim Φάβας, ο John Φάβας, ήταν ο Hurricane, είχαμε διάφορους …  Γυρνάω, λοιπόν, πίσω, μπλέκω με τα ασημικά κι αυτά, έμεινα δύο-τρεις μήνες, φυσικά δεν ήταν δουλειά καριέρας, πώς μπλέκω με έναν φίλο μου απ’ την Αγία Παρασκευή, που δούλευε στην Πανδρόσου, στο Μοναστηράκι. «Έλα κάτω ρε», μού λέει, «εσύ έχεις μπλα-μπλα, έχεις κάνει Business Administration και Marketing, θα σε βάλω στα τουριστικά, στα μαγαζιά». Πάω, λοιπόν, κάτω, μπαίνω υπάλληλος σε ένα μαγαζί, πούλαγα εκεί, έκανα, γουστάρουν οι δύο τους και με κάνουν συνέταιρο την επόμενη χρονιά. Το 1976 πήγα, το 1977 έγινα συνέταιρος, αλλά ατυχήσαμε, διότι κάποιος αγόρασε όλη τη στοά και μας έβγαλε έξω. Παράλληλα, όμως, αρχές του 1976, είχα γνωρίσει τον Γιάννη Δρόλαπα, στην Αγία Παρασκευή, που ήταν κιθαρίστας ενός έτους, ήταν πολλά υποσχόμενος και την είδα εγώ την ιστορία. Είμαι κυνηγός ταλέντων, καταλαβαίνω τη δυναμική του άλλου! Του πρότεινα έτσι να κάνουμε μία μπάντα. Μου λέει «έλα τώρα, τι μπάντα, εγώ δεν παίζω …», τέλος πάντων, τον ψήνω, Σεπτέμβριο του 1976, και κάνουμε την μπάντα. Δεν είχαμε όνομα, κάναμε προβίτσες στο υπογειάκι του σπιτιού μου στην Αγία Παρασκευή, με έναν drummer, τον Στέργιο Λεμονίδη, τον συγχωρεμένο κι αυτόν, … τελικά ζει κανείς;! (γέλια) … Και το όνομα, Vavoura Band, προέκυψε ως εξής: είχαμε το θράσος, παίζοντας τελείως άγαρμπα και άτεχνα, αλλά με ψυχή, να καλέσουμε τον Κώστα τον Χαριτοδιπλωμένο να μας ακούσει, μήπως μας βάλει να παίξουμε στον χορό του Ντιρή. Είχαμε πολύ θράσος! Εκεί ήθελαν κυριλέ πράγματα, εμείς παίζαμε Hendrix και Sabbath και τους παίρναμε τα αυτιά! Μπαίνει ο Χαριτοδιπλωμένος στο υπογειάκι, δεν χώραγε κιόλας, ήταν ψηλός, άντεξε λιγότερο από τέταρτο, και λέει: «δεν παίζετε άσχημα, αλλά κάνετε πολύ βαβούρα, ρε παιδιά!». «Ώπα, λέω, βαβούρα, ωραίο όνομα! Vavoura Band!» Και μας έβγαλα Vavoura Band! Ο κόσμος με έβγαλε Βαβούρα από την μπάντα! Οι Vavoura Band ζουν ακόμη μέχρι σήμερα και είναι σαράντα φεύγα ετών … σαράντα έξι χρόνια. Είμαστε η μακροβιότερη ελληνική μπάντα, με συνεχή παρουσία στην ελληνική μουσική σκηνή.

 

Ήσασταν και η πρώτη ελληνική μπάντα, που είχε δικό της εξοπλισμό.

Ακριβώς. Φέραμε από την Αγγλία, όπου πήγαμε το 1978 στο Λονδίνο με τον Δρόλαπα και τον Θάνο Παπαποστόλου, τον drummer μας τότε, κι αυτός συγχωρεμένος – έχω γράψει ένα τραγούδι, που λέγεται “Five Drummers Down”, έχουν πεθάνει πέντε drummers, και λέω στο τραγούδι, «Ποιος είναι ο επόμενος;!» Πήγαμε και φέραμε μηχανήματα, φέραμε το Magic Bus με το πούλμαν, είχαμε φέρει Marshall ενισχυτές, είχαμε δική μας μικροφωνική εγκατάσταση, κονσόλες, τα πάντα! Ήμασταν οι πρώτοι, που τα είχαμε αυτά σαν μπάντα. Πολλές συναυλίες …

 

Είχατε μεγάλη συναυλιακή δραστηριότητα, σε μια εποχή δύσκολη για το rock στην Ελλάδα.

Ναι, επειδή ήταν δύσκολα τα χρόνια, ο κόσμος διψούσε να δει καλές μπάντες. Εμείς κατ’ αρχήν είμαστε μεγάλοι θαυμαστές των Socrates. Οι Socrates ήταν δάσκαλοι, μας μάθανε να παίζουμε, να τραγουδάμε, να φτιάχνουμε κομμάτια, μας μύησαν κι αυτοί στο ότι μπορούμε να χρησιμοποιήσουμε την ελληνική δημοτική μουσική και την παράδοση και να την εντάξουμε στο rock, όπως κάνανε αυτοί. Ο λόγος που έπαιξα εγώ προσωπικά rock και μπάσο ήταν ότι την Μεγάλη Πέμπτη του 1972, ήμουν 16 χρονών, τρεις φίλες μου με πήρανε από το σπίτι με το αυτοκίνητο – η μία ήταν μεγαλύτερη και είχε αυτοκίνητο – και με πήγαν στο Κύτταρο να δούμε το πρόγραμμα. Έπαιζε ο Πουλικάκος με τους Εξαδάκτυλος, ο Σιδηρόπουλος με τον Δεληγιαννίδη και κλείσανε οι Socrates, και τρελάθηκα! Σκέφτομαι, «Μαλάκα, αυτό θέλω να γίνω»! Έβλεπα τρεις ξεμαλλιάρηδες να χτυπιούνται, κάτι Marshall δίπατα, μία ένταση τρελή, ο κόσμος από κάτω να σκίζει τα ρούχα του. «Αυτό θέλω!», λέω … και άκου το ωραίο! Πέντε χρόνια διαφορά έχουμε με τους Socrates, είναι πέντε χρόνια μεγαλύτεροι, οπότε πέντε χρόνια μετά από την ημέρα που τους είδα, ήμουν με τους Vavoura Band πάνω στο πάλκο στο Κύτταρο και ανοίγαμε για τους Socrates! Ήμουν τότε στην ηλικία, που ήταν αυτοί, όταν τους είχα πρωτοδεί! Ανοίξαμε για τους Socrates, γίναμε φίλοι με τα παιδιά και έμεινε η φιλία μας μέχρι το τέλος. Παίξαμε πολλές φορές στο Κύτταρο, με Socrates και άλλους. Ήμασταν το πιο δημοφιλές rock group τότε, μετά τους Socrates, και το πιο άγριο, βγαίναμε επιθετικά. Μετά βγήκαν οι Σπυριδούλα, αλλά ήταν περισσότερο προσανατολισμένοι σε Stones και Lou Reed και τέτοια, ο Σιδηρόπουλος, που αρχικά έκανε την κατάσταση με τους Σπυριδούλα και μετά έφυγε. Οι Σπυριδούλα συνέχισαν με τον απόηχο και τα απόνερα του Σιδηρόπουλου. Μπάντες πολλές υπήρχαν τότε, μπάντες καλές. Όσο γι’ αυτό, που ανέφερες, για την συναυλιακή μας δραστηριότητα, διοργανώναμε εμείς συναυλίες, κλείναμε ας πούμε ένα σινεμά, ήθελε τόσα, δίναμε προκαταβολή, βγαίναμε το βράδυ και κολλάγαμε αφίσες - περιοδικά δεν υπήρχαν τότε … Η πρώτη μας αναφορά έγινε στο «Ποπ και Ροκ» γύρω στο 1980, το 1979-1980, τρεις γραμμούλες: «υπάρχει ένα συγκρότημα, που λέγεται Vavoura Band, χαχα, και ένα άλλο που λέγεται Πνευμονοκονίασις»! Μας γράφανε στα παπάρια τους τα μέσα τότε, δεν υπήρχε η τηλεόραση, πολύ αργότερα. Έτσι τα διαφημίζαμε, και καταφέραμε το 1979, 26 Δεκεμβρίου, να γεμίσουμε το γήπεδο του Σπόρτινγκ, 4.000 άτομα, χωρίς να έχουμε δισκογραφία ακόμη. Παίξαμε εμείς, οι Αγάπανθος και οι Breakdown. Ήταν ωραία βραδιά, έγινε χαμός, σπάσανε όλο το Σπόρτινγκ. Τα διαλύσανε όλα. Αφού στο live δίσκο, που έχουμε, το “Live-The Early Days”, λέω σε ένα κομμάτι, που λέγεται «Κατάρα», «Παιδιά, μην σπάτε εκεί πέρα, εμείς θα τα πληρώσουμε στο τέλος»! Υπάρχει καταγεγραμμένο αυτό!

 

Σπάγατε πράγματα στην σκηνή;

Ναι, πετάγαμε κάτω τις drums, πετάγαμε τα όργανα, κάναμε διάφορα, την είχαμε δει λίγο The Who, χαχα! Επειδή ήταν ακριβά πράγματα, κοιτάγαμε να μην τα καταστρέψουμε, ώστε να ξαναπαίξουμε την επόμενη ημέρα! Είχαμε μία ειδική τεχνική, να τα σπάμε, χωρίς να σπάνε!

 

Η δισκογραφία των Vavoura Band;

Η δισκογραφία μας είναι ελλειπής. Δεν υπήρχε καμία δισκογραφική εταιρεία τότε να βγάλει συγκρότημα με ξένο στίχο, καμία, και ο μόνος λόγος, που βγήκαμε δισκογραφικά με δύο δίσκους τότε, το σινγκλάκι των Vavoura Band και μετά η συλλογή Happening 1982, όπου συμμετέχουμε με δύο τραγούδια, είναι ότι έψησα τον Δημήτρη Κερασιώτη από την Happening Productions - στην οποία δούλευα διευθυντής παραγωγής και φέρναμε τα ξένα συγκροτήματα - τον έπεισα να κάνουμε δισκογραφική εταιρεία ιδιωτική, για να σώσουμε και να καταγράψουμε καμιά δεκαριά groups. Έτσι καταγράψαμε τους Αίολος, τους Λήτης και Ιζόλδη, οι Magic De Spell ξεκινήσανε από εκεί, και εγώ ήμουν ο πρώτος, που έκανα δίσκο για τους Vavoura Band, το single που έχει τα “All Alone”, “Vana G. Vana” και “(I Ain’t) The Junkie”.

 

To γεγονός ότι δεν βγάλατε όσους δίσκους θέλατε …

(σ.σ.: διακόπτοντας)  Έχουμε πάρα πολλά τραγούδια. Δεν γουστάραμε, η αλήθεια είναι ότι δεν γουστάραμε το studio γενικά, δεν υπήρχε και η ευκαιρία από εταιρεία μετά. Εμείς ήμασταν και είμαστε live-άδες, θέλουμε να παίζουμε για τον κόσμο. Το studio για εμένα, ενώ είμαι ηχολήπτης και είχα studio από τότε και έχω ακόμη, για μένα το studio είναι δημιουργικά λίγο βαρετό. Εγώ θέλω να φύγω, να παίξω την άλλη ημέρα κάτι άλλο. Όχι, ότι δεν το απολαμβάνω, κάποια στιγμή, μπαίνοντας στο τριπάκι. Ναι, το γουστάρω, αλλά γενικά, χμμμμμ…..

 

Πώς και δεν κοιτάξατε να κυκλοφορήσετε κάτι με εταιρεία του εξωτερικού;

Δεν ασχοληθήκαμε ποτέ. Ήμασταν … γενικά σε αυτό φταίμε … ήμασταν λίγο, έτσι τεμπέληδες σε αυτό. Αρκούμασταν να κάνουμε μία καλή βραδιά, να το θυμάται ο κόσμος και να έχουμε φύγει γεμάτοι … Μετά την συλλογή του Happening το 1982 με τα δύο κομμάτια, το πρώτο κανονικό μας album ήταν το “Vavoura Band – Live - The Early Days”, βγήκε σε CD και μετά το βγάλαμε σε βινύλιο με την Αναζήτηση και μετά βγήκε σε CD το “Tora To Lene … Ethnic”, που είναι μουσικές για soundracks. Έχουμε γράψει μουσικές για έξι soundtracks, που έχουν χρησιμοποιηθεί σε ταινίες, πήραμε τα καλύτερα και κάναμε το album αυτό, που βγήκε σε CD πρώτα και μετά, πριν τρία-τέσσερα χρόνια βγήκε σε βινύλιο. Το έβγαλε ο Νίκος Στυλίδης μέσω της Labyrinth of Thoughts Records. Κάτι μακρύτερο δεν βρήκε! Τώρα θα ετοιμάσουμε κι άλλα κόλπα.

 

Εν τω μεταξύ, έρχονται ο κινηματογράφος και η τηλεόραση. Πώς έγινε αυτό;

Άκου να δεις πώς προέκυψαν. Είμαστε, τώρα, στην ακμή των Vavoura Band, που ήταν hard rock και ethnic rock, με πολλά δικά μας κομμάτια από την αρχή. Επειδή ο κόσμος γενικά δεν ήταν πολύ μέσα στα δικά μας κομμάτια, γενικά σε originals, του παίζαμε κανά δυό κομμάτια πολύ δυνατά και μετά χώναμε το δικό μας μέσα, και από τον απόηχο και το κέφι των άλλων τραγουδιών, που τα ξέρανε, έμπαιναν τα δικά μας. Έδινα και πονηρούς τίτλους, για να είναι πιασάρικα, ας πούμε «Αλκατράζ», «Κατάρα» και τέτοια. Πιάνανε και έτσι καθιερώθηκε αυτό. Είμαστε στο 1979 προς 1980, στο peak του group, που είχε ανέβει πολύ. Είχαμε γεμίσει το Παλλάς με δυόμιση χιλιάδες κόσμο, Κυριακή πρωί, 25 Φεβρουαρίου 1979! Έγινε χαμός, πήγαν να σπάσουν το Παλλάς! Πώς την γλιτώσαμε και δεν πήγαμε φυλακή, δεν ξέρω! Είχα σχέση με μία τύπισσα, που ήταν σινεφίλ και ροκού, πηγαίναμε στο Κύτταρο κάθε βράδυ, ακούγαμε Socrates, και μού λέει μια φορά, «Θα σου φέρω έναν φίλο, που είναι ανερχόμενος σκηνοθέτης. Είναι πολύ καλός, τρελός, θα τα βρείτε με την μία!». Και μού φέρνει τον Δημήτρη Αρβανίτη, τον γνωστό σκηνοθέτη. Στο ένα λεπτό είχαμε γίνει κολλητοί με τον φίλο, γελάγαμε, κάναμε, ράναμε, πήγαμε και σε κάτι μπαράκια, πήγαμε κάτω και στην Γλυφάδα με την φίλη μου και μία φίλη της, κάναμε και κάτι ζημιές στο μπαρ εκεί πέρα … Έχω πάει με τις δύο κοπελιές και τον Δημήτρη, και μας λέει η φίλη μου η Μάρω - μεγάλη ιστορία - «Να είστε σοβαροί, διότι η φίλη μου γουστάρει έναν καθηγητή, τον κύριο Πόντικα, από το Ντιρή επάνω, μην πείτε καμιά μαλακία». Είδες πού βρήκε να το πει, χαχα! Καταφθάνει ο Πόντικας, προσπαθούμε να το παίξουμε σοβαροί, οπότε έρχεται η σερβιτόρα, κάτι δεν προσέχω εγώ, κάνω ένα γκαπ, φεύγει ο δίσκος προς τον Πόντικα και πέφτουν κάτι μπιφτέκια επάνω του! Εντάξει, την γλίτωσε! «Συγγνώμη, κύριε Πόντικα», του λέω. Συνεχίζουμε λίγο, έρχεται η γκόμενα με έναν δίσκο και κάτι μπύρες draft, κάνει μια κίνηση ο Αρβανίτης, φεύγουν οι μπύρες, τον κάνουν τον Πόντικα μαντάρα! Λέει ο Πόντικας, «Εγώ πρέπει να φύγω τώρα!», οπότε δεν ξαναμίλησε η γκόμενα σε εμένα ούτε ο Πόντικας! Ο Αρβανίτης, λοιπόν, ως ανερχόμενος σκηνοθέτης, ήταν να κάνει ένα βιντεάκι ή μάλλον όχι βίντεο, ένα super 8 φιλμάκι και είχε πάει να κάνει ρεπεράζ, δηλαδή τσεκάρισμα σκηνών και περιοχών, στην Σαντορίνη. Ήθελε να κάνει ένα μουσικό ντοκυμαντέρ, και πραγματικά έκανε ένα ντοκυμαντέρ δεκατριών λεπτών, που ήταν video clip, δεν είχε ομιλία. Είχε διάφορες μουσικές ωραίες, τις οποίες γράψαμε εμείς. Άκουσε την μουσική μας, μάς έδειξε το φιλμάκι και μας λέει, «Θα μού γράψετε την μουσική». Γράψαμε, λοιπόν, την μουσική, πήγα στην Σαντορίνη έναν μήνα σε σκηνή μαζί τους και αλητεύαμε τα βράδια. Λιώναμε στην παραλία με φωτιές, κιθάρες, κόκκινο κρασί, την ημέρα ξυπνάγαμε πρωί πρωί, δηλαδή όταν ο ήλιος έκανε την σκηνή φούρνο και δεν μπορούσες να είσαι μέσα, πέθαινες, και πηγαίναμε κάναμε κανά γύρισμα. Πήγε στη Θεσσαλονίκη, στο φεστιβάλ η ταινία και πήρε δύο βραβεία. Ενθουσιάζομαι εγώ με το σινεμά, γιατί γούσταρα φιλμ και σλάιντς, ο πατέρας μου, εξάλλου, ήταν ερασιτέχνης φωτογράφος και τράβαγε φιλμς. Τρελάθηκα με την Θεσσαλονίκη, και γούσταρα την όλη φάση. Την επόμενη χρονιά, ανεβαίνω πάλι με τον Αρβανίτη, είχε μία άλλη ταινία και με πήρε μαζί του, και εκεί γνώρισα τον Νίκο Ζερβό! Ο Ζερβός μού λέει, «Σε ξέρω από την μπάντα σου, γουστάρω». Μάλιστα, μού τον γνώρισε ο Δημήτρης Πουλικάκος με τον Τζίμη Πανούση τον Ζερβό. Γνώρισα τον Ζερβό και άλλαξε η ζωή μου με το σινεμά, από τύχη - και από ένα βίτσιο, που έχω: δεν μού αρέσει ποτέ να πηγαίνω από τον ίδιο δρόμο. Δηλαδή άμα πάω κάτω στο σπίτι μου από εδώ, πρέπει να γυρίσω από εκεί, διότι δεν θέλω να επαναλάβω … Φεύγω και ήταν να πάρω ένα σάντουιτς, κάνω μία βόλτα του τετραγώνου, έρχομαι από την άλλη μεριά και πέφτω πάνω στον Ζερβό και τα παιδιά, εδώ στο φανάρι, περιμένανε να περάσουν απέναντι. Λέω στον Ζερβό «ΟΚ», ερχόμαστε Αθήνα, και συμμετέχω στην ταινία «Σουβλίστε τους», στο γύρισμα που έγινε στο τέλος της ταινίας, στο Σύνταγμα, είμαστε με τον Πουλικάκο, κάνουμε τους σκύλους και πηδάμε ο ένας πάνω στον άλλον και τέτοια, τελείως αναρχοταινία, και γουστάρω το σινεμά. Την επόμενη χρονιά κάνει ο Ζερβός τον «Δράκουλα των Εξαρχείων», έχω βασικό ρόλο εκεί με τον συγχωρεμένο τον Νίκο Τζούμα και τον συγχωρεμένο τον Πανούση – τελικά ζει κανείς, ρε πούστη μου, απ’ όλους αυτούς;! Πολύ μόνος νιώθω, χαχα! Και το σινεμά μπήκε. Κάνει ο Αρβανίτης μετά μία σειρά, το «Μπελάδες για Δύο», για την ΕΡΤ2, παίζω σε αυτό, παίζω σε κάτι άλλες σειρές. Κάνει ο Ζερβός κάτι σειρές, ταινίες, έπαιξα σε μία ταινία του Γιώργου Λαζαρίδη. Γίνομαι φίλος με τον Νίκο Νικολαΐδη (σ.σ.: διάσημος Έλληνας σκηνοθέτης), και το έχω καημό, δεν έπαιξα σε καμία ταινία του, αν και το ήθελα, αλλά ήμασταν πολύ καλοί φίλοι και για μένα ήταν πιο σοβαρό να με έχει και να με θεωρεί φίλο του ο Νικολαΐδης και δευτερεύον να παίξω σε ταινία του. Το σινεμά και η τηλεόραση μείνανε. Μπήκα στα βαθειά, μπήκα στο σινεμά κατευθείαν. Έχω παίξει σε δεκαπέντε ταινίες μεγάλου μήκους, σε διάφορα επίπεδα συμμετοχών, σε καμιά τριανταριά τηλεταινίες, σε σειρές πολλές, σε ταινίες δοκιμαστικές που έκαναν τα παιδιά στην Σχολή Σταυράκου και σε άλλες σχολές, για να πάρουν το πτυχίο. Με ζητάγαν, για να κάνω φιλική συμμετοχή. Φυσικά, δεν έπαιρνα λεφτά από εκεί, αλλά πήγαινα να τους βοηθήσω. Θεωρούσαν ότι έχοντας κάποιον επώνυμο, ήταν καλύτερα, κι εγώ το γούσταρα. Γουστάρω την φάση, είμαι της παρέας. Εμένα μού αρέσουν οι ταινίες και οι σειρές, γιατί η όλη φάση ήταν παρεΐστικη, ό,τι γινόταν στα παρασκήνια ήταν το ωραίο. Και είχα την τύχη να παίξω με τον Θανάση Βέγγο, να παίξω με την Άννα Μαντζουράνη, την Ρίκα Διαλυνά, τον Σταύρο Παράβα, τον Ντίνο Ηλιόπουλο, και πολλούς ακόμα.

 

Εγώ σε γνώρισα με τα «Κουφώματα».         

Η σειρά αυτή ήταν για μένα η πιο ανατρεπτική, η πιο «κουφή» στην Ελλάδα, από άποψης χιούμορ. Δυστυχώς, πέσαμε σε μια άσχημη εποχή, που η τηλεόραση ήταν κρατικά ελεγχόμενη, δεν υπήρχαν ιδιωτικά κανάλια. Καταφέραμε με τα χίλια ζόρια να πάρουμε την έγκριση από την ΕΡΤ, και κάναμε μόνο οκτώ επεισόδια και δύο επετειακά. Μας έθαβαν συστηματικά, βρίζανε όλοι, λέγανε «τι είναι αυτό, τι είναι αυτό;!». Ο κόσμος το λάτρευε, οι κριτικοί και το σύστημα ήταν εναντίον. Τώρα έχουν παραδεχθεί όλοι ότι ήταν μία πολύ cult εκπομπή, έχουν περάσει 34 χρόνια και ακόμα τη θυμούνται. Μού λένε άτομα, που δεν είχαν γεννηθεί ακόμη, τι ωραίες εκπομπές κάναμε τότε. Μετά ο Γιάννης Ζουγανέλης θεώρησε, δικαίωμά του, ότι ήταν καλό να το κάνει μόνος του, οπότε μας έβγαλε όλους απ’ έξω και έκανε στο Mega Channel το «Απίστευτα και όμως Ελληνικά», το οποίο, εντάξει, στη συνέχεια δεν είχε την αίγλη των «Κουφωμάτων». Στα «Κουφώματα», τα μικρά και τα σύντομα σκετσάκια, τα περισσότερα, ήταν δικά μου, ο Γιάννης έγραφε άλλα πράγματα, μακρυνάρια.

 

Αν σού έλεγαν να διαλέξεις «μουσικός ή ηθοποιός», τι θα διάλεγες;

Και τα δύο! Μουσικός, όμως, περισσότερο, η μουσική είναι αυτό, που με εκφράζει. Στην μουσική παίζω αυτά που θέλω, ως ηθοποιός, πρέπει να πάω βάσει σεναρίου, πρέπει να μου αρέσει, πρέπει να με εκφράζει … και δεν έχει και χρήματα, δεν μπορείς να βιοποριστείς με το σινεμά. Στο σινεμά πάς για τη δόξα. Τη δόξα την έχουμε, πρέπει να βάλω και κάτι στο στόμα, πρέπει να πληρώσω κανά λογαριασμό. Όχι ότι η rock μουσική στην Ελλάδα βγάζει, είμαστε λίγο … στο στρίμωγμα, αλλά αυτό διαλέξαμε και με αυτό πορευόμαστε.

 

Σαν ηθοποιός έχεις ερμηνεύσει ποτέ δραματικούς ρόλους;               

Όχι, και θα ήθελα να κάνω κάτι κόντρα, αλλά κανείς δεν με πήρε. Είναι καημός μου, ήθελα πραγματικά να παίξω κάτι άλλο, διότι έχω πολλά μέσα μου και πιστεύω θα μπορούσα να παίξω έναν άλλο ρόλο κόντρα σε αυτό, που δείχνω στον κόσμο και είμαι. Γιατί την ουσία είμαι ένας δραματικός άνθρωπος, που κρύβεται πίσω από ένα χαμόγελο (σ.σ.: κάνει ότι κλαίει), χαχα!

 

Το χιούμορ σου ήταν απίστευτο, π.χ. στα «Κουφώματα»!

Το διατηρώ και σήμερα αυτό το χιούμορ!

 

Πιστεύεις ότι το χιούμορ είναι απαραίτητο στη ζωή ενός ανθρώπου;

Ναι, θεωρώ ότι είναι απόλυτο συστατικό. Ζεις με το χιούμορ, είσαι καλύτερα με το χιούμορ, μπορείς να πεις τις πιο χοντρές αλήθειες με το χιούμορ. Μπορείς να προσβάλεις κάποιον άσχημα, να γελάς και να σού πει «ωραίο ήταν αυτό»! Θα σού πω ένα παράδειγμα. Είχαμε μία καταπληκτική αντιδήμαρχο στην Αγία Παρασκευή, η οποία ήταν λίγο ζουμερούλα, μη σου πω πολύ ζουμερούλα, ήταν περίπου 55 χρονών τότε και μας είχε κάνει μία συναυλία στο στρατόπεδο επάνω. Τελειώνει η συναυλία, βγαίνουμε, ήμασταν με τον Δήμαρχο … αυτή ήταν ωραία στα νιάτα της, αλλά ήταν καμιά 20-25αριά κιλά παραπάνω και είχε αρχίσει να χαλάει. Την παίρνω αγκαλιά, της λέω «Αλεξάνδρα μου, ευχαριστώ για όλα, σου ομολογώ ότι αν ήσουν 25 κιλά νεότερη, θα σε παντρευόμουν!» και μιλάμε πέσαν όλοι κάτω, γιατί την είπα και γριά και χοντρή, με χαμόγελο και χιούμορ! Μού λέει ο Δήμαρχος, «Ρε πούστη μου, τι ήταν αυτό που είπες! Τι θεϊκό ήταν αυτό!;», χαχα!

 

Απίστευτο! Πριν πάμε στους The Cadillacs, θα ήθελα να μου πεις, διοργάνωνες συναυλίες;

Δεν διοργάνωνα εγώ συναυλίες, εγώ ήμουν τεχνικός διευθυντής παραγωγής, ήμουν σε κάθε εταιρεία από αυτές το νούμερο δύο. Νούμερο ένα ήταν ο διευθυντής, ο ιδιοκτήτης, ο οποίος έκανε τα οικονομικά, έκανε τις συμφωνίες τις οικονομικές και πρακτικές. Εγώ αναλάμβανα όλο το τεχνικό κομμάτι. Πού θα στηθεί το πάλκο, τι χρειάζονται από μηχανήματα, αν τα έχουμε εδώ ή αν πρέπει να τα φέρουν, από παροχές ρεύματος, καμαρίνια, ξενοδοχεία, μεταφορικά, πώς θα περάσουν το τελωνείο τα πράγματα. Μίλαγα με τους τεχνικούς έξω, στέλναμε telex … Μετά από μερικά χρόνια, βγήκε το fax, που ήταν το μηχάνημα το wow! Eίχαμε telex, έγραφες σε μια γραφομηχανή και έβγαινε μία κορδέλα με συνθηματικές τρύπες επάνω, αυτή έδινε το σήμα τηλεφωνικά με παλμούς, κατέληγε σε ένα άλλο telex και έβγαινε το κείμενο.  Με κάρβουνο, τελείως! Όμως, αυτό το κομμάτι που είχα, ως τεχνικός διευθυντής παραγωγής πήγε πιο πέρα, διότι τα αγγλικά είναι η μητρική μου γλώσσα και αυτή, και επειδή είμαι και μουσικός και τεχνικός, ηλεκτρονικός, πήγαινα έπαιρνα τα group από το αεροδρόμιο, μίλαγα με τους τεχνικούς τους, κάναμε τα sound check, τα καμαρίνια. Μετά, με τους καλλιτέχνες βγαίναμε το βράδυ, πηγαίναμε για φαγητό στην Πλάκα. Έχω αλητέψει σε μπαράκια με τον Rory Gallagher, έχω πάει εκδρομή με τον Ian Gillan, με τους Wishbone Ash, με τον Lemmy γυρνάγαμε τα μπαράκια, με τον Peter Hammill τρώγαμε στην Πλάκα και συζητάγαμε για φιλολογικά θέματα για ώρες ολόκληρες … Με τον John McLaughlin τα πίναμε σε ένα μαγαζί επάνω στη Θεσσαλονίκη μετά την συναυλία στο Θέατρο Δάσους. Οι άλλοι δεν ήξεραν καλά αγγλικά, έτσι, ό,τι θέμα κι αν υπήρχε πέρναγε από εμένα. Και με γουστάρανε, γιατί ήμουν και μουσικός, τους έλεγα τι δουλειές έκανα στην Ελλάδα και πώς κινούμαι, και ένιωθαν ότι είμαι δικός τους. Καταλάβαιναν δηλαδή ότι ήξερα τι μου λέγανε. (Συμμετείχα) στην παραγωγή του live των Iron Maiden, που έγινε στο γήπεδο της ΑΕΚ, είχαμε 800 KW φώτα, 160 ηχεία, οκτώ νταλίκες, πήγα στην Βουδαπέστη να δω την συναυλία και τους πήρα και συνέντευξη, και από αυτούς και από τους τεχνικούς, για να ξέρω τι με περιμένει. Την συνέντευξη την είχα δώσει στον Γιάννη Κουτουβό, τον συγχωρεμένο, και την έβγαλε στον Αθήνα 98,4 FM. Ήταν ωραία χρόνια, δύσκολα όμως … Η τελευταία παραγωγή που έκανα ήταν η Διεθνής Αμνηστία, που έγινε στο Ολυμπιακό Στάδιο, με Bruce Springsteen, Sting, Peter Gabriel, Youssou N'Dour, Tracy Chapman και … Γιώργο Νταλάρα! Άσχετο! Η μύγα μες στο γάλα!

 

Μετά σταμάτησες να ασχολείσαι με τις συναυλίες;

Ναι, σταμάτησα, να σου πω γιατί … γιατί πέθαναν δύο διευθυντές παραγωγής επάνω στην πίεση της δουλειάς και λέω δεν θέλω να είμαι ο τρίτος και την έκανα. Eίχε τρομερή πίεση η δουλειά, τρομερή, όσα λεφτά και αν σού δίνανε, δεν άξιζε τον κόπο. Ήταν χάλια.

 

Κατάλαβα.

Ήθελα να ασχοληθώ πολύ με τα δικά μου, μού έτρωγε χρόνο. Μετά ανέβηκα. Μέσα από τη διεύθυνση παραγωγής προέκυψαν οι The Cadillacs. Δύο ημέρες πριν την συναυλία του Chuck Berry στον Λυκαβηττό, διάβασα στο χαρτί που μού είχε δώσει ο Νίκος Σαχπασίδης, ο συγχωρεμένος, από την Half Note Productions, ότι ο Chuck Berry θα έπαιζε μόνο μία ώρα. Ο Σαχπασίδης ήταν λίγο κρυψίνους και δεν μού έδινε όλο το συμβόλαιο, γιατί είχε μέσα τους όρους τους καλλιτεχνικούς και τα χρήματα. Εντάξει, δικαίωμά του, δεν με ενδιέφερε κιόλας. Αλλά του ξέφυγε αυτό. Του λέω, «Ρε παπάρα, τι θα κάνεις εδώ; Μία ώρα; Θα σε δείρουν!», και απαντάει, «Να βρούμε κάποιον να ανοίξει!». Και του λέω, «Είσαι τυχερός ρε παλιομαλάκα, ξέρω ένα rock n’ roll group από την Αγία Παρασκευή, το οποίο θα παίξει μερικά κομμάτια, για να ανοίξει!». «Είναι καλοί;» με ρωτάει και του απαντώ, «Είναι μια χαρά, αλλά και να μην ήταν, δεν έχεις επιλογή τώρα», χαχα! Group δεν υπήρχε, η συναυλία ήταν την Δευτέρα, Σάββατο έμαθα αυτό! Μαζεύω τρεις μουσικούς, τον Χρήστο Ταμπουρατζή, τον Χρύσανθο Κορμπάκη και τον επίσης συγχωρεμένο Χρήστο Βατσέρη από την Θεσσαλονίκη, που είχε τη δισκογραφική εταιρεία CVR και τα ηχητικά, και κάναμε την μπάντα. Βγάλαμε επτά τραγούδια, τα έβγαλα από μνήμης. Παίξαμε και ανοίξαμε στον Λυκαβηττό και αρέσαμε, ενώ ο Chuck Berry έπαιξε χάλια, η συγκυρία ήταν τέτοια, και η μπάντα καθιερώθηκε από τότε! Υπάρχει και φέτος, κλείσαμε 35 χρόνια συνεχούς παρουσίας, με διασκευές rock n’ roll.

 

Δεν έχετε δικά τους τραγούδια;

Όχι, μόνο διασκευές, δεν έχουμε δικά μας.

 

Γιατί όχι και δικά σας;

Δεν έτυχε. Να γράψω το “Johnny B. Goode” με άλλο στίχο; Αφού όλα ίδια είναι. Εύκολο είναι.

 

Σας είχα δει live σε ένα μικρό μαγαζί στην Αθήνα, στην Ιπποκράτους, κοντά στο Texas, το ροκάδικο. Μού αρέσατε πολύ!

Έχουμε παίξει σε άπειρα μαγαζιά. Αν μου πεις να κάνω μία λίστα, θα ξεχάσω τα μισά. Με τον Λουκιανό Κηλαηδόνη είχαμε μία συνεργασία επίσης, έναν χρόνο μετά, στο Texas, που είχε ανοίξει τότε, στην Δορυλαίου, έπαιζε με την μπάντα του και εμείς ανοίγαμε. Ήταν ωραία, ήταν μία καλή συνεργασία. Με τον Λουκιανό είχα συνεργασία και παλιότερα, ήμουν ηχολήπτης του το 1984-1985, κάναμε περιοδεία σε όλη την Ελλάδα. Και μετά, το 1988 παίζαμε με τους The Cadillacs μαζί του, είχαμε κάνει κάποια κλιπάκια, τον γνώρισα στον Αρβανίτη …  Κάναμε καλή παρέα με τον Λουκιανό. Ήταν κοινή η αγάπη μας για τα αμερικάνικα αυτοκίνητα, το rock n’ roll και ειδικά για την country μουσική. Έχουμε κάνει και video clips μαζί με τον Λουκιανό, το “Hello Mary Lou” και το “Great Balls of Fire”, στα οποία τραγουδάει κι αυτός και παίζει με τους The Cadillacs, είναι μία ωραία συνεργασία.

 

Έχεις δηλώσει ότι η μουσική διακρίνεται σε καλή και κακή. Ας πούμε ότι ένας συνθέτης, που γράφει σκυλάδικα ή λαϊκό-pop τραγούδια, δηλώσει ότι τα σκυλάδικα, το λαϊκο-pop του αρέσουν και τον εκφράζουν, εσύ θα επέμενες ότι η μουσική αυτή είναι κακή;

Κοίτα, αν του αρέσει, είναι δικαίωμά να του αρέσει! … Σε μερικούς αρέσει ο Τσίπρας, τι να κάνουμε δηλαδή! Υπάρχουν μαζοχιστές! Αλλά θέλω να πω ότι … δεν είναι τι αρέσει σε αυτόν. Όταν λέω καλή και κακή μουσική, καλή μουσική είναι αυτή, που έχει να σού πει κάτι, που σου μένει το κομμάτι, που η μελωδική γραμμή είναι κάτι, το οποίο ξεχωρίζει και αν παίξει μετά από δέκα χρόνια κάπου, με το που θα μπει, θα πεις «αυτό είναι!». Που ο στίχος έχει να πει μία ιστορία. Όλα αυτά τα στοιχεία, που συνθέτουν ένα καλό τραγούδι, είναι αυτά τα στοιχεία, που δεν υπάρχουν στα τραγούδια, που βγαίνουν στην Ελλάδα εδώ και 30 χρόνια. Υπάρχει μία βιομηχανία φασόν από μαλακίες, από σκουπίδια, που είναι «σού έκανα, μού έκανες, μ’ άφησες, μού την έκανες, θα σου κάνω, θα σου δείξω, αντεεεε!!!». Δεν λέει μία ιστορία, δεν σου βγάζει μία εικόνα, λέει «θα με θυμηθείς, θα το μετανιώσεις» … Άμα πάρουμε δέκα από αυτά τα τραγούδια όλων αυτων των διάττοντων αστέρων, οι οποίοι βγαίνουν από τα reality, που δεν τους ξέρει ούτε η μάνα τους και του χρόνου δεν υπάρχουν, και τα μοντάρουμε όλα μαζί, θα νομίζεις ότι είναι ένα! Όλοι τραγουδάνε στο peak της φωνής τους (σ.σ.: μιμείται μια πολύ ψιλή, υστερική φωνή), ουρλιάζουν, δεν έχουν να πουν τίποτα και είναι τραγούδια που για μένα είναι … τα σκουπίδα είναι χρήσιμα, γιατί μπορείς να τα ανακυκλώσεις, ενώ με τα τραγούδια αυτά δεν μπορείς να κάνεις τίποτα! Τραγούδι είναι άλλο πράγμα, είναι του Πουλόπουλου το «Ξημερώνει Κυριακή» ή το «Άγαλμα», αυτά είναι τραγούδια, που ο στίχος σού λέει κάτι και σε βάζει σε μία εικόνα. Λαϊκά τραγούδια είναι ας πούμε ο «Τρελός» του Σταμάτη Κόκκοτα, μπορώ να σου φέρω χιλιάδες άλλα παραδείγματα, της Βίκυς Μοσχολιού τα «Δειλινά», αυτά είναι λαϊκά τραγούδια, που έχουν μείνει και και γι’ αυτό είναι διαχρονικά και τα ξέρουν όλοι. Τα τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη, ας πούμε η «Δραπετσώνα» είναι ένα τραγούδι, που εκφράζει μία ολόκληρη κατηγορία φτωχών ανθρώπων, βιοπαλαιστών, οι οποίοι έχουν παλέψει … κι όμως, είναι ακόμη άνθρωποι φιλόξενοι, που σού ανοίγουν το σπίτι τους και σού δίνουν από το λίγο, που έχουν στο τραπέζι τους … Δεν υπάρχουν πλέον τέτοια τραγούδια, δεν βγαίνουν, εδώ και 30 χρόνια βγαίνουν μπούρδες. Και μια μεγάλη παρεξηγημένη έννοια είναι το έντεχνο. Τι πάει να πει έντεχνο; Υπάρχει και άτεχνο; Εγώ είμαι άτεχνος; Το έντεχνο σαφώς έχει μία ποιότητα ανώτερη από αυτά που βγαίνουν, αλλά πολλά από αυτά έχουν έναν ακατάληπτο στίχο, αντικαθιστούν το μπουζούκι με ούτι, και το λένε έντεχνο. Και μέσα εκεί έχει παρεισφρύσει μία ομάδα ανθρώπων, που το εκμεταλλεύονται, για να πουλήσουν, για να βγάλουν συναυλίες, με κάτι ακαταλαβίστικο. Κι αυτό έχει μέσα κατώτερης ποιότητας κομμάτια. Σαφώς είναι πολύ καλύτερο από τα mainstream σκουπίδια, αλλά θα σου θυμίσω κάτι … όταν η Μαρίζα Κωχ τραγουδούσε Καββαδία και το «Φάτα Μοργκάνα», δεν είχε εφευρεθεί ακόμη η λέξη έντεχνο, δεν υπήρχε η λέξη έντεχνο. Κι όμως, η Μαρίζα Κωχ και ο Διονύσης Σαββόπουλος τότε – διότι μετά το «πήδηξε» – ήταν από τους πρώτους που έκαναν έντεχνο.

 

Σήμερα είναι πολύ της μόδας το λεγόμενο trap. Ποια είναι η γνώμη σου γι’ αυτό;

Κοίταξε να δεις, επειδή ο χρόνος μου είναι πολύτιμος και επειδή είμαι στο τέλος της ζωής μου, δεν μολύνω τα αυτιά μου με τέτοια πράγματα! Δεν έχει να μού πει τίποτα. Μπορεί να πει κάτι σε άλλους, δεν το κατακρίνω, κάποιοι βρίσκουν κάποιες αναφορές εκεί. Εγώ δεν βρίσκω, δεν μού λέει κάτι. Δεν το ξέρω το είδος, οπότε δεν μπορώ να το σχολιάσω παραπέρα. Δεν με αφορά.

 

Ελληνικό rock; Τι είναι αυτό, υπάρχει;

 Υπάρχει, πώς δεν υπάρχει;

 

Τι είναι για σένα ελληνικό rock; Πώς το καταλαβαίνεις;

Επειδή εγώ δεν τραγουδάω ελληνικά και επειδή μεγάλωσα με αγγλόφωνη μουσική, δεν με άγγιξε πάρα πολύ, αλλά στην Ελλάδα είμαστε, δεν είναι υποχρεωμένος ο καθένας να ξέρει αγγλικά, και εκφραζόμαστε ελληνικά, οπότε σαφώς έχει τη θέση του. Έχουν καταγραφεί πολλά αξιόλογα συγκροτήματα, και οι Σπυριδούλα με τον Παύλο, και οι Τρύπες και τα Ξύλινα Σπαθιά και τα Υπόγεια Ρεύματα και οι Magic De Spell και πολλοί ακόμη, αξιολογότατοι, διαχρονικοί, έχουν τη θέση τους. Σε μία χώρα υπάρχει θέση για ο,τιδήποτε καλό, πάντα υπάρχει κάποιος που να τον εκφράζει, όλοι χωράνε.

 

Υπάρχουν πολλά ελληνικά metal συγκροτήματα, που έχουν επιτυχία και στο εξωτερικό και περιοδεύουν παγκοσμίως.

Το γνωρίζω, αλλά δεν τα ξέρω προσωπικά. Είναι λογικό να έχουν επιτυχία στο εξωτερικό, διότι υπάρχει μεγάλο κοινό έξω, εδώ δεν υπάρχει τόσο μεγάλο κοινό και δεν υπάρχουν και σκηνές πολλές, για να μπορούν να παίξουν. Επομένως, καλά κάνανε και απευθύνθηκαν έξω, εγώ χαίρομαι για κάθε ελληνικό group ή καλλιτέχνη, που μπορεί να κάνει καριέρα στο εξωτερικό και θλίβομαι για την ξεφτίλα του ελληνικού συστήματος των media, που δεν τιμάει τους  Έλληνες καλλιτέχνες, ειδικά τους παλιότερους και ειδικά αυτούς που έχουν κάνει καριέρα έξω, όπως τους Aphrodite’s Child, τον Ντέμη Ρούσο, τον Βαγγέλη Παπαθανασίου. Περάσανε στα ψιλά γράμματα αυτοί, δυστυχώς. Και οι Socrates, που ήταν το καλύτερο ελληνικό συγκρότημα και αυτό πέρασε στα ψιλά. Επιπλέουν οι φελλοί και τα σκατά, όπως συνήθως… τηλεόραση δεν μπορώ να δω, οι ελληνικές σειρές είναι τραγικές, ο τρόπος που μιλάνε, οι διάλογοι, είναι γελοίος. «Γιώργο, να σου πω, δεν ήταν σωστό αυτό, που έκανες!», «Γιατί το λες, Ευτέρπη;!», δηλαδή ρε πούστηδες, έτσι μιλάνε στην κανονική ζωή;! Τα ακούω και θλίβομαι! Οι παλιές ελληνικές ταινίες ήταν κλάσεις ανώτερες, είναι κλασικές!

 

Γιατί υπάρχει όλη αυτή η παρακμή και στην μουσική και στην τηλεόραση, κατά την γνώμη σου;

Γιατί υπάρχει η κλικοποίηση, το κολλητιλίκι. Οι μετριότητες υπάρχουν και οι μετριότητες έχουν πολύ μεγάλες και μακριές γλώσσες, γλύφουν καλύτερα. Ένας, που είναι καλός, δεν έχει λόγο να μπει μέσα σε αυτό το πράγμα, κανένα λόγο δεν έχει. Και τα realities και οι φωνές και οι παρουσιαστές είναι … Έχω κάνει έξω, πολλά χρόνια, έχω δουλέψει με κορυφαίους ξένους καλλιτέχνες, έχω δουλέψει με τα μεγαλύτερα ονόματα του κόσμου. Τι να μού πούνε τώρα;! Όταν έρχεται ο John McLaughlin και μού λέει εμένα, που είχα αγχωθεί λίγο με τον ήχο του στο live, «Johnny, εγώ βγάζω τη μουσική, και εσύ είσαι μουσικός και την παράγεις και την περνάς στον κόσμο». Τι να μου πει τώρα ο Έλληνας καλλιτέχνης; «Δεν μού αρέσει αυτό, νιανιανιανια!». Είναι το κόμπλεξ της ανεπάρκειας, που έχουν το υφάκι κι αυτά, διότι εκτίθενται μετά, είναι γυμνοί. Ο βασιλιάς είναι γυμνός, όταν δεν μπορεί να ανταπεξέλθει στο όνομά του, οπότε κρύβονται πίσω από την κουρτίνα του δήθεν, του βίτσιου, του παράξενου, του περίεργου, του εκκεντρικού. Δεν έχουν να δώσουν κάτι, αναμασήματα είναι τα περισσότερα, δυστυχώς, που κάνουν … Πες μου κάτι καλό, που έχει γίνει τα τελευταία 20-30 χρόνια, κάτι πολύ καλό. Να με ρωτήσεις κάποια σειρά, δεν μπορώ να σου πώ καμία, που να είναι καλή, ελάχιστες ...

 

Johnny, έχεις κάνει παραγωγή σε δίσκους;

Ναι, έχω κάνει παραγωγές σε δίσκους. Η πιο σοβαρή παραγωγή σε δίσκο, που έχω κάνει, και μού βάλανε και το όνομα λάθος, είναι στον δίσκο “Armageddon” (1982) των P.L.J Band, όπου έχω κάνει την ηχοληψία και την παραγωγή. Οι P.L.J Band είναι οι μετέπειτα Τερμίτες.

 

Πρόκειται για έναν αριστουργηματικό progressive rock δίσκο, που είναι και πολύ σπάνιος!

Ναι, είναι σπάνιος, είναι ένας cult δίσκος, ο οποίος είχε ψηφιστεί ένας από τους δέκα καλύτερους ψυχεδελικούς δίσκους στην Ευρώπη, σε κάποιο σοβαρό μέσο.

 

Πώς και δεν συνέχισες να κάνεις κι άλλες παραγωγές;

Για να κάνεις κι άλλες παραγωγές, πρέπει να έχεις και τους ανάλογους μουσικούς και τα συγκροτήματα. Ενώ είχα studio, δεν έβρισκα ποτέ κάτι, που να είναι αυτό που να θέλω να κάνω. Εγώ είμαι δημιουργικός, στο studio είμαι πιο καλός παραγωγός απ’ ό,τι ηχολήπτης, και είμαι πολύ πιο καλός παραγωγός παρά μουσικός. Γιατί, όταν διακρίνω ένα καλό ταλέντο, εγώ μπορώ να το κατευθύνω, να του «δείξω» την πορεία του και να βγάλω απ’ αυτό, αυτό που πρέπει, να στήσω μία παραγωγή, η οποία να έχει να σου πει κάτι. Με τους P.L.J Band η παραγωγή ήταν δύσκολη, διότι είχαμε ένα υποτυπώδες studio οκτακάναλο με ελάχιστα μηχανήματα, αλλά είχαμε πολλή φαντασία και όρεξη για δουλειά, και για αυτά που είχαμε, η παραγωγή είναι super. Τον δίσκο αυτόν τον πήρε Polygram τότε, τον πήγαν για demo, αλλά η εταιρεία είπε «Τι demo; Αυτό είναι έτοιμο, αυτό θα βγάλουμε»! Όπως έκανα και τον πρώτο δισκο των Apocalypsis σε demo, αλλά δεν με πήραν μετά οι Apocalypsis, πήραν τον Ηλία Μπενέτο και το κάνανε με την Minos (σ.σ.: το 1980), εγώ ήμουν στην απ’ έξω. Μου εξομολογήθηκε μετά ο Ντεριλής ότι το demo είχε καλύτερο ήχο και ύφος απ’ ό,τι ο δίσκος. Λέω «Ναι, αυτό είναι να το μαθαίνετε εσείς, όχι εγώ, εγώ έκανα αυτό που έπρεπε».

 

Ο κορωνοϊός, η πανδημία, τα lockdown πώς επέδρασαν πάνω σου;

Είμαι απόλυτα προσαρμοστικό όν και μπορώ να δέχομαι καταστάσεις, να τις εκμεταλλεύομαι αυτές τις καταστάσεις και να κάνω ό,τι καλύτερο μπορώ. Και να επιβιώνω μέσα από τις καταστάσεις. Θα σε πάω πίσω … γιατί ήμουν ο καλύτερος διευθυντής παραγωγής στον χώρο τότε; Ήμουν, επειδή δεν υπήρχε η λέξη «όχι». Είχαμε χιλιάδες προβλήματα και έπρεπε να βρούμε λύσεις. Θα σου δώσω ένα παράδειγμα: όταν κάναμε την παραγωγή του Peter Gabriel στον Λυκαβηττό, ήταν πολύ μικρός ο χώρος για αυτό, που κάναμε. Έφερνα μέσα γερανούς και είχαμε την πρώτη κρεμαστή μικροφωνική. Δεν υπήρχε, έφερνα μέσα γερανούς, αυτοκίνητα, έβλεπες τον Peter Gabriel και είχε δύο φορτηγά αριστερά και δεξιά και κρεμόταν η μικροφωνική. Δεν πέρναγαν από την πίσω πόρτα οι τροχοβίλες … έφερα οξυγόνο, έκοψα τις πόρτες, περάσανε οι τροχοβίλες και  ξανακολλήσαμε τις πόρτες, έτσι βγήκαν πάλι οι τροχοβίλες! Χάλασε ο ένας γερανός και κατέβαινε η μικροφωνική, δεν κράταγε το τύμπανο με το συρματόσκοινο, το έλυσα εγώ, δεν μπορούσαν να το λύσουν οι τεχνικοί τους και έλυσα εγώ το πρόβλημα, γιατί έπρεπε να ξυλωθεί όλο το τράβελινγκ. Ψάχναμε απλά πράγματα, θέλαμε φωτογραφικές μπαταρίες Δευτέρα απόγευμα, ήταν όλα κλειστά, βρήκα! Τους είπα θα πάτε στα περίπτερα στο Σύνταγμα, που είναι οι τουρίστες, τότε οι φωτογραφικές μηχανές θέλανε μπαταρίες! Βρήκα τις λύσεις! Με τους Iron Maiden, δεν πέρναγαν τα φορτηγά, έκοψα το σίδερο από πάνω με το σιδεροπρίονο, με το χέρι, για να περάσουν τα φορτηγά και να μπούνε μέσα, στις 6 η ώρα το πρωί, για να προλάβουν την παραγωγή! Κάναμε τέτοια πράγματα τρελά! Νοίκιασα φορτηγό, ίδιo με τα οκτώ του Peter Gabriel για τον Λυκαβηττό, ίδια νταλίκα με ίδιο συρόμενο, και τη φόρτωσα και την έβαλα να ανέβει στον Λυκαβηττό, για να δω αν ανεβαίνει, και είχα συνεργείο μαζί, κόψαμε κάτι κλαδιά από τα δέντρα, για να μπορέσουνε να στρίψουνε, και σε περίπτωση που ο κινητήρας κάποιας νταλίκας από αυτές ήταν πιο ψόφιος και δεν μπορούσε να ανέβει ή κάτι, είχα ένα μικρό φορτηγό stand by, για να γίνει μεταφόρτωση. Λοιπόν, με τον κορωνοϊό, που λες, δεν είχα τέτοια θέματα, γιατί το έλυσα αυτό! ΟΚ, έκανα πιο πολλές δουλειές στο σπίτι. Ήθελα ας πούμε να φτιάξω ένα ράφι και δεν έβρισκα γωνιές και ήταν κλειστά τα μαγαζιά, έφτιαξα δικές μου γωνιές. Βρήκα άλλο τρόπο να στηρίξω τα ράφια, δεν έβρισκα ούπα, κάρφωσα στον τοίχο ας πούμε τακάκια ξύλου και βίδωσα σε αυτά. Πρέπει να «το βάζεις» να δουλεύει. Δεν πρέπει να σε παίρνει από κάτω. Πήρα την σκυλίτσα μου την Λάρα δύο – τρεις εβδομάδες πριν τον κορωνοϊό, ήταν το παρεάκι μου, και επειδή είχα το σκυλί, μπορούσα να βγαίνω κιόλας. Κάναμε περισσότερες συναντήσεις στο σπίτι, με προσοχή, τα εμβόλια τα έκανα, γιατί δεν είμαι από τους ηλίθιους, που αμφισβητούν την επιστήμη. Υπάρχει κι αυτό το κίνημα, «δεν κάνω εμβόλια»!  Μαλακίες! Θα σου πω κάτι, όταν ήμουν πιτσιρικάς εγώ, στο Δημοτικό, αυτό που έβλεπα και εδώ και στην Αμερική, είναι παιδάκια με σίδερα στα πόδια από πολιομυελίτιδα. Όταν, λοιπόν, βγήκε το εμβόλιο, που ήταν μία καραμέλα, που την μασάγαμε, δεν είδα κανείς να το αμφισβητήσει. Όταν έβλεπες τώρα αυτή την πίκρα γύρω σου και τον πόνο, δεν καταλαβαίνω τι έχουν πάθει τώρα και έχουν σαλτάρει! Θέλεις να μείνεις κουλός, κουτσός; Σε κάποιες χώρες επιστρέφει η πολιομυελίτιδα. Μαλάκα, ηλίθιοι είσαστε; Δεν παίρνουν το χάπι, λέει, για θρησκευτικούς λόγους! Βρε, μαλάκα! Μού έσκασε το λάστιχο, αλλά δεν πάω τώρα, για λόγους αρχής, να το τρυπήσω και να βάλω μπάλωμα, δεν κάνει! Δεν επιτρέπεται!! Δυστυχώς, κάποτε οι μαλάκες ήταν ανάμεσά μας, τώρα είμαστε εμείς ανάμεσά τους! Υπάρχει σε αυτή την χώρα πολύ μαλακία, περίεργη αντίληψη, υπάρχει παντελής έλλειψη κοινής λογικής. Αυτό με στεναχωρεί πάρα πολύ, γι’ αυτό αυτή η χώρα δεν θα πάει ποτέ μπροστά, πάμε ολοταχώς προς τα πίσω, σε όλα τα επίπεδα - μην πιάσω τους πολιτικούς τώρα. Δεν ανήκω σε καμία παράταξη από πολύ μικρός. Δεν μπήκα ποτέ σε αυτό το παιχνίδι Ολυμπιακός-Παναθηναϊκός, είμαι ενάντια στη βία, πιστεύω ότι όλα λύνονται με ειλικρινή διάλογο, και να κάτσεις να ακούς τον άλλον, όχι να του επιβάλλεις τις απόψεις σου. Μην πιάσουμε τους φοιτητές τώρα και τα πανεπιστήμια, είναι ένα ατέλειωτο μπάχαλο. Θυμάμαι μια φορά παλιά είχα πάει να παίξω σε ένα φεστιβάλ μπύρας, που γινόταν στην Πειραιώς, πήγα σε ένα κτίριο εκεί, είχαν στήσει σκηνή, ωραία λεω, εγκαταλελειμμένο κτίριο, παλιό, ωραία κατάληψη, γουστάρω την φάση. Μέχρι που αντιλήφθηκα ότι είναι η Σχολή Καλών Τεχνών! Είναι Πανεπιστήμιο αυτό το πράγμα! Ήταν θλιβερό, είναι θλιβερά κι όλα αυτά που βλέπω, διότι έχουν χάσει το νόημα. Το νόημα είναι ότι οι φοιτητές πρέπει να πηγαίνουν κάπου να μαθαίνουν κάτι, όλα τα σχετικά με τις διεισδύσεις των κομμάτων στα Πανεπιστήμια μέσα δεν …, δεν μού πάει εμένα αυτό το πράγμα. Σόρρυ ρε παιδιά, μπορεί για κάποιους να είναι ένας τρόπος ζωής, για εμένα δεν …,  δεν μου ταιριάζει. Έχω σπουδάσει σε άλλα Πανεπιστήμια έξω, είχαμε την ελευθερία μας, αλλά δεν χρειάζεται να μουτζουρώσεις τον τοίχο, να βάλεις φωτιά, δεν χρειάζεται να δείρεις τον πρύτανη! Υπάρχουν άλλοι τρόποι.

 

Τώρα που λέμε για πολιτική και τα λοιπά, στίχους στους Vavoura Band έγραφες εσύ;

Ναι.

 

Μέσα από τους στίχους σου πέρναγες μηνύματα;

 Όσα μπορούσα. Στο “Dead End” βρίζω τις δισκογραφικές εταιρείες! Διότι ήταν αδιεξοδική η φάση, που προσπαθούσαμε να βγάλουμε τον δίσκο, και τον βγάλαμε ιδιωτικά.

 

Θα ήθελα να μου πεις τα πέντε αγαπημένα σου μουσικά album και τις πέντε αγαπημένες σου ταινίες!

Δύσκολο. Μου έρχονται πολλά παραπάνω από πέντε...  Για μένα σταθμός είναι το “Sgt. Pepper’s Lonely Hearts Club Band” (1967) των The Beatles, που άλλαξε τον τρόπο παραγωγής των δίσκων. Στην τύχη θα σου πω, γιατί είναι πάρα πολλά. Εκπληκτική δουλειά progressive είναι το “In The Court of the Crimson King” των King Crimson, είναι δισκάρα. Πιστεύω ένα σταθμός στην δισκογραφία πάλι ήταν το “The Dark Side of the Moon” των Pink Floyd, τρομερός δίσκος … Jimi Hendrix Experience το πρώτο (σ.σ.: “Are you Experienced”, 1967), για πλάκα! Είναι πολλά … Θα σού πω έναν δίσκο, που δεν θα το πιστέψεις ότι τον γουστάρω. Είναι το “Tea for the Tillerman“ (1970) του Cat Stevens! Είναι ένας δίσκος, που όλες του οι μπαλάντες είναι η μία καλύτερη από την άλλη, δεν πετάς τίποτα! Είναι σταθμός! Ξεκινάς από την αρχή μέχρι το τέλος και δεν πετάς τίποτα! Δυστυχώς, εδώ και πολλά χρόνια, τα συγκροτήματα βγάζουν ένα άλμπουμ, όπου υπάρχει το hit και το υπόλοιπο είναι μέτριο. Γιατί μου τρως τον χρόνο μου και πρέπει να το ακούσω; Ξέρεις, για εμάς που δεν έχουμε τόσο χρόνο, γιατί είμαι και DJ σε βινύλια, εδώ και δεκαπέντε χρόνια παίζω βινύλια σε μαγαζιά, μόνο βινύλια!

 

Δεν το γνώριζα αυτό.      

Βεβαίως, κουβαλάω τα πικάπ μου, τους δίσκους μου, έχω χιλιάδες δίσκους στη συλλογή μου.

 

Τι ακριβώς παίζεις;

Από 50s μέχρι 80s. Έχω διακόσιους-τριακόσιους δίσκους μαζί μου, κουβαλάω σαν γαϊδούρι και παίζω ανάλογα με το τι βλέπω στον κόσμο και τι γουστάρω κι εγώ. Κάνω μία μίξη των δύο, δηλαδή σε τι mood είμαι εγώ, τους βάζω στο mood το δικό μου ή αν δεν είναι σε αυτό το mood, μπαίνω εγώ στο δικό τους. Αλλά είναι πολύ χρονοβόρο να κάνεις μία ακρόαση σε έναν καινούργιο δίσκο, μόνο και μόνο για να ανακαλύψεις ότι δεν έχει τίποτε μέσα.

 

Από ταινίες;

Δεν είμαι τόσο σινεφίλ, ειδικά τα τελευταία χρόνια δεν πολυπάω σινεμά. Βγαίνουν παραγωγές που είναι, ειδικά από το Hollywood, λίγο μπαλαφαρέ, είναι overproduced.

 

Αγαπημένοι ηθοποιοί και σκηνοθέτες;  

Μού αρέσαν πάρα πολύ, ως ταινίες, με αυτό το τρελό το χιούμορ, η «Μία Τρελή, Απίθανη Πτήση» και οι «Τρελές Σφαίρες» με τον Leslie Nielsen, οι Monty Pythons μού άρεσαν πολύ, είμαι τρελός για τον Peter Sellers, ειδικά στην σειρά ταινιών με τον «Ρόζ Πάνθηρα» ήταν καταπληκτικός, ο Gene Wilder στο “Young Frankenstein” κι οι ταινίες του Mel Brooks, ο Mel Brooks ήταν πολύ ανατρεπτικός σκηνοθέτης, φοβερός … γενικά θα πάω να δω μια ταινία και θα διαπιστώσω αν είναι καλή ή όχι, τόσο απλά. Δεν λέω, «α, είναι ο τάδε σκηνοθέτης, θα πάω» … ο Woody Allen, οι παλιές του ταινίες ήταν καταπληκτικές, σταθμοί.

 

Johnny, τώρα θα σου αναφέρω κάποια ονόματα και θέλω να μου πεις τα πρώτα πράγματα που σου έρχονται στο μυαλό!

Ώχ! Φέρε μου το φτυάρι, χαχα!

 

Δημήτρης Πουλικάκος.         

Μορφή. Φοβερός ηθοποιός, φλεγματικό χιούμορ, φοβερές γνώσεις γύρω από την μουσική και τον κινηματογράφο, ανατρεπτικός … γενικά, είναι αυτό που είναι.

 

Αν δεν κάνω λάθος, είχες κάνει την παραγωγή σε ένα live album του.

Ναι, ήμουν στο τεχνικό κομμάτι μόνο, στην τεχνική κάλυψη, στο «Crazy Love Στου Ζωγράφου» (1979), που έκανε, που αναβλήθηκε τρεις φορές λόγω βροχής. Και τον παραδέχθηκα εκεί, διότι έστησε μία μπάντα από είκοσι άτομα και καταφέρανε, Έλληνες μουσικοί, να παίξουν όλοι μαζί, που είναι πολύ δύσκολο! Τρεις βάζεις μαζί και βαράει ο ένας στην Ανατολή και ο άλλος στην Δύση! Τον Μητσάρα τον γουστάρω! Είναι από τους πρώτους, που είδα εγώ, όταν πήγα στο Κύτταρο, όταν τον άκουσα στον δίσκο που είχε βγει έναν χρόνο πριν, στο «Ζωντανοί στο Κύτταρο».

 

Γιάννης Ζουγανέλης.

Ταλεντάρα, ταλεντάρα. Μπορεί να είχαμε τις διαφορές μας, αλλά αυτό, που κάναμε στα «Κουφώματα» είναι μυθικό, είναι ιστορικό και αυτό ισοφαρίζει για ό,τι άλλο πρόβλημα είχαμε ή διαφωνία, μετά από τα «Κουφώματα». Διότι έχω παράπονα, αλλά αυτά είναι προσωπικά.

 

Τζίμης Πανούσης.

Ο Τζιμάκος ήταν μία μεγάλη απώλεια, μακάρι να είχαμε κι άλλους Τζίμηδες. Τα έλεγε χύμα, έξω από τα δόντια, είχε βάθος η κουβέντα του, ήταν ψαγμένα όλα, το χιούμορ του ήταν το κάτι άλλο, αυτό το μουλωχτό, ανατρεπτικό χιούμορ. Ήταν φιλαράκι. Αυτό, που δεν ξέρουν πολλοί, ότι ο Τζίμης ξεκίνησε από τους Vavoura Band, τον βγάζαμε πριν από τους Vavoura Band με μία ακουστική κιθάρα και έλεγε 5-6 κομμάτια. Μετά πήρε τον Δρόλαπα και τον Βαγγέλη Βέκιο (drums) από τους Vavoura Band και άλλους μουσικούς και έκανε τις Μουσικές Ταξιαρχίες. Έτσι ξεκινήσαμε, ο Τζιμάκος ήταν support των Vavoura Band. Άνοιξε για εμάς ας πούμε το 1981 στο On The Road, ένα μπαράκι στον Χολαργό, στην Μεσογείων, που το είχε ο Δημήτρης Ψαριανός, ο γνωστός και μη εξαιρεταίος.

 

Γιώργος Νταλάρας

(σ.σ.: μεγάλη παύση) Για να μην γίνω κακός … είναι από τους ανθρώπους, που τον γουστάρω να τραγουδάει, αλλά όχι να μιλάει. Έτσι απλά. Αν δηλαδή τραγουδούσε μόνον και δεν έμπλεκε σε άλλα πράγματα, θα μού ήταν πολύ συμπαθής. Παρ’ όλα αυτά, τα ακούω τα τραγούδια του. Ειδικά τα παλιά, γιατί τον προτιμώ σαν λαϊκορεμπετοκατάσταση και όχι μετά τα κουλτουριάρικα. Τον προτιμώ σαν τραγουδιστή και όχι σαν παράγοντα.

 

Μάρκος Σεφερλής.

Τον συμπαθώ τον Μάρκο, αλλά το χιούμορ της μπαλαφάρας δεν μού λέει εμένα κάτι, είναι χιούμορ για την μάζα. Και η μάζα δικαιούται να έχει έναν κωμικό σαν τον Σεφερλή, να κάνει αυτά που κάνει. Δηλαδή δεν ακούνε όλοι Μότσαρτ και Μπετόβεν, κάποιοι ακούνε και ντιριντάχτα ή κάποιοι ακούνε Οικονομόπουλο ή Βέρτη, τι να κάνουμε. That’s life. Αν δεν υπάρχει το κακό, δεν μπορείς να εκτιμήσεις το καλό, είναι σοβαρό αυτό που σου λέω, πάντα πρέπει να υπάρχει ένα μέτρο σύγκρισης. Για να πεις ότι κάτι είναι πολύ καλό, πρέπει να έχεις δει ή ακούσει και άλλες 50 μαλακίες, ώστε να πεις ότι αυτό ξεχωρίζει.

 

Φοίβος.

Συμπαθής είναι, τον ξέρω και προσωπικά. Κοίταξε να δεις, ο Φοίβος και οι διάφοροι, για να μην στοχοποιήσω τον Φοίβο, αυτή η κατηγορία των συνθετών … θα σε πάω σε κάτι άλλο, αυτοί οι άνθρωποι δεν είναι συνθέτες, είναι λάθος η χρήση αυτού του όρου, όλοι αυτοί που κάνουν τραγουδάκια, είναι τραγουδοποιοί. Συνθέτης είναι κάτι άλλο, είναι να είσαι μουσικός, να έχεις σπουδάσει, να ξέρεις αρμονία, αντίστιξη, να μπορείς να αναλύσεις ένα συμφωνικό έργο, να το γράψεις, να παίξεις πράγματα πολύπλοκα, τώρα να παίξεις ντρίγκι-ντρίγκι-ντρίγκι, … καταρχήν, όλοι αυτοί κλέβουν από τον εαυτό τους ή κλέβουν από τους άλλους. Όλοι αυτοί! Αν ακούσεις ένα τραγούδι, μοιάζει με άλλα 50! Αυτά τα άλλα 50 μοιάζουν με άλλα 200! Δεν είναι συνθέτες, μην κανιβαλίζουμε τον όρο συνθέτης. Ένας που είναι συνθέτης, έχει ξοδέψει χρόνια από τη ζωή του, έχει βγάλει τα μάτια του και τα αυτιά του, να μπορέσει να κάνει αυτό το πράγμα. Λοιπόν, αυτοί είναι τραγουδοποιοί και δυστυχώς, ο Φοίβος και οι Φοίβοι οι υπόλοιποι έχουν καταλήξει σε αυτήν την χώρα της μετριότητας να θεωρούνται και εθνικοί συνθέτες! Είμαι κάθετα αντίθετος! Όλοι αυτοί κάθονται σε κάτι δωμάτια, και το ξέρω προσωπικά, από ιδία πείρα, εδώ και τριάντα χρόνια, κλειδώνονται σε κάτι δωμάτια με τις ώρες, τις εβδομάδες, τους μήνες και φασόν παράγουν hit-άκια, με την κακή έννοια. Βρίσκουν ένα σλογκανάκι ή μία επαναλαμβανόμενη μελωδία, … γι’ αυτό τα τραγούδια αυτά είναι απλοϊκά και αφελέστατα, γιατί είναι φτιαγμένα, για να τα θυμάται και ο πιο βλάκας. Ναι, είμαι κάθετα αντίθετος σε αυτό το είδος της μουσικής βιομηχανοποίησης, δεν την πάω με τίποτα. Μουσική είναι έμπνευση, η έμπνευση δεν έρχεται κατά παραγγελία, η έμπνευση έρχεται την ώρα, που είσαι στο μπάνιο και πλένεσαι και σού έρχεται ένα τραγούδι ή περπατάς στον δρόμο. Ας πούμε, κάποτε έγραψα ένα τραγούδι με το βήμα μου, καθώς κατέβαινα από το σπίτι και περνούσα τον δρόμο βιαστικά, για να προλάβω το λεωφορείο, και μού ήρθε μία μελωδία! Αυτό είναι έμπνευση, αυτό δεν σού έρχεται συνέχεια. Οι The Beatles είχαν έμπνευση, γι’ αυτό και δεν κράτησαν, οι Stones, που συνέχισαν, μετά τα 70s δεν έβγαλαν κάτι το αξιόλογο. Μπορεί να παίζουν 50-60 χρόνια, αλλά δεν έχουν κάνει κάτι, αναμασάνε τον εαυτό τους. Η έμπνευση έχει χρόνο λήξης, και ηλικιακά και από ερεθίσματα. Πότε έχουμε έμπνευση; Όταν έχουμε προβλήματα, όταν έχουμε θέματα, όταν έχουμε ανησυχίες. Αν τα έχουμε όλα έτοιμα, δεν έχουμε λόγο να προβληματιστούμε.

 

Εν έτει 2022 τι κάνει ο Johnny Βαβούρας;

Εκτός από το sex, ασχολούμαι με την μουσική, ασχολούμαι με το να αναπαλαιώσω ένα νεοκλασικό που έχω πάρει στον Κεραμεικό, που αγαπώ πάρα πολύ. Αναπαλαιώνω παλαιά αυτοκίνητα, έχω αγάπη για τα κλασικά αυτοκίνητα, μοτοσυκλέτες και ποδήλατα. Παλιά είχα συλλογή με αμερικάνικα αυτοκίνητα, τώρα δεν έχω, έχω 2-3. Φτιάχνω Ντεσεβό. Γενικά, είμαι του παλιού. Αγοράζω και πουλάω παλιά αντικείμενα, τα οποία τα αγαπάω, παλιές ραπτομηχανές, γραφομηχανές, επιπλάκια, μαγνητόφωνα. Όταν τα παίρνω, στενοχωριέμαι που τα αποχωρίζομαι κι όλας πολλές φορές.

 

Έχεις σχέδια για τους The Cadillacs;

Ναι, έχουμε σχέδιο να βγάλουμε ένα χριστουγεννιάτικο δίσκο, αν προλάβουμε, με χριστουγεννιάτικα τραγούδια παιγμένα rock n’ roll! Και θα βγάλουμε μόνο βινύλιο, 300 κομμάτια, γιατί υπάρχει πρέσα επιτέλους στην Ελλάδα, που πρεσάρει βινύλιο, εδώ και μερικούς μήνες.

 

Ποια εταιρεία θα βγάλει αυτόν τον δίσκο;

Δεν ξέρω ακόμη, μπορεί να τον βγάλουμε και μόνοι μας, δεν έχουμε λόγο να τον βγάλουμε με εταιρεία.

 

Έχεις κάποια πρόταση να λάβεις μέρος σε κάποια ταινία ή τηλεοπτική σειρά;

Όχι, όχι, δεν υπάρχει καμία πρόταση. Ένα άλλο κακό, που έχει αυτή η χώρα, … χωρίς διάκριση, όλους τους καλλιτέχνες, που περνάνε κάποια χρόνια, κάποια ηλικία ή περνάνε την ακμή τους, δεν τους σέβονται και δεν τους προωθούν και δεν τους κρατάνε ζωντανούς. Κι αυτό είναι πολύ άσχημο. Στο εξωτερικό συμβαίνει το αντίθετο.

 

Θα ήθελες να στείλεις ένα μήνυμα στους fans σου, που σε παρακολουθούν από παλιά μέχρι και σήμερα;

Καταρχήν θέλω να τους ευχαριστήσω, που είναι πιστοί σε αυτό, που κάνω, διότι είμαι εγώ πιστός σε αυτό, που κάνω. Θα μπορούσα να το γυρίσω, θα μπορούσα να γράψω hit-άκια, θα μπορούσα να το κάνω πιο pop, θα μπορούσα να βάλω ελληνικό στίχο. Εύκολο θα μού ήταν να το κάνω αυτό, αλλά δεν μού πέρασε ποτέ από τον νου, διότι την μουσική την ξεκίνησα σαν αγάπη, δεν την ξεκίνησα σαν μπίζνα. Έτυχε να μού φέρνει κάποια χρήματα, κάποια λίγα χρήματα. Οπότε, θα έλεγα στους fans να παραμείνουν πιστοί σε αυτά, που ακούνε, σε εμάς και σε άλλα, που είναι κοντά σε αυτό το στυλ, να μπορούν να διακρίνουν την ποιότητα και το αυθεντικό και να μην παρασύρονται από το σύστημα, που τους σερβίρει σαβούρες και σκατά, για να τους αποβλακώνει.

 

Ξέχασα να σε ρωτήσω κάτι, Johnny, σκέφθηκες ποτέ να κυκλοφορήσεις solo δίσκο;

Ναι, θα βγάλω, αρκεί να έχω χρόνο. Έχω γράψει πάρα πολλά τραγούδια μες στον χρόνο, που είναι μπαλάντες, γιατί εγώ ξεκίνησα μπαλανταδόρος, με μία ακουστική κιθάρα, κι ακόμα το κάνω αυτό, είναι δηλαδή μαγαζιά, στα οποία παίζω unplugged μόνος μου. Κι έχω τραγούδια, και γράφω τραγούδια, για να έχω στην άκρη. Θα το κάνω κάποια στιγμή, θέλω να βγάλω ένα δίσκο με μπαλάντες και έναν δίσκο με blues. Johnny plays the blues!!! A, μην ξεχάσω να τονίσω ότι το γύρισα στην κιθάρα τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, εγώ μπάσο έπαιζα! Στους Vavoura Band παίζω μπάσο, στους The Cadillacs παίζω κιθάρα, γιατί δεν μπορούσα να βρω έναν κιθαρίστα, με τον οποίο να μπορώ να συνεννοηθώ και ο οποίος να μπορεί να παίζει καλά το στυλ των 50s. Όχι ότι το παίζω εγώ καλά, το παίζω, όμως, έντιμα. Ακούς την μπάντα και έχει τον παλιό ήχο. Δεν είμαι παιχταράς, δεν κάθησα, όταν είχα την ευκαιρία, να μελετήσω. Δεν μελέτησα, διότι προτιμούσα να κάνω το show μου, να είμαι frontman, να μανατζάρω και να κλείνω τις δουλειές παρά να κάθομαι σε ένα δωμάτιο, για να παίζω καλύτερη κιθάρα. Γιατί στα 100 άτομα που είναι από κάτω, οι δύο θα καταλάβουν τη διαφορά μου από έναν βιρτουόζο, για τους υπόλοιπους, αν παίζεις σωστά και είσαι μες στην μπάντα, είσαι μια χαρά, δεν χρειάζεται να παίζεις παπάδες.

 

Σε ευχαριστώ πολύ Johnny!

Σε ευχαριστώ πολύ!            

     

 

 

         

       

 

    

           

 

  

 

 

 

               

 

Ο Άγγελος Γεωργιόπουλος, αναντίρρητα μία από τις πλέον εμβληματικές  προσωπικότητες της ελληνικής heavy metal σκηνής, έχει προσφέρει πολλά σπουδαία και από διάφορα πόστα στο ελληνικό heavy metal. Το Myth of Rock, λοιπόν, στα πλαίσια της στήλης Made in Greece, είχε θέσει ως προτεραιότητα να μιλήσει μαζί του, ειδικά μάλιστα τώρα, που ετοιμάζει το ντοκιμαντέρ “Metal Under Hell-as”. Πράγματι, επικοινωνήσαμε μαζί του και προχωρήσαμε σε μία πλατιά, άκρως ενδιαφέρουσα κουβέντα για τον Άγγελο Γεωργιόπουλο, τη δράση του, τις απόψεις του και φυσικά, το “Metal Under Hell-as”. Στο τέλος βγάλαμε και λαβράκι, όπως θα αντιληφθείτε και οι ίδιοι!

από τον Δήμητρη Ζαχαρόπουλο 


Γεια σου Άγγελε, τι κάνεις;

Μια χαρά, τρέχω με τη δουλειά, με τον κορωνοϊό… τα γνωστά προβλήματα που έχουμε όλοι μας. Εσύ τι κάνεις;

 

Όλα καλά! Ας ξεκινήσουμε. Πριν πάμε στο project που ετοιμάζεις τώρα, θα ήθελα να μιλήσουμε για εσένα, Άγγελε. Για την αρχή θα ήθελα να μας πεις πότε και πώς ξεκίνησες να ακούς heavy metal.

Ξεκίνησα στο Γυμνάσιο, τη δεκαετία του ’80. 1980.., ήμουν στην ηλικία των 13-14 ετών, μαθητής γυμνασίου. Είχα πάει σε έναν φίλο, τον  Βασίλη, για «διάβασμα» στα μαθηματικά, είχε ένα compact στερεοφωνικό που του είχε φέρει ο πατέρας του από Ιαπωνία. Μου έβαλε στο πικ-άπ, Scorpions, Rory Gallagher, KISS, Thin Lizzy, UFO… Έτσι ξεκίνησα… Με κάποιες συλλογές σε κασέτες. Αργότερα αγοράζοντας από κοινού με τον Βασίλη κάποια albums των Van Halen, Scorpions, Queen… σιγά σιγά ανεξαρτητοποιήθηκα δισκογραφικά. Βασικά το 1984 με την αγορά του πρώτου στερεοφωνικού από τον αδερφό μου.

 

Ποια είναι τα αγαπημένα σου metal είδη;

Ακούω τα πάντα, από το κλασικό heavy metal των Accept, Saxon, Virgin Steele … το black metal των Dimmu Borgir, Behemoth, Samael…έως την αγαπημένη μου underground σκηνή… Anti-Flesh, Celestia, Redox … Krisiun … Haslam. Δεν έχω πρόβλημα, ακούω τα πάντα. Αν κάτι μου αρέσει, το ακούω. Τάσσομαι υπέρ της άποψης ότι το heavy metal είναι το ΟΛΩΝ. Κάποιες φορές οι υποκειμενικοί διαχωρισμοί που γίνονται στα ιδιώματα… είμαι thrash-άς, είμαι black-άς, εγώ power-άς δεν μου κάθονται ορθοί. Τα ιδιώματα σίγουρα υπάρχουν με το ρόλο τους να επικεντρώνεται, χοντρικά, στο πολύπλευρο της ηχητικής προσέγγισης και θεματολογίας και όχι ως ανεξάρτητα του μονογενούς είδους heavy metal. Ανάλογα με τις συνθήκες, βασικά με τη διάθεσή σου, μπορείς να ακούσεις τα πάντα… Από επικό, poser, pagan μέχρι ακραίο crust και depressive black.

 

Άγγελε, έχεις ασχοληθεί με το ραδιόφωνο, την τηλεόραση, με τον Τύπο, αλλά ας τα πάρουμε από με τη σειρά. Με το ραδιόφωνο πότε και πώς ασχολήθηκες;

Δεκαετία του ’80 ως φοιτητής υπήρχε ένας πειρατικός ραδιοφωνικός σταθμός, ο Studio 652 στο Ίλιον (τότε Νέα Λιόσια), τον είχαν δύο φίλοι, οι οποίοι έπαιζαν λαϊκά και disco της εποχής… με τις γνωστές αφιερώσεις, ξέρεις. Κάποια στιγμή, ενώ ήδη άκουγα heavy metal, τους πρότεινα να κάνουμε ένα δίωρο, 4 με 6 τα ξημερώματα, κάθε Παρασκευή και Σάββατο, παίζοντας hard rock και heavy. Έτσι ξεκίνησα το ραδιόφωνο, ως ερασιτέχνης, στα πειρατικά FM, μέχρι που μας κλείσανε το 1991. Μας έπιασε το ραδιογωνιόμετρο, αλλά τότε ήμουν ήδη στον Rock FM, κατ’ ουσία είχα φύγει, απλά έκανα κάποιες εκπομπές μία στο τόσο με το ψευδώνυμο «Alien»! Μετά το κεφάλαιο του Rock FM πήγα στον Space και λίγο αργότερα στον 902 αριστερά. Γυρνώντας από τον στρατό επιχείρησα στον Shock FM του Κώστα Μυλωνά, πέρασα από Atlantis και σχεδόν ξαφνικά, σαν από σόκ, ξενέρωσα! Μου ήταν ανυπόφορο να παίζω play list … αισθανόμουνα σαν Jukebox!

 

Έχεις κάνει και τηλεόραση.

Ναι, αρχικά στο Blue Sky. Σε μία εποχή που το να παίζεις heavy metal στην τηλεόραση ήταν λιγάκι εξεζητημένο … Βέβαια υπήρχαν εκπομπές, όπως του Ηλία του Παπαδόπουλου στο Tele City («Metal City»), στην ΕΤ3 η εκπομπή «Μεταλλουργείο» του Στάθη Ν. Παναγιωτόπουλου … Είχαμε κάνει μαζί τον φίλο Αλέξανδρο Κουλούρη μία κρούση στα ερασιτεχνικά κανάλια της τότε εποχής, μιλήσαμε με το Blue Sky. Συμφωνήσαμε για μία εκπομπή rock, όχι heavy metal. Εντάξει, δεν μπορούσαμε να του πούμε ότι θα παίξουμε  metal, ο ιδιοκτήτης ήταν πολύ διστακτικός, πολύ φοβικός απέναντι σε κάτι τέτοιο. Μας έλεγε: «άμα βάλω heavy metal, θα με κυνηγάνε όλοι και κύρια οι παπάδες! Είναι σατανιστικό, είναι θορυβώδες κ.α.». Οκ, λοιπόν, θα παίξουμε rock, άσχετα ότι από το πρώτο clip heavy metal ρίξαμε! Η εκπομπή εδραιώθηκε σχεδόν με μιάς. Την περίοδο 2000- 2002, έκανα το τελευταίο μου πέρασμα από το Blue Sky.  Είχαν μεσολαβήσει διάφορα περάσματα από κανάλια, όπως στο Τηλε Τώρα, στο οποίο μας κόψανε στον αέρα μετά το δεύτερο video, στο Τηλε Άστυ ήταν κάποια στιγμή να ξαναβγούμε … δεν βγήκαμε, ξαναγυρίσαμε πάλι στο Blue Sky. Μετά από ένα διάστημα στο Art συνέχισα στο High TV για δύο χρόνια, όπου και επανήλθα για 4 μήνες το 2011. Δυστυχώς τα μικρά κανάλια είναι εξαρτώμενα από πάρα πολλούς, ειδικά από πληρωμένες εκπομπές τηλεπωλήσεων, άλλα πάλι από την Εκκλησία. Εύλογα δεν μπορέσαμε να συνεχίσουμε. Σαν συμμετέχων πάλι, σε διάφορες εκπομπές, έχω «δικαστεί» ως σατανιστής, έχω συμμετάσχει ως «ειδικός αναλυτής» metal και σατανισμού και σε κάποια ντοκιμαντέρ ως παρουσία που καταθέτει την άποψή της γύρω από το είδος.

 

Ακόμη, είσαι και μουσικός συντάκτης σε heavy metal έντυπα. Μπορείς να μας δώσεις κάποιες πληροφορίες σχετικά;

Κοίτα, ξεκίνησα με την εφημερίδα Oz του Πανούτσου τέλη 80s, μετά έγινε περιοδικό, όταν πήγα φαντάρος, σταμάτησε και να εκδίδεται … Συνεργάστηκα με τον Πάνο τον Τζανετάτο, βγάζοντας τα περιοδικά Iron και Metal Youth. Διαφώνησα, όμως, με τον Πάνο για λόγους ιδεολογικούς, ειδικά με τη γραμμή περιεχομένου του Forest που παρουσίαζε μόνο black metal … υπό την σκοπιά πως το ιδίωμα είναι μόνο για την άρια φυλή, ανδρικό μόνο σπορ και άλλες γελοιότητες περί καθαρών και μη … Μετά έκανα το δικό μου περιοδικό, το Attack. Επιχείρησα να γίνω εκδότης, εντός και εκτός εισαγωγικών, όπως θες πάρ’ το. Δεν τα καταφέραμε, παρόλο της δυνατής συντακτικής ομάδας με Johnny Κομούτο, Χριστόφορο Κοτσώνη κ.ά., τον Άκη Πότσιο στα γραφιστικά, τον Παύλο Γιαννακούρη στην προ-επιμέλεια… Δεν είχαμε την οικονομική δυνατότητα να στηρίξουμε το περιοδικό. Περιμέναμε να γίνει η εκκαθάριση του τρέχοντος τεύχους, ώστε να προχωρήσουμε στην έκδοση του επομένου … Αυτό ήταν πολύ χρονοβόρο, έπαιρνε ενάμιση, κάποιες φορές και δύο μήνες. Δεν είμασταν σταθεροί στην μηνιαία κυκλοφορία. Να συμπληρώσω πως πρίν το Iron είχα κάποιες σκόρπιες συνεργασίες… με το Metal Invader, ειδικά στην περίπτωση της βιντεοκασέτας Fire and Ice,  με κάποια fanzines… Rocka Rolla, Bio rock, κ.ά.

 

Επομένως, έχουμε ραδιόφωνο, τηλεόραση, Τύπο. Αν σου έλεγε κάποιος να διαλέξεις μόνο ένα από όλα αυτά, ποιο θα διάλεγες;

Αν ξαναέκανα κάτι; ... Αυτή τη στιγμή θα με ενδιέφερε μια επιστροφή, υπό πλήρη όμως ελευθερία λόγου και metal ήχου, στο ραδιόφωνο.

Επίσης, έχεις υπάρξει και τραγουδιστής σε κάποιες μπάντες. Μπορείς να μας πεις κάποιες λεπτομέρειες;

Εντάξει… ερμηνευτής από πάθος για το είδος, όχι τραγουδιστής! Στους White Angel μία μπάντα που φτιάξαμε το 1987 και παίξαμε μέχρι και το 1991. Mετά υπήρξε μία πρόταση από τους Flames 2000 με 2003…ξαναβρεθήκαμε μαζί το 2009, αλλά έχοντας κολλήσει με πιο black ερμηνείες και ταυτόχρονα χάνοντας την ένταση του thrash, αποχώρισα. H σχέση μας, όμως παραμένει τέλεια! Εκείνη την εποχή, το 2009, έφτιαξα μία μπάντα με έναν φίλο κιθαρίστα, πρώην μέλος των White Angel και Myth of Nia, τον Νίκο Οικονόμου, τους Olympus. Πού και πού βρισκόμαστε … γράφουμε μουσική, γυρίζουμε και κανά video, περισσότερο για μας. Για τον εσωτερικό, ατομικό μας οίστρο. Ίσως κάποια στιγμή βγάλουμε ένα EP … ίσως! 

 

Έχεις βγάλει το βιβλίο, «665 ημέρες και μία ζωή metal». Μίλησέ μας για αυτό.

Αυτό το βιβλίο ήταν ένα απωθημένο που υπήρχε από την δεκαετία του ’90. Τότε, με έναν φίλο που δεν υπάρχει πια στην ζωή, τον Τάσο Μενεμενόγλου, είχαν γίνει κάποιες επαφές με τον εκδοτικό οίκο Οξύ… όμως, το συμφωνητικό για την έκδοση του βιβλίου περιελάμβανε κάποιους όρους, τους οποίους εγώ δεν μπορούσα να δεχθώ … δηλαδή, ήταν μία καρικατούρα, έπρεπε να κινηθεί αυστηρά στο μουσικό είδος χωρίς πολιτικές προεκτάσεις, χωρίς ιδιαίτερη κοινωνιολογική ανάλυση … αυτό μου φάνταζε άχρωμο μονόπρακτο! Αρνήθηκα να το υπογράψω, ώστε να προχωρήσει η συγγραφή και έκδοση.

Αρχές του 2017 ήρθα σε επαφή με τον εκδοτικό οίκο ΚΨΜ μέσω του φίλου καθηγητή Πανεπιστημίου Αλέξανδρου Κοντογιάννη, είχε επαφές από το Πανεπιστήμιο της Κρήτης με τον συγκεκριμένο εκδοτικό οίκο, έχοντας πάντα εύλογες αμφιβολίες, αυτές όμως κάμφθηκαν με μιάς. Ο Δημήτρης Γκόβας, σύμβουλος έκδοσης του ΚΨΜ, είναι κι αυτός θιασώτης του metal, επομένως, η έκδοση πήρε σχεδόν τυπικό χαρακτήρα. Ήταν απλά θέμα χρόνου. Το βιβλίο βγήκε στις 720 σελίδες. Περιλαμβάνει όχι μόνο την ιστορία του metal, έτσι όπως την βίωσα προσωπικά στα 80s, αλλά και τις παράλληλες συνιστώσες -  σχέσεις του … με τις θρησκείες, με τις διάφορες πολιτικοϊδεολογικές ομάδες … τις φιλοσοφικές και ηθικές θεωρίες που το διέπουν, τον ρόλο των γυναικών σε αυτό, ανάλυση συμβόλων και φετίχ, το dress code… μέχρι πώς επιδρά στον εγκέφαλο και το σώμα … απαντήσεις, μετά έρευνας, αν π.χ. θα πρέπει να ξαναγίνει underground ή όχι … ποια είναι τα κυρίαρχα καλλιτεχνικά ρεύματα που συναντάμε κ.ά. Υποστηρίζω βάσιμα πως είναι πολλά βιβλία μέσα σε ένα. Χωρισμένο σε δύο κύρια μέρη, στο πρώτο μέρος με τίτλο Metal-ικό Χρονολόγιο και  στο δεύτερο, όπου σε 9 κεφάλαια αναλύονται τα άπαντα του είδους.

 

Πώς τα πήγε εμπορικά το εν λόγω βιβλίο;  

Πολύ καλά! Οσονούπω πάει για δεύτερη έκδοση… Δοθείσης της ευκαιρίας ένα μεγάλο ευχαριστώ από καρδιάς σε όλους και όλες που το έχουν αποκτήσει.

 

Πάμε αισίως στο “Metal Under Hell-as”. Πρόκειται για κινηματογραφική ταινία με πλοκή ή για ντοκιμαντέρ;

Λοιπόν… είναι ένα ντοκιμαντέρ με χροιά ταινίας, μία ιδέα που προέκυψε τον Φεβρουάριο του 2020. Είχαμε κάνει με τον σκηνοθέτη Γιώργο Βακάλη ένα ντοκιμαντέρ μικρής διάρκειας γύρω από τον αντικομφορμισμό του metal, τις σχέσεις του με τα Εξάρχεια, για το περιοδικό «Βαβυλωνία». Υπήρχαν στοχευμένες αναφορές στη πορεία του metal στην Ελλάδα και στη συμμετοχή των εγχώριων συγκροτημάτων. Έτσι γνωρισθήκαμε με τον Γιώργο … Μού εξέφρασε την ανάγκη, την επιθυμία του να δημιουργήσει ένα ντοκιμαντέρ γενικότερα για το ελληνικό metal, με προοπτική να παίξει σε κινηματογραφικές αίθουσες. Έχουμε ήδη ξεκινήσει να το δουλεύουμε έχοντας έρθει σε επαφή με αρκετά συγκροτήματα… με πολλούς ανθρώπους γύρω από το metal κι όχι μόνο.

 

Ποιος είναι ο δικός σου ρόλος στο “Metal Under Hell-as”;

Προκειμένου να ξετυλίξει αυτό που έχει μέσα στον νου του ο Γιώργος, ο κύριος ρόλος μου ήταν και παραμένει η επαφή με τα συγκροτήματα. Δεν γνωρίζω ακόμα ακριβώς πώς θα είναι η συμμετοχή μου. Βασικά δεν με ενδιαφέρει. Αυτό που με απασχολεί είναι, ταυτιζόμενος με το όραμα του Γιώργου να  αναδειχθεί η βασική ουσία όλης αυτής της ιστορίας που δεν είναι άλλη από το heavy metal στην Ελλάδα. Πώς ξεκίνησε, με τι προοπτικές, τα όνειρα κάποιων ανθρώπων που έπαιζαν heavy metal στα 80s και early 90s, αν διαψεύσθηκαν … η αγωνία, οι ανατροπές, οι δύσκολες εποχές, καθώς και η παγκόσμια πορεία του εγχώριου metal στο σήμερα.

 

Σε τι στάδιο βρίσκονται τα γυρίσματα; Κοντεύουν να ολοκληρωθούν;

 Όχι.  Αυτή την εντύπωση ή μάλλον την ψευδαίσθηση είχα και εγώ. Πως θα ήταν κάτι σχεδόν απλοϊκό για εμάς, δηλαδή συνεντεύξεις, κάποιο υλικό αρχειακό εμβόλιμο κ.λπ. Η άγνοια κινδύνου παραπλανεί! Καθυστερήσαμε αρκετά στο φερόμενο γραφειοκρατικό κομμάτι, το καλοκαίρι ειδικά. Περιμέναμε τον δικηγόρο να μας συντάξει το συμφωνητικό της συνέντευξης, το οποίο θα πρέπει να συνυπογράψουν τα συγκροτήματα και οι καλλιτέχνες, αλλά και όσοι πάρουν μέρος. Εκεί είχαμε κάποιες δυσκολίες π.χ. σχετικά με την λεπτή διαχείριση σχετικά με τα πνευματικά δικαιώματα, όσον αφορά τη σύνταξη του κειμένου. Τελικά το έχουμε στα χέρια μας, έχουμε ήδη αχίσει την ψηφιοποίηση του αρχείου, δηλαδή από βιντεοκασσέτες να το κάνουμε ψηφιακό … Είχα και εγώ την εντύπωση ότι απλά παίρνουμε την βιντεοκασσέτα και την κάνουμε DVD και τελειώνει, αλλά δεν είναι έτσι, θέλει ειδική επεξεργασία, η φωτογραφία το ίδιο. Στον παρόντα χρόνο μας απασχολούν οι συνεντεύξεις και το αρχείο.

 

Ανέφερες ότι θα μιλήσετε όχι μόνον με συγκροτήματα, αλλά και με παράγοντες της ελληνικής σκηνής.

Ναι, θα μιλήσουν ραδιοφωνικοί παραγωγοί, άνθρωποί που ασχολήθηκαν με clubs, με τη διοργάνωση συναυλιών, DJs, οπαδοί του είδους… μουσικοί/συγκροτήματα, μεμονωμένες προσωπικότητες… όχι μόνο από το παρελθόν, με κάποιες εκπλήξεις που θα μου επιτρέψεις να μην τις «ξεγυμνώσω»! Ευελπιστούμε ότι όλα θα πάνε καλά. Μιλάμε κυριολεκτικά για μαραθώνιο! Άλλωστε, μετά την συγκέντρωση του υλικού, όπως καταλαβαίνεις, περνάμε στην διαχείριση, εδώ πιο υπεύθυνος, για να σου μιλήσει είναι ο Γιώργος, και φυσικά στην τελική επεξεργασία του όλου υλικού για τον κινηματογράφο.     

 

Άγγελε, ασχολείσαι με το heavy metal από τις αρχές των ‘80s μέχρι και σήμερα. Πόσο διαφορετικά είναι τα πράγματα στο heavy metal σήμερα σε σύγκριση με τις παλιές εκείνες ημέρες;

Κοίτα, θα πω μια φράση, την οποία έχω ξαναπεί, «παλιά κυνηγάγαμε το heavy metal,  σήμερα το heavy metal κυνηγά εμάς»! Πάρα πολλές κυκλοφορίες, υπερβολική πληροφόρηση σε σημείο να μην προλαβαίνεις τη συνειδητή επεξεργασία τους, διαδικτυακά δε, ο χαμός! Οικονομική δυσπραγία επίσης … Εμείς στο τότε του παρελθόντος κοιτάγαμε να βγει το νέο album των Black Sabbath, Judas Priest, Iron Maiden, Exodus, Celtic Frost… θεωρούσαμε ότι πολλές φορές το heavy metal ξεκινά και σταματά σε αυτά τα συγκροτήματα. Πλέον κάτι τέτοιο δεν συμβαίνει, μιλάμε για χιλιάδες κυκλοφορίες τον μήνα. Φυσικά το είδος έχει παγιωθεί παγκόσμια. Υπάρχει heavy metal σε όλα τα μήκη και τα πλάτη του πλανήτη, αυτό είναι το καλό… τώρα, από εκεί και πέρα, οι απόψεις είναι υποκειμενικές, δηλαδή το τι σου αρέσει από αυτό που κυκλοφορεί και το τι δεν σου αρέσει. Κάποια συγκροτήματα δυστυχώς έχουν πάψει λόγω ηλικίας να υπάρχουν,  δεν ξέρω αν τα καινούργια έχουν τη δυναμική να πάρουν στις πλάτες τους το βάρος που άφησαν οι παλιοί. Ο χρόνος θα δείξει… Αισθάνομαι το μέλλον του heavy metal ομιχλώδες. Γενικότερα, η νέα γενιά  δεν είναι τόσο πολύ κοντά, ακούνε άλλα είδη. Στην Ελλάδα για παράδειγμα οι περισσότεροι ακούνε hip hop, … trap, μπουζουκοπόπ… Ακόμα, ένα βασικό στοιχείο είναι πως ο οπαδός  του metal μπορεί να είναι σε μεγάλο ποσοστό άνθρωπος που ασχολείται μαζί του πέραν αυτής της ιδιότητας. Να έχει ένα webzine, web radio, ένα μαγαζί, να γράφει σε ένα περιοδικό, σε ένα blog, να είναι μουσικός, διοργανωτής, να διατηρεί διαδικτυακό μαγαζί-site πωλήσεων albums... Στις μέρες μας τείνει ο οπαδός να είναι «είδος προς εξαφάνιση»! Ο πιστός ακόλουθος του metal, που το metal τόσο χρειάζεται, μεταλλάσσεται, αργά αλλά σταθερά, εδώ και τουλάχιστον δύο δεκαετίες, σε έναν «επώνυμο επαγγελματία» μεταλλά… Αυτό, δίχως κατά κρίση να είναι άσχημο, οδηγεί μοιραία, παράλληλα με την όλο και πιο πολύ μειούμενη εισροή νέου αίματος, στην συρρίκνωση της δυναμικής του είδους .. πόσο μάλλον όταν αυτός/ή αναφέρεται συγκριτικά με τα ελληνικά συγκροτήματα.

To heavy metal έχει και πολιτική χροιά για εσένα;

Σίγουρα! Το heavy metal έχει κατ’ αρχην άποψη επί παντός επιστητού, είναι πολυδιάστατο, πολυπολιτισμικό, είναι ενάντια στην παγκοσμιοποίηση, αν και είναι παγκοσμιοποιημένο. Θέλει να διατηρεί τα πολιτισμικά στοιχεία του τόπου, από τον οποίο  προέρχεται … Π.χ. η πλειοψηφία του αργεντίνικου metal διατηρεί ερμηνευτικά την Ισπανική γλώσσα, από την άλλη, υπάρχουν «αρμονικές» ή κιθαριστικά αρπίσματα ή στίχος που παραπέμπουν στην κέλτικη μουσική … κάτι αντίστοιχο βλέπουμε να συμβαίνει και στην Ελλάδα με συγκροτήματα που κοιτούν με γνώση πίσω στον αρχαιοελληνικό πολιτισμό … Τους Σκανδιναβούς που υμνούν τον Thor, τους Vikings, τους Βραζιλιάνους thrashers με τη χρησιμοποίηση παραδοσιακών ήχων στα τυμπάνα … Μην πάμε εξειδικευμένα στη θεματολογία … από εσωτερισμό μέχρι Δρυίδηδες!... Γιατί απλά θα χαθεί η μπάλα! Βλέπουμε, λοιπόν, ότι το metal είναι  μία ελευθεριακή μουσική που ακόμα και αν δεν διατηρεί τα παραπάνω γηγενή εμφανή παραδοσιακά στοιχεία, είναι ικανό να δανειστεί μέσα από τον πολιτισμό, την λογοτεχνία, τη φιλοσοφία άλλων λαών ... Αυτή η  άποψη είναι πολιτική πράξη. Άρα και το metal είναι πολιτική πράξη. Φυσικά εδώ πλανάται το ερώτημα…πολίτης metal; Ή ελεύθερος metal;... Η απάντηση είναι υποκειμενική και άμεσα εξαρτώμενη. Αν διαλέξεις το πρώτο, πόσο σε εκφράζει η δημοκρατία των πολιτών; ... Αν διαλέξεις το δεύτερο, είσαι σίγουρος ότι η ελευθερία σου δεν είναι σικέ ή τουλάχιστον δανεική; Συμπερασματικά, το στυλ/ύφος του ότι ακούω την τάδε μπάντα αδιαφορώντας για το τι πρεσβεύει, απλά ακούω συνοδευτικά τον στίχο, για μένα δεν ισχύει. Εκτός αν πρόκειτε για αδαή. Εντάξει, υπάρχουν και τέτοιοι/ες.

 

Κατάλαβα.

Το θεωρώ καθαρά, ταξικό μουσικό είδος, όμως, δεν σημαίνει ότι απαγορεύεται να ακουστεί από τον οποιονδήποτε, από την όποια κοινωνική, οικονομική τάξη. Δεν απαγορεύει το άκουσμα metal. Διαδραστικά, όμως, απευθύνεται στην μικροαστική, εργατική και ό,τι πιο κάτω υπάρχει τάξη και φυσικά εναντιώνεται αντικομφορμιστικά στην κοινωνική ελίτ. Τέλος! Στον αντίποδα κάποιος/α θα πεί, μα καλά, από πότε ένα προϊόν, παραγόμενο μάλιστα και από αρκετές πολυεθνικές εταιρείες, προς ευρεία κατανάλωση, έχει ταξικό πρόσημο ή πάλι πόσο ταξικοί αισθάνονται οι «πλούσιοι» Metallica, Judas Priest, Megadeth και πόσοι ακόμα; Το θέμα είναι πόσο συνειδητοποιημένος είναι ο οπαδός που στηρίζει με το μεροκάματό του το είδος…  και το ΚΚΕ λαϊκό κόμμα είναι, αλλά ο πρόεδρός του φοράει ρολόι Rolex. Αυτό σημαίνει ότι παύει να αγωνίζεται για την εργατική τάξη;... ότι οι ψηφοφόροι του στο μεγαλύτερο ποσοστό τους είναι από την εργατική τάξη και την τάξη των ανέργων;… όχι φυσικά! Δες, επίσης, ποιοι στήριξαν την «αριστερά» του Αλέξη, ενός προέδρου κόμματος που δεν έχει δουλέψει ποτέ του! Η απάντηση, λοιπόν, βρίσκεται στο ιδεολογικό επίπεδο και υπόβαθρο του είδους, στην ιστορία της γέννησής του. Ο οπαδός οφείλει να γνωρίζει. Έχοντας λοιπόν προσωπική, κοινωνική, οικονομική θέση και άποψη, ελεύθερα αποφασίζει το γιατί και το πώς συμπορεύεται με το metal… Επαναλαμβάνω όμως, πρώτιστα οφείλει να γνωρίζει την ιστορία του! Αυτό είναι το ένα θέσφατο μαζί με το δεύτερο, την αγάπη για το metal και όχι για τη ναρκισσιστική χρήση του.  

 

Heavy metal και Ελλάδα. Είναι μια σχέση που εξελίσσεται προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο;

Φαντάζομαι εννοείς τα ελληνικά συγκροτήματα…

 

Ναι.

Μετά αποδείξεων δεν έχουν τίποτε να ζηλέψουν από τα συγκροτήματα του εξωτερικού, ούτε στη γνώση ούτε στην τεχνική. Αυτό που υπήρχε εμφανώς τη δεκαετία του ’80 και του ’90 ήταν ο γεωπολιτικός αποκλεισμός της Ελλάδας. Γενικά του Ευρωπαϊκού Νότου. Αυτό πλέον είναι κάτι, που δεν ισχύει τόσο πολύ. Πιστεύω στα ελληνικά συγκροτήματα και μπορώ να σου πω ότι τα τελευταία χρόνια, όταν μπαίνω στη διαδικασία να αγοράσω ένα καινούργιο album, με ενδιαφέρουν πρώτα οι δουλειές των ελληνικών συγκροτημάτων και δευτερευόντως των υπόλοιπων εκτός. Τα εγχώρια metal σχήματα και καλλιτέχνες, όχι απλά υποστηρικτικά, ευθέως μπορώ να σου πω ότι πολλές φορές είναι παρασάγγας καλύτερα/οι!

 

Θέλεις να περάσεις κάποια μηνύματα για το heavy metal στον κόσμο μέσα από το “Metal Under Hell-as”;

Όχι, δεν είναι αυτοσκοπός να περαστούν κάποια μηνύματα, με την έννοια του «πρέπει», με την καθοδηγούμενη έννοια ότι ο χεβυμεταλλάς πρέπει να είναι έτσι ή ο χεβυμεταλλάς πρέπει να είναι αλλιώς. Αυτά μπορεί να υπήρχαν εν είδη προκαταλήψεων την δεκαετία του ’80 ή στις απαρχές της δεκαετίας του ’90, αλλά τώρα δεν νομίζω ότι μπορείς να πεις σε κάποιον πώς να ακούσει heavy metal. Είναι καθαρά υποκειμενική μουσική, ο καθένας το ακούει για τον εαυτό του και ο συνδετικός κρίκος είναι το είδος, το όλον που λέγαμε. Αυτό που θέλουμε να δώσουμε είναι η καταγραφή, εν είδη μίας μικρής ιστορίας, όσον αφορά τον χρόνο, εννοώ την χρονική της διάρκεια, το πώς εξελίχθηκε το ελληνικό metal, ποιο ήταν το πρώτο κύμα, ποιο το δεύτερο, το τρίτο, πώς φθάσαμε στο σήμερα, ποιες ήταν οι συνθήκες που επικρατούσαν τότε και να δείξουμε ότι το metal είναι παράγωγο της εκάστοτε εποχής του. Αλλιώς ήταν ως έκφραση το heavy metal στη δεκαετία του ’80, αλλιώς στη δεκαετία του ’90, αλλιώς το 2000, αλλιώς το 2010, αλλιώς το 2020. Βασικός στόχος είναι αυτός: να επικεντρωθούμε κυρίως στο πώς ξεκίνησε το metal, πώς εξελίχθηκε εν δυνάμει μέσα στις δεκαετίες. Να μείνει ως μία ισχυρή παρακαταθήκη, γνώσης-ιστορίας-metal παράδοσης, για τις επόμενες γενιές, ταυτόχρονα ως φόρος ελάχιστης τιμής στα παιδιά που το ξεκίνησαν και κάποιοι εξακολουθούν να δημιουργούν μαζί του.

 

Λίγο πριν κλείσουμε, Άγγελε, θα ήθελα να μας πεις πώς σε επηρέασε η όλη κατάσταση με τον COVID-19.

Όπως όλους μας. Προσωπικά αδυνατώ να δεχθώ την υποχρεωτικότητα των μέτρων στη βάση της ατομικής ευθύνης. Η ευθύνη στην υγεία συνταγματικά ανήκει στο περιπολλού κράτος. Το αν η εξουσία βολοδέρνει μεταξύ ανικανότητας και έλλειψης τεχνογνωσίας στην αντιμετώπιση ενός υπαρκτού ιού, με μόνο όπλο τη θεσμική εκτροπή, ο πολίτης δεν φταίει να πληρώνει μονάχος του το μάρμαρο! Η εξουσία τυρβάζει ανανεώσιμες πηγές ενέργειας στις παραλίες και στα βουνά, η αντιπολίτευση αποχαυνωμένη ακολουθεί την πολιτική του αυγολέμονου … μην τυχόν και κόψει! ... και ο λαός για πολλοστή φορά στη βορά της πληρωμένης παραπληροφόρησης των ΜΜΕ σαν μαλάκας! ... Θεωρώ γελοίο να διεκδικώ τα αυτονόητα εν έτη 2021 παίρνοντας μέρος σε πορείες, διαδηλώσεις… αυτό όμως δεν σημαίνει ότι θα τους τα χαρίσω!... Είμαι ενάντια σε κάθε ανελεύθερο-φασιστικό μέτρο θεωρώντας το κατάλοιπο της συντεχνιακής ελληνικής ολιγαρχίας. Ο καθένας έχει δικαίωμα να κάνει διαχείριση του εαυτού του, όπως αυτός επιθυμεί. Θέλει να κάνει το εμβόλιο, καλώς, δεν θέλει να κάνει το εμβόλιο και πάλι καλώς. Αυτό σημαίνει ατομική ευθύνη, εφόσον δηλαδή αυτή απορρέει από την ατομική ελευθερία. Οποιαδήποτε άλλη ερμηνεία ανήκει στη συστημική των μαϊντανών της πληροφόρησης σχολής, ήτοι στην λίστα Πέτσα! Διακυβεύονται δις ευρώ, μην το ξεχνάμε… Από την άλλη ο κορωνοϊός μας έβαλε στο σπίτι, είτε ως επιδημία είτε ως πανδημία, διότι και αυτό είναι κάτι που μπορείς να συζητήσεις άνετα, μας έκανε να σκεφθούμε κάποια πράγματα περισσότερο. Ίσως ήρθαμε πιο κοντά στον εαυτό μας, κάναμε μία εσωτερική αναζήτηση… να δούμε πού πάμε, τι πραγματικά θέλουμε, αλλά τελικά είτε έτσι είτε αλλιώς, έχουμε καταλήξει πως το βασικότερο όλων, ακόμη και της όποιας δημοκρατίας, κατ’ ευφημισμό ή όχι, είναι η ελευθερία, η ατομική ελευθερία. Τα μέτρα που παίρνονται, οι υποχρεωτικότητες, τα «μη» που συναντάμε στην καθημερινότητά μας, μας κάνουν να την νοσταλγούμε όλο και περισσότερο… να συνειδητοποιούμε την μεγάλη της μοναδική αξία… Προσοχή, λοιπόν, σε αυτούς τους εξουσιαστές και μη, που μας την στερούν!

(αριστερά ο Ανδρέας Ριγάνης/φωνητικά/ex - Αίολος, συμμετείχε επίσης στην πρώτη δισκογραφική εμφάνιση των Heaven 'n' Hell στην συλλογή του δισκάδικου Happening το 1981, στη μέση ο Άγγελος Γεωργιόπουλος και δεξιά ο Μιχάλης Νικολαΐδης/κιθάρα, ενορχήστρωση - Heaven 'n' Hell)

Τι άλλο να περιμένουμε από τον Άγγελο Γεωργιόπουλο στο κοντινό μέλλον;

Τώρα επικεντρώνομαι στο “Metal Under Hell-as”.  Ταυτόχρονα επιμελούμαι ένα λεύκωμα της ταινίας, το οποίο θα συνοδεύεται από ένα επτάιντσο. Εκεί  θα περιλαμβάνονται δύο τραγούδια, το ένα θα είναι το ομότιτλο της ταινίας, “Metal Under Hell-as”, την ενορχήστρωση έχει φέρει σε πέρας ο Μιχάλης Νικολαΐδης, κιθαρίστας της πρώτης τη τάξη heavy metal μπάντας στην Ελλάδα, των Heaven and Hell. Στη ηχογράφησή του θα πάρουν μέρος αρκετοί μουσικοί, καθώς και στο δεύτερο τραγούδι… μια ακόμη έκπληξη!

 

Πολύ ωραία, Άγγελε, σε ευχαριστώ πολύ για την συνέντευξη. Εύχομαι καλή συνέχεια στο “Metal Under Hell-as” και σε όλα τα projects σου!

Ως μέλος της ομάδας ‘Metal Under Hell-as’ σε ευχαριστούμε για τη φιλοξενία και την στήριξη στην προσπάθεια... καλή συνέχεια σε ό,τι κάνεις. Προσωπικά, για όλους και για όλες εύχομαι Υγεία! Δύναμη! …heavy metal και μετά την ανάσταση των νεκρών!

Πιστεύω ότι οι περισσότεροι γνωρίζετε την ROAR! Rock of Angels Records. Πρόκειται για μία από τις μεγαλύτερες hard rock/heavy metal δικσογραφικές εταιρείες της Ελλάδας, με πλήθος αξιόλογων κυκλοφοριών μέχρι σήμερα. Στην στήλη Made in Greece, αφιερωμένη καθώς είναι στα rock και metal πράγματα της χώρας μας, αποφασίσαμε ως Myth of Rock να ανοίξουμε κουβέντα με τον ιθύνοντα νου της ROAR!, Άκη Κοσμίδη, η οποία κουβέντα αποδείχθηκε πολύ ενδιαφέρουσα και άκρως αποκαλυπτική! Διότι η ROAR! δεν είναι ένα απλό record label… Κυρίες και κύριοι, με τιμή καλωσορίζουμε τον κο. Άκη Κοσμίδη, που απαντά στις ερωτήσεις μας με τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο!

από τον Δημήτρη Ζαχαρόπουλο

Πότε και από ποιους ιδρύθηκε η Rock of Angels Records;

Η Rock of Angels Records ιδρύθηκε το 2013 από τον Άκη Κοσμίδη.

Ποιες είναι οι κεντρικές λειτουργίες/υπηρεσίες της Rock of Angels Records;

Η ROAR! Rock of Angels Records είναι το δισκογραφικό κομμάτι της εταιρείας μας, Infinity Entertainment Music. Η Infinity έχει αρκετές δραστηριότητες, με πρώτη τη δισκογραφία, που ναυαρχίδα της είναι η ROAR!, όμως υπάρχουν και άλλα labels, όπως η Growl και η 3C. Ως Infinity γίνονται κυρίως ψηφιακές κυκλοφορίες και από διαφορετικά είδη μουσικής.

Το δεύτερο σκέλος είναι το χονδρικό εμπόριο, αφού εκπροσωπούμε κατ’ αποκλειστικότητα στην Ελλάδα, διάφορες γνωστές, ανεξάρτητες εταιρείες, όπως οι Nuclear Blast, AFM, SPV, Frontiers, Season Of Mist, Metal Blade και πολλές άλλες.

Το τρίτο σκέλος είναι η λιανική πώληση μέσω του internet shop μας, www.musicmegastore.com όπου προσφέρουμε μία πολύ μεγάλη γκάμα από CD, βινύλια και merchandise.

Το τέταρτο σκέλος είναι η λειτουργία της Infinity ως εταιρία publishing, όπου διαχειριζόμαστε τα πνευματικά δικαιώματα καλλιτεχνών.

H Rock of Angels Records ανήκει εδώ και χρόνια στις μεγαλύτερες hard rock/heavy metal δισκογραφικές εταιρείες της Ελλάδας. Χρειάστηκε να περάσετε πολλά εμπόδια, να κάνετε πολλές θυσίες, ώστε να γίνει η ROAR! το μεγάλο label, που είναι σήμερα; Ποια γεγονότα ήταν τα πιο σημαντικά στην εξέλιξη της ROAR!;

Το ξεκίνημα ήταν ασφαλώς πολύ δύσκολο. Στο χρονικό σημείο που ιδρύθηκε η εταιρεία, η μουσική βιομηχανία ήταν –όπως και συνεχίζει να είναι- σε άσχημη κατάσταση. Καταφέραμε όμως, με μεγάλο ενθουσιασμό και πολλή δουλειά, να την φτάσουμε στην κατάσταση που βρίσκεται σήμερα, δηλαδή να είναι μία διεθνώς αναγνωρισμένη δισκογραφική εταιρεία. Τα πιο σημαντικά γεγονότα ήταν η αποδοχή από γερμανικούς παράγοντες της metal σκηνής, καθώς ο ιδρυτής της ROAR!, Άκης Κοσμίδης, έζησε εκεί για περίπου 40 χρόνια. Καταφέραμε να εισχωρήσουμε βαθιά στην εκεί metal σκηνή από παλιές και νέες επαφές κι έπειτα εξαπλώθηκε η δραστηριότητα της εταιρίας σε όλη την Ευρώπη και την Αμερική. Ακολούθησαν σημαντικές υπογραφές καλλιτεχνών, όπως οι Ashes of Ares, του θρύλου Matt Barlow, πρώην τραγουδιστή των Iced Earth, οι Steel Prophet, οι Mystic Prophecy και άλλες μπάντες που κατάλαβαν τον ενθουσιασμό και τη δυναμική της εταιρείας, κερδίζοντας την εμπιστοσύνη τους.

Ποια ιδιώματα καλύπτει η δράση της εταιρείας; Τι μουσική πρέπει να παίζει μία μπάντα, για να απασχολήσει την RoaR;

Η ROAR! είναι μία κλασική heavy metal δισκογραφική εταιρεία. Η γκάμα της κυμαίνεται από AOR, rock, hard rock, heavy metal, power metal ως και thrash και modern metal.

Με ποια κριτήρια υπογράφετε μπάντες στην ROAR!;

Όταν μιλάμε για πρωτοεμφανιζόμενα σχήματα, το πιο σημαντικό είναι να μας αρέσει η μουσική. Θέλουμε να βλέπουμε τον ίδιο ενθουσιασμό που έχουμε κι εμείς για το hard rock/heavy metal, να είναι σε ιδανική περίπτωση μία ομάδα φίλων και να έχουν όρεξη για συναυλίες. Γενικά να είναι δραστήριοι γύρω από το συγκρότημά τους. Στις πιο “established” μπάντες, φυσικά μιλάνε και τα νούμερα των πωλήσεων κτλ.

Τι προτιμάτε πιο πολύ, να κλείνετε ελληνικές ή ξένες μπάντες;

Και τα δύο. Η ROAR! έχει αποδείξει έμπρακτα ότι έχει στηρίξει και συνεχίζει να στηρίζει σημαντικά την ελληνική metal σκηνή. Κλείνουμε, όμως, και πολλά ξένα σχήματα από διάφορες χώρες της Ευρώπης, αλλά και από την Αμερική. Στο roster μας έχουμε groups από Γερμανία, Ελβετία, Βέλγιο, Αυστρία, Σουηδία, Νορβηγία, Ηνωμένο Βασίλειο, Πορτογαλία, Ισπανία, Ιταλία, Γαλλία και ΗΠΑ.

Tι είναι πιο ωραίο, να βρίσκετε νέα ταλέντα ή να κλείνετε deal με ήδη γνωστές, μεγάλες μπάντες;

Πάλι και τα δύο. Για εμάς είναι σημαντικό το μείγμα, τα ταλέντα πάντα τα θέλουμε και προσπαθούμε να τα αναπτύξουμε με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, όμως χρειάζονται οπωσδήποτε και οι μεγάλες, οι γνωστές μπάντες για μία εταιρεία και από την επιχειρηματική πλευρά και για τη φήμη της.

Για ποιους λόγους μία ανερχόμενη μπάντα θα πρέπει να προτιμήσει να υπογράψει στην Rock of Angels και όχι σε μία άλλη δισκογραφική εταιρεία;

Επειδή έχουμε τη δυναμική και την όρεξη ως εταιρεία να κάνουμε πολλά για τα groups. Έχουμε, όμως, και τα μέσα να το κάνουμε, διότι διαθέτουμε ένα από τα καλύτερα δίκτυα διανομής στην Ευρώπη, με την Soulfood/Good to Go/Rough Trade στον χώρο του φυσικού προϊόντος, έτσι ώστε τα προϊόντα μας να είναι σε όλα τα καταστήματα και τις μεγάλες αλυσίδες της Ευρώπης. Επίσης, με την Believe, διαθέτουμε ένα από τα πιο δυνατά εργαλεία στο ψηφιακό κομμάτι, δηλαδή για streaming και download, το οποίο μας δίνει τη δυνατότητα να είμαστε σε όλα τα σημαντικά portals, όπως τα Spotify, iTunes, Amazon κτλ. Το τμήμα προώθησης έχει βαθιά γνώση στο digital marketing, όπως φυσικά και στο physical marketing. Διαθέτουμε πολλά εργαλεία, για να προωθήσουμε τα προϊόντα μας και σε κανάλια, όπως τα social media κτλ.

Πώς θα περιγράφατε το ελληνικό αγοραστικό metal κοινό; Είναι πιστό και ρομαντικό, όπως συνήθως λέγεται;

Ναι, το υπογράφουμε αυτό. Το ελληνικό metal κοινό είναι πιστό, έχει συλλέκτες που αγοράζουν τις κυκλοφορίες των αγαπημένων τους μπαντών και προσπαθούν να τις στηρίξουν όσο πιο πολύ μπορούν. Συνεχίζουν να αγοράζουν, λοιπόν, τα CD, βινύλια, boxset, merchandise, έστω κι αν ακούν στην καθημερινότητά τους την μουσική από το Spotify ή βλέπουν τα clips στο YouTube.

Πόσο δύσκολα κάνουν σήμερα τα πράγματα για μια δισκογραφική εταιρεία η ευρεία διαδοση του internet, το downloading κλπ.;

Κάθε πρόκληση και αλλαγή δημιουργεί κι ευκαιρίες. Είναι σημαντικό να βλέπουμε, λοιπόν, τις ευκαιρίες που προσφέρει το internet και να μην βλέπουμε μόνο τα αρνητικά, όπως, για παράδειγμα, την πτώση των πωλήσεων φυσικών προϊόντων. Για εμάς, είναι επιτακτικής σημασίας να παρακολουθούμε συνεχώς τις εξελίξεις, τα νέα μέσα και εργαλεία που δημιουργούνται στον ψηφιακό χώρο.

Θα μπορούσες να επιλέξεις τρία από τα πλέον αγαπημένα σου albums, που έχουν κυκλοφορήσει μέχρι σήμερα από την Rock of Angels;

Αγαπάμε όλες μας τις κυκλοφορίες και τα συγκροτήματα, αλλιώς δεν θα τα είχαμε κυκλοφορήσει/υπογράψει. Όμως, αυτό που μπορώ να σας πω από την πλευρά των οπαδών και των πωλήσεων είναι ότι ο κόσμος έχει αγαπήσει ιδιαίτερα το “Metal Division” των Mystic Prophecy, το “Hair of the Dog” των Monument, το “Well of Souls” των Ashes of Ares/Matt Barlow και πολλά άλλα.

Υπάρχει κάποια μπάντα που θα θέλατε διακαώς να υπογράψει στην Rock of Angels; Αν ναι, ποια και γιατί;

Εδώ θα πρέπει να διευκρινίσουμε αν μιλάμε για τις μπάντες, τις οποίες «φτάνουμε» με τις δυνατότητες που έχουμε σήμερα ή γενικά ποιες μπάντες θα θέλαμε να έχουμε στο roster. Αν μιλάμε γι’ αυτές που έχουμε τη δυνατότητα να υπογράψουμε, σας διαβεβαιώνω ότι έχουμε επαφές με αρκετές τέτοιες μπάντες και ευελπιστούμε να κλείσουμε σύντομα μία-δύο από αυτές, ώστε να κάνουμε τις ανακοινώσεις. Αν μιλάμε γενικά, θα μας ενδιέφερε συνεργασία με groups, όπως οι Iced Earth, Hammerfall, Helloween και γενικά οποιοδήποτε από τα μεγαθήρια του heavy metal.

Υπάρχει κάποια μπάντα που δεν υπογράψατε και μετά το μετανιώσατε;

Δεν θυμάμαι να μην έχουμε υπογράψει κάποιο group που μας άρεσε, εφόσον είχαμε τη δυνατότητα να το υπογράψουμε.

Τα δισκογραφικά συμβόλαια που υπογράφετε με τις διάφορες μπάντες είναι πάνω-κάτω όμοια, όσον αφορά τους όρους, ή αλλάζουν ανάλογα με το μέγεθος ή την αξία της μπάντας;

Έχουμε ένα standard συμφωνητικό, το οποίο φυσικά διαμορφώνεται διαφορετικά σε κάποια σημεία, ανά περίσταση και διαφέρει φυσικά από μπάντα σε μπάντα, στο οικονομικό κομμάτι.

Πολλοί λένε ότι στις μέρες μας δεν κυκλοφορούν καλοί δίσκοι. Τι θα απαντούσατε σε αυτούς;

Ότι μετά από σαράντα πέντε χρόνια στον χώρο του rock και metal, μπορώ να πω ότι αυτό το λέγαμε και στο παρελθόν. Φυσικά υπήρχαν πάντα κατά διαστήματα, ιδιαίτερες φάσεις με ιστορικές εξελίξεις. Όπως, για παράδειγμα, στις αρχές της δεκαετίας του ’70, με groups, όπως οι Deep Purple, Black Sabbath και Led Zeppelin, μετά τα ‘80s με το NWOBHM, τα ‘90s με τις δικές τους μεγάλες μπάντες κτλ. Ίσως, πάντως, έχουν ένα δίκιο όσοι ισχυρίζονται κάτι τέτοιο για τις ημέρες μας, διότι όντως περιμένουμε το “next big thing”…

Το μήνυμά σας προς τους hard rock/heavy metal οπαδούς, που περιμένουν εναγωνίως να ακούσουν τις νέες κυκλοφορίες της Rock of Angels Records.

Σύντομα θα έχουμε ενδιαφέρουσες ανακοινώσεις για νέες υπογραφές. Προς το παρόν, μπορώ να σας πω ότι ξεκινώντας από το τέλος του 2020, με κυκλοφορίες ελληνικών συγκροτημάτων όπως Phase Reverse και Full House Brew Crew, του Βαγγέλη Καρζή, το 2021 θα είναι γεμάτο metal και εκπλήξεις.


 www.roar.gr

www.musicmegastore.com

infinity-entertainment.eu

https://www.facebook.com/RockofAngelsRecords/

This email address is being protected from spambots. You need JavaScript enabled to view it.
 
 

 

Το Made in Greece, αφιερωμένο καθώς είναι στις προσωπικότητες του rock/metal χώρου στην Ελλάδα, ήταν θέμα χρόνου να έχει ως καλεσμένο τον Μιχάλη Νοχό, έναν από τους πιο γνωστούς Έλληνες metal DJ. Γνωστός και με το ακρωνύμιο HMRM!, ο Μιχάλης Νοχός έχει συνδεθεί με την νυχτερινή διασκέδαση και το κέφι των Ελλήνων metalheads στα metal bars/clubs της Αθήνας, αλλά και της επαρχίας! Προσωπικά έχω πιει άπειρες μπύρες υπό τις μουσικές επιλογές του Μιχάλη στα dexx διαφόρων bars/clubs, και πιστεύω λίγο – πολύ και οι περισσότεροι από εμάς! Ήρθε, λοιπόν, η ώρα να … ανακρίνουμε τον Μιχάλη, ο οποίος κυριολεκτικά πολιορκήθηκε από ολόκληρη σειρά ερωτήσεων, είχε ωστόσο πολλά ωραία και ενδιαφέροντα να πει, με τον όμορφο και γλαφυρό λόγο του. Παρακαλώ, στο Myth of Rock και τον Δημήτρη Ζαχαρόπουλο μιλά ο Μιχάλης Νοχός! Metal και τα μυαλά στα κάγγελα, ρε!


Καλημέρα Μιχάλη!

Καλημέρα Δημήτρη και ευχαριστώ πολύ για την τιμή!

 

Πότε άρχισες να ασχολείσαι με το heavy metal; Με ποιες μπάντες «μπήκες» στο heavy metal; Τι θυμάσαι από τα πρώτα χρόνια, που ξεκίνησες να ακούς heavy metal;

Η πρώτη μου επαφή με το heavy metal ήταν κάπου στις αρχές του 1986 … Τουλάχιστον το χρονικό σημείο το προσδιορίζω καλύτερα και από το τεύχος του γνωστού έντυπου μουσικού περιοδικού σκληρής μουσικής (αν και τότε μόνο σε ελληνική έκδοση), που πήρα πρώτη φορά εκείνη την εποχή. Το «μπάσιμο» έγινε με κλασικές hard/heavy μπάντες, όπως Scorpions, Saxon, Deep Purple, Accept κλπ. … δεν θα μπορούσε να γίνει και αλλιώς τότε, ευτυχώς δηλαδή, αλλά αυτό είναι μια άλλη μεγάλη κουβέντα περί θεμελίων και σωστών βάσεων για το ξεκίνημα ενός νέου metalhead, σε αντιπαράθεση εννοώ με το σήμερα, το internet, την ταχεία, άμεση και πολλαπλή πληροφόρηση και κατά πόσο αυτό βοηθά ή βλάπτει κάποιον στο ξεκίνημά του! Σίγουρα πολλές οι αναμνήσεις από τότε και μένουν για πάντα ζωντανές και αναπολούμε συχνά τα ωραία εκείνα πρώτα χρόνια… Και περίεργα, εκτός των άλλων, π.χ. ακόμα και σαν έφηβος το να ντυθείς, όπως αισθανόσουν, με πιο ροκάδικο/χεβιμεταλάδικο στυλ (ραφτά, δερμάτινα, αλυσίδες, καρφιά κλπ.) ήταν πολύ δύσκολο, ή να αφήσεις μακριά μαλλιά… ερχόσουν σε σύγκρουση με την οικογένεια, τα βλέμματα της γειτονιάς ή της κοινωνίας εν γένει! Πολύ συχνά ήσουν ο αλήτης, ο πρεζάκιας κλπ. αν κάποιος δεν σε ήξερε καλά, αλλά και πάλι διατηρούσε τις επιφυλάξεις του! Σου λέει πάει αυτός, καλό παιδί ήταν, αλλά «χάλασε», έγινε μαλλιάς, παλιοχαρακτήρας (όπως λέγαμε αστειευόμενοι και αυτοσαρκαζόμενοι και εμείς οι ίδιοι). Από την μία, εγώ πιτσιρίκι αγόραζα στενά, «κολλητά» παντελόνια από το Μοναστηράκι και από την άλλη, η μητέρα μου τα έσκιζε και τα πέταγε! Είχε έτοιμη και την δικαιολογία «…δεν θα μπορείς να κάνεις παιδιά μεθαύριο έλεγε» …! Ωραία χρόνια, με δημιουργικές κόντρες που  διαμόρφωσαν όμως τον  χαρακτήρα και την προσωπικότητά μου (μουσική και μη), και όπως βλέπεις, αντέχω μέχρι σήμερα, όντας όλο και πιο πιστός και ταγμένος στην μουσική μας!

 

Ποια είναι τα αγαπημένα σου metal συγκροτήματα;

Εντάξει είναι πασιφανές από την … αρχαιότητα, χαχαχα, ότι η αγαπημένη μου μπάντα είναι οι Manowar! Φυσικά έχει μεγάλο πλούτο η μουσική μας, αλλά θα αναφέρω ακόμα μερικά ονόματα που ξεχωρίζω, όπως Warlord, Manilla Road, Omen, Heavy Load, Cirirth Ungol, Jag Panzer, Brocas Helm και Accept, Judas Priest, Twisted Sister, Iron Maiden, Slayer κ.α.

 

Είσαι από τους πιο γνωστούς Έλληνες metal DJ. Βγάζεις τα προς το ζην από το DJ-ing;

Ωωωωω ευχαριστώ, χαχα! Όχι, τα προς το ζην όχι, ευτυχώς έχω my day job που λένε, αλλά δυστυχώς που δεν γίνεται να έχω και το hobby ως επάγγελμα, αυτό θα ήταν το ιδανικό, αλλά πολύ δύσκολο έως ακατόρθωτο στην περίπτωσή μας! Αν αναλογιστεί κανείς ότι εν πολλοίς ισχύει το ίδιο ακόμα και για τους μουσικούς, φαντάσου για έναν DJ! Εκτός αν είσαι ο van Buuren, χαχαχα! Από την άλλη βέβαια, ως κάτι εξτρά, μετά από τόσα χρόνια και δόξα τω Θεώ αρκετή ζήτηση προς το πρόσωπό μου, που σημαίνει ότι μπορώ να έχω πολλές βραδιές κλεισμένες στο καλεντάρι μου, για να παίξω μέσα στο μήνα, ήταν και είναι πάντα καλοδεχούμενο το όποιο νυχτοκάματο που με βοήθησε αρκετά, ιδιαίτερα σε δύσκολες – οικονομικά - περιόδους!  Φυσικά αυτό το εξτρά και δεν το σνομπάρω, και μάλιστα θεωρώ ότι, αφού έχω δουλειά και κάποιο εισόδημα σταθερό, μπορώ να εξασκήσω το hobby μου, το DJ-ing εν προκειμένω, με ακόμα μεγαλύτερη άνεση, αυτοπεποίθηση και συνέπεια. 

 

Ποια ιδιώματα καλύπτεις ως DJ;

 Κοίτα, θεωρώ καλύπτω ένα μεγάλο φάσμα της σκληρής μουσικής, το μεγαλύτερο, αλλά σαφώς δεν μπορείς να είσαι το ίδιο καλός και ενημερωμένος σε όλα! Το κλασικό – παραδοσιακό, όπως προτιμώ να το λέω - heavy, το epic/power και το NWOBHM είναι τα αγαπημένα μου είδη στο metal, άρα μπορώ να διεισδύσω και καλύτερα να τα αποδώσω… επίσης, όποτε το απαιτήσει  η βραδιά, ο χώρος και κυρίως το κοινό που έχω απέναντί μου ως στόχο να διασκεδάσω, θα επεκταθώ άνετα και σε rock, hard rock ή thrash από την άλλη μονοπάτια! Death, black, alternative, nu metal, κλπ. τα αγγίζω λιγότερο, επειδή από τη μια δεν εμπίπτουν στο πεδίο γνώσεων/προτιμήσεών μου, αλλά και εκ των πραγμάτων οι βραδιές μου θέλω να έχουν άλλο χαρακτήρα… το να ικανοποιήσω μια μουσική επιθυμία ενός ή περισσοτέρων θαμώνων βάζοντας κάτι ‘ξεκάρφωτο’ από αυτά που συνήθως παίζω, είναι κάτι θεμιτό και μέσα στο παιχνίδι, αρκεί να γίνει με τον σωστό τρόπο (άλλη μεγάλη κουβέντα σε συνάρτηση με τις ‘παραγγελιές’, τρόπο συμπεριφοράς του DJ και εν γένει το αλισβερίσι μεταξύ όσων βρίσκονται μέσα vs αυτών έξω από την μπάρα! Νομίζω όμως παρακάτω μας δίνεται η ευκαιρία να τα πούμε αυτά καλύτερα…).

 

Πότε και σε ποιο μαγαζί ξεκίνησες να παίζεις μουσική ως DJ; Πώς και καταπιάστηκες με το DJ-ing;

Ξεκίνησα το Μάη του 1995 στην ιστορική Fame, μια pub στο Περιστέρι (not to be confused με την Fame που υπάρχει τώρα στο Μπουρνάζι, παρόλο που έχω παίξει/παίζω και εκεί). Το μαγαζί αυτό ήταν καθημερινό σχεδόν στέκι μας για χρόνια μέχρι που άλλαξε διεύθυνση και το πήρε ένας φίλος μου, ο Αντώνης, ο οποίος μου πρότεινε την θέση του DJ. Παρόλο που δεν είχα ξανακάνει κάτι ανάλογο μέχρι τότε, απλά ‘χωνόμουν’ και την ‘έψαχνα’ (‘zines, tape trading κλπ), όπως λέμε με την μουσική μας γενικώς, οπότε νομίζω ήμουν ο πλέον κατάλληλος τουλάχιστον να δοκιμαστώ σε κάτι τέτοιο. Τελικά, ήρθε και έδεσε, γιατί από την πρώτη στιγμή αγάπησα το DJ-ing και το έκανα με πάθος και προσήλωση, ίσως για αυτό συνεχίζω αισίως στον 26ο χρόνο σερί και αδιαλείπτως! Στην Fame που ξεκίνησα έπαιζα για 5 χρόνια (1995 – 2000) ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ!

 

Με ποια μαγαζιά έχεις συνεργαστεί ως DJ μέχρι σήμερα;

Τώρα μάλιστα! Είναι πάρα πολλά, όμως τα έχω καταγράψει από άλλες συνεντεύξεις, οπότε δεν με κουράζεις ιδιαίτερα, χαχαχα! Και θα τα αναφέρουμε, με τη σημείωση βέβαια ότι ως resident ήμουν και είμαι σε ορισμένα από αυτά, σε κάποια άλλα έπαιξα ως guest μια-δυο φορές ή λίγο παραπάνω κλπ. Λοιπόν, έχουμε και λέμε: Fame (original), Saloon, Πατατράκ, Διόνυσος, Σκορπιός, Texas, Underworld, Underground club, Underground Cafe, Bat City, Rainbow, Revenge of Rock, Ragnarok, Juggler, Dizzy, Dr. Feelgood, The Pub, Fame (new), Alligator - Old Boy, Nathan's Saloon, Salida, Paranoid (new), Remedy, Rock Street, The Crow, Rock Dragon, Foka Negra, Αλχημιστής, Πέτρινο, Outlaw, On Stage, Πειρατής, DreamQuest, Johnny's Rock Bar, Excalibur, Isengard, Κύκλωπας, Legacy, Wizard, Malloy's, Tithora, City cafe, Arch, Στον Αέρα live stage, Rock House (Ηχόχρωμα), Σκαραβαίος, Barock, Second Skin, Patirdi, Roi Mat, Jasmin, Cult, Bullet, και επαρχία σε Avalon (Χανιά), Rising (Τρίκαλα), Route 66 (Ηράκλειο), 8Ball (Θεσ/νικη) and steel counting …!

 

Είσαι γνωστός με το ακρωνύμιο HMRM (“Heavy Metal Re Mounia”). Πώς καθιερώθηκε αυτό;

Πολύ σωστά (μόνη μικρή διόρθωση το ! στο τέλος, HMRM! δηλαδή, χαχαχα) κοίτα να σου πω την αλήθεια δεν θυμάμαι πότε το είπα πρώτη φορά, ήταν σίγουρα σε κάποιο live και πάνω στην έκσταση και στον ενθουσιασμό το φώναξα, αυτό έγινε αρκετές φορές, και σε επόμενα live εννοώ, οπότε μετά δεν ήθελε και πολύ να «κολλήσει», όπως τα ψευδώνυμα! Και έχει μείνει ιστορική ατάκα (μέχρι και τραγούδι το έκαναν οι Convixion!) και το χρησιμοποιώ ως … καλλιτεχνικό, χαχα, για τα DJλίκια μου. Στα live πλέον έχει εμπλουτιστεί η ατάκα και έχει γίνει σύνθημα που το τραγουδάμε πολλοί μαζί, 1…2…3… και πάμε: «Heavy Metal σ’ αγαπώ, να ξενερώσω δεν μπορώ, θα το φωνάζω δυνατά, metal ρε μουνιά!».

 

Ποιες μέρες της εβδομάδας παίζεις συνήθως ως DJ; Εσύ ποιες μέρες προτιμάς και γιατί;

Δεν είναι θέμα προτίμησης, είναι θέμα περιστάσεων…. Πάντα έπαιζα οποιαδήποτε μέρα, δεν είχα πρόβλημα… Όπως είπα πριν, στην Fame (φοιτητής τότε) έπαιζα κάθε μέρα για 5 χρόνια! Είχα τον χρόνο και την άνεση να το κάνω. Ούτε είχα το ψώνιο να παίξω και καλά μόνο, όταν θα έχει κόσμο κάπου, το Σάββατο π.χ. Εγώ όταν έπαιζα καθημερινές στο Texas ήταν σαν Σάββατο από κόσμο… άλλες εποχές, ΟΚ! Πλέον παίζω Παρασκευές, Σάββατα (και παραμονές αργιών κλπ.), μιας και έχω και το πρωινό ξύπνημα για την «κανονική» εργασία. Γενικά όμως, όπως λέμε και παραπάνω, αυτό σιγά σιγά άλλαξε λόγω των συνθηκών και «βολεύτηκαν» αρκετά από τα μαγαζιά με «αυτόματο πιλότο» και έτοιμες μουσικές λίστες για τις καθημερινές, ή με το να εκτελεί χρέη DJ ο μπάρμαν ή/και να ψευτοπαίζει ο ιδιοκτήτης, ώστε να μειώνονται τα έξοδα λειτουργίας του καταστήματος. Αναγκαίο κακό, ΟΚ, αν δεν «βγαίνεις» … Όμως τα δικά μας (ροκάδικα) στέκια θεωρώ «πουλάνε» πρωτίστως μουσική και ο θαμώνας θα έρθει κυρίως για αυτό, οπότε είναι μια σημαντική παράμετρος που θέλει και την ανάλογη φροντίδα … 

 

Προσχεδιάζεις τι θα παίξεις ή κάνεις πρόγραμμα αυθόρμητα;

Όχι! Ποτέ δεν προσχεδιάζω και ό,τι παίζω βγαίνει επί τόπου… Σίγουρα έχω ένα πλάνο γενικό του ύφους που θα ακολουθήσω, αναλόγως το μαγαζί που παίζω κάθε φορά … πολύ γενικά, όμως, γιατί αναλαμβάνοντας τα dexx, τα εκάστοτε τραγούδια επιλέγονται αυθόρμητα όπως λες, «φρέσκα» και «ολοζώντανα», χαχα, το ένα φέρνει μετά το άλλο! Αυτή είναι και η μαγεία! Να μην ξέρω ούτε εγώ ο ίδιος τι θα ακολουθήσει και να το απολαμβάνω μαζί με τον κόσμο την ώρα που το επιλέγω …  Μικρή εξαίρεση τα θεματικά parties, που εκεί ενδέχεται (βασικά επιβάλλεται) να έχει γίνει μια προεργασία και μια συλλογή από συγκεκριμένα τραγούδια που θα «ντύσουν» μουσικά το event, αλλά και αυτά κάποια στιγμή με τη σειρά τους θα πρέπει να αναμειχθούν δημιουργικά με το υπόλοιπο πρόγραμμα, οπότε πάλι καταλήγουμε σε live DJ, όπως λένε και στο χωριό μου! Ακόμα μικρότερη εξαίρεση, αλλά και αυτή έχει την (μεγάλη) χάρη της, αποτελούν κάποια τραγούδια που μού αρέσει να συνδυάζω στο mix, γιατί ταιριάζουν είτε μουσικά, είτε στιχουργικά ή ακόμα και απλώς θεματικά! Οπότε αυτά πάνε συνήθως πακέτο μαζί κλπ. και το αποτέλεσμα στο αυτί είναι φανταστικό, μιας και μπορείς π.χ. να ακούσεις δύο ή και τρία διαφορετικά τραγούδια στη σειρά και να έχουν «κολλήσει» τόσο αρμονικά ως ένα! Αυτό εξάλλου είναι και το DJ-ing, όχι απλώς βάζω παραθετικά το ένα μετά το άλλο τραγούδι και τέλος … Σαφώς στο rock/metal δεν συμβαίνει τόσο συχνά και τόσο «αναγκαία», όπως σε άλλες μουσικές (π.χ. ηλεκτρονική), αλλά όταν και όσο μπορείς να το κάνεις, είναι γαμώ!

 

Ο DJ πρέπει να προσαρμόζει το πρόγραμμά του στα γούστα, τις αντιδράσεις, τα σχόλια κλπ. των εκάστοτε πελατών ενός μαγαζιού;

Και ναι και όχι! Τι εννοώ… η αλήθεια βρίσκεται (εκτός από τους Sex Pistols) κάπου στη μέση. Πιστεύω χρειάζεται μια ισορροπία ανάμεσα σε αυτά που αναφέρεις (γούστα, αντιδράσεις, σχόλια) και την προσωπική πινελιά, φιλτράρισμα, οπτική και τελικό πιλοτάρισμα από τον DJ. Αλλιώς θα χρειαζόμασταν απλώς ένα juke box! Αλλά δεν πάει έτσι… ο DJ είναι εκεί, για να παίξει με τον όσο το δυνατό πιο σωστό και ενδεδειγμένο τρόπο (καθορίζεται από τον εκάστοτε DJ και αναλόγως έχουμε επιτυχία ή όχι) αυτά που θα ήθελαν να ακούσουν οι θαμώνες, αλλά και να μάθουν, να αγαπήσουν και νέα ακούσματα.

 

Πόσο σημαντικό είναι ένας DJ να κάνει το χατίρι του κόσμου, παίζοντας «παραγγελιές»;

Είμαι από αυτούς που το τηρούν! Σε αντίθεση με πολλούς συναδέλφους που γνώρισα κατά καιρούς. Είναι σημαντικό και το κάνω σε μεγάλο βαθμό … όμως υπάρχουν και τα όρια! Αν βάλεις τα σωστά όρια (ποσοτικά και χρονικά) ακόμα και στις «παραγγελιές» είσαι κομπλέ!  Επίσης, πολύ σημαντικό για μένα ο τρόπος που θα συνεννοηθεί ο DJ και η συμπεριφορά του απέναντι στον θαμώνα. Μπορεί να τού ικανοποιήσεις την «παραγγελιά» αλλά με περίεργο ύφος και «στράβωμα» που λέμε, οπότε να τού βγει ξινό και από την μύτη, ενώ αντίθετα μπορείς να τον κερδίσεις ακόμα και αν δεν του παίξεις (είτε γιατί δεν ταίριαζε στο πρόγραμμα είτε γιατί το ξέχασες κλπ.) το τραγούδι του, αρκεί να ξέρεις  πώς να μιλήσεις και να φερθείς. 

 

Πόσο επηρεάζουν τη διασκέδαση του κόσμου, το κέφι σε ένα μαγαζί οι μουσικές επιλογές ενός DJ;

Απόλυτα! Το Α και το Ω! ΟΚ, σαφώς υπάρχουν και άλλα στοιχεία που θα επηρεάσουν την ατμόσφαιρα και το κέφι σε ένα bar/club, αλλά η μουσική είναι αυτή που έχει τον κύριο λόγο. Άρα ο DJ και ο τρόπος που την διαχειρίζεται … Επίσης, με την λέξη κέφι που θέτεις στην ερώτηση, μού δίνεις πάσα, για να πω ότι, εκτός από την συγκεκριμένη μουσική που υποτίθεται πρέπει να ακουστεί σε έναν χώρο, για να φτάσουμε στο κέφι, διασκέδαση κλπ., υπάρχουν και ευχάριστες μουσικές (από ελληνική ή άλλη σκηνή) ή οπτικές «σφήνες», που ο DJ μπορεί να χρησιμοποιήσει ως ευχάριστα διαλείμματα, ανεβάζοντας το κέφι και την διάθεση του κόσμου (ένα χιουμοριστικό βίντεο, αθάνατες ατάκες παλιού ελληνικού κινηματογράφου, ένα θεαματικό βίντεο π.χ. από αγώνες ταχύτητας που θα το συνδυάσει και με ανάλογο τραγούδι στην συνέχεια κλπ.). Επίσης, αυτές οι «σφήνες» συχνά βολεύουν και πρακτικά ως μουσικές γέφυρες! Για να αλλάξεις λίγο το ύφος και να περάσεις άμεσα από ένα ιδίωμα σε κάποιο άλλο (πάντα εντός του heavy metal), χωρίς να ταυτιστούν άμεσα το τελευταίο τραγούδι που ακούστηκε πριν το χιουμοριστικό βίντεο π.χ. με το επόμενο που θα το ακολουθήσει!

 

Παίζεις τραγούδια από μπάντες που δεν σου αρέσουν καθόλου, ακόμη κι αν ανήκουν στα λεγόμενα «ιδιώματά σου»; Και αντίθετα, παίζεις πολλά τραγούδια από τις αγαπημένες σου μπάντες;

Ναι σε όλα! Αλλιώς κάθομαι σπίτι μου και παίζω/ακούω ό,τι αρέσει σε μένα. Σίγουρα βάζω μπάντες και τραγούδια που δεν μου αρέσουν, γιατί εκεί βρίσκομαι, για να παίζω για τον κόσμο! ΟΜΩΣ, για να γίνει αυτό σωστά, θα πρέπει και εγώ να περνάω καλά και να είμαι σε … φόρμα ώστε να διασκεδάσω και τους άλλους, οπότε θα βρω και τον τρόπο να «κουμπώσω» αρκετές από τις μπάντες που αγαπώ και τα αντίστοιχα tracks τους. 

 

Το πρόγραμμα ενός DJ πρέπει να αλλάζει κάθε βράδυ;

Βασικά ναι! Για πολλούς λόγους… Εξαρτάται κιόλας αν μιλάμε για το ίδιο μαγαζί. Γιατί υποθετικά αν παίξω ακριβώς το ίδιο πρόγραμμα Παρασκευή σε ένα στέκι και Σάββατο σε άλλο με διαφορετικό κοινό, ποιο το πρόβλημα;! Δεν θα το κάνω φυσικά, γιατί πρώτος εγώ θα έχω πρόβλημα και θα βαρεθώ, εξάλλου, όπως είπαμε, το πρόγραμμα βγαίνει αυθόρμητα και όχι κονσέρβα, οπότε κάθε βράδυ, όπου και να είμαι, ναι, θα παρουσιάσω και κάτι διαφορετικό.

 

Σού αρέσουν οι θεματικές βραδιές, όπως αφιερώματα σε μπάντες, ιδιώματα, χώρες, διάφορα parties/events κ.λπ.;

Ναι! Πάρα πολύ! Και νομίζω αυτά τα 26 χρόνια το έχω αποδείξει με τον πλέον εύγλωττο και χαρακτηριστικό τρόπο. Χιλιάδες αφιερώματα σε ιδιώματα, χώρες, band vs band battles, σε καλλιτέχνες μεμονωμένους, αποκριάτικα, release parties, τα Μπάχαλα (όπως τα έχω ονομάσει) και πάρα πολλά ακόμα … Αλλά και τα τελευταία 10 περίπου χρόνια τα πλέον ιδιαίτερα events με σφραγίδα HMRM!, που είναι ένας συνδυασμός μουσικής και γαστρονομίας, όπως η εκδρομή στα Δερβενοχώρια για την Metal Προβατίνα, το Heavy Burger/Metal Pizza κ.ά. Θεωρώ ότι τα θε(α)ματικά events χρειάζονται, για να εξάπτουν το ενδιαφέρον, να ενισχύουν την διασκέδαση του κόσμου και να τον ιντριγκάρουν. Μία στο τόσο χρειάζεται αυτή η αλλαγή και παρέκκλιση από το καθιερωμένο πρόγραμμα και dj σετ της εκάστοτε εβδομάδας. Εξάλλου, πολλά από τα θεματικά parties γίνονται με αφορμή ή συνδυάζονται με κάποια εορτή ή ημερολογιακή συγκυρία, για να προσδώσουν ιδιαίτερη και δέουσα αίγλη σε κάποιο τιμώμενο γεγονός κλπ. 

 

Πόσο σημαντικό είναι για έναν DJ να ενημερώνεται για τα μουσικά δρώμενα;

Πολύ σημαντικό και αυτονόητο. Δεν νομίζω να χρειάζεται περαιτέρω επεξήγηση. Φυσικά παλιότερα αυτός ο ρόλος, με την έννοια να παρουσιάσει ο DJ κάτι καινούριο στον κόσμο, ήταν πιο ενεργός, λειτουργικός και επιβαλλόμενος, ΟΚ, τώρα είναι λίγο διαφορετικά τα πράγματα … τα μέσα και οι τρόποι πληροφόρησης είναι περισσότεροι και πιο προσιτοί σε όλους, αλλά αυτό δεν μειώνει καθόλου την ανάγκη για διαρκή ενημέρωση του DJ, τουναντίον την κάνει  πιο επιτακτική και το έργο του πιο (δημιουργικά) δύσκολο.

 

Σε ενδιαφέρει ως DJ να μάθεις στον κόσμο νέες μπάντες ή παλαιότερες obscure μπάντες;

Με ενδιαφέρει να διασκεδάσει ο κόσμος. Όταν για να γίνει αυτό κρίνω ότι θα χρειαστεί μαζί με το κλασικό, ήδη γνωστό και αγαπημένο, να προσφέρω και κάτι πιο «ψαγμένο», παλιό ή μια νέα μπάντα που με συγκίνησε, θεωρώντας ότι αξίζει και θα «κερδίσει» τους θαμώνες, ναι, φυσικά και θα το κάνω. Βασικά αυτός ήταν νομίζω και ο λόγος που στο ξεκίνημά μου (αλλά και πάντα), σε εποχές (ειδικά προ internet) που δεν παιζόταν το κάτι διαφορετικό στα μαγαζιά, είχα την γνώση, ευκαιρία και επιθυμία να το ρισκάρω και έτσι πορεύτηκα. ΟΜΩΣ, θέλει μεγάλη προσοχή στο όριο, τρόπο, αναλογίες και περίσταση που θα συνδυάσεις το «άγνωστο» με το mainstream. Δεν είναι σε κάθε μαγαζί φασόν η δουλειά αυτή, έχει ιδιαιτερότητες, όπως έχει το κάθε στέκι και ο εκάστοτε κόσμος τους. Ο DJ επομένως πρέπει να προσαρμόζεται ανάλογα.

 

Οφείλει ένας DJ να επενδύει χρήματα, για να εμπλουτίζει τη μουσική συλλογή του, να αγοράζει εξοπλισμό, να κάνει back-up κλπ.;

Επιβάλλεται! Από πού να ξεκινήσω… σαφώς και η μουσική συλλογή μου εμπλουτίζεται σχεδόν κάθε μέρα! Και η προσωπική και το υλικό που προορίζεται για να χρησιμοποιήσω στα dj sets μου. Αυτονόητο και αυτό νομίζω. Ποτέ δεν δίστασα να ξοδέψω χρήματα, για να αγοράσω εξοπλισμό (laptop, προγράμματα, τσάντες/θήκες για CDs/DVDs, κάρτες ήχου για αναβάθμιση της ποιότητας, controllers κλπ.) και όλα αυτά όχι για προσωπική χρήση στο σπίτι εννοώ, αλλά για να μπορέσω να είμαι πιο ποιοτικός και αποτελεσματικός στις βραδιές που παίζω στα μαγαζιά, μιας και αυτά (ενώ όφειλαν) δεν τα παρείχαν. Ακόμα και έτσι, θεωρώ ότι, επενδύοντας σε κάτι τέτοιο, δεν ζημιώθηκα, αλλά αμείφθηκα στο βάθος χρόνου, φτιάχνοντας ένα καλό όνομα στην «πιάτσα», δημιουργώντας ένα fan base που με ακολουθούσε (και δεν αποτελούνταν μόνο από φίλους που με ήξεραν προσωπικά), εδραιώνοντας τη φήμη μου, με αποτέλεσμα να έχω πάντα προτάσεις για συνεργασίες κλπ. Για παράδειγμα, θυμάμαι στο Τexas club στην Ιπποκράτους, όταν έβαλαν DVD players και οθόνες, εποχές προ δυνατότητας downloading, γρήγορου internet κλπ., αγόραζα από έναν τύπο στην Αμερική γραμμένα DVDs, με video clips και live shows, γιατί ήθελα να έχω υλικό που δεν υπήρχε ή έβρισκες εύκολα, ώστε να μπορώ να παρουσιάσω κάτι νέο, κάτι διαφορετικό κλπ. …  και αυτό το κόστος αντί να το επωμίζονται τα μαγαζιά για τον κόσμο τους, εγώ το έκανα από πάρτη μου, γιατί μ’ άρεσε και ήθελα να  προσφέρω ό,τι καλύτερο και σπάνιο στους θαμώνες! Μιας και λες για back up, χαχα, εντάξει, καταλαβαίνεις μετά από 26 χρόνια πόσο σημαντικό είναι να προφυλάξω και να διατηρήσω σώο και ασφαλές το υλικό μου, διπλά και τρίδιπλα τα back ups!

 

Πόσο σημαντικό είναι ένας DJ να είναι ευγενικός, προσιτός και φιλικός με τον κόσμο;

Νομίζω από μόνος σου απαντάς, μόνο και που θίγεις και ανοίγεις τέτοια θέματα! Φυσικό και ανθρώπινο και αν μη τι άλλο, επιβάλλεται και αυτό κατ’ εμέ, (και) ο DJ να είναι φιλικός και προσιτός στον κόσμο! Δεν είναι θεός (όπως την έχουν «δει» πολλοί), ούτε ο απλησίαστος που πρέπει να τον αφήσουμε στην ησυχία του να κάνει τη δουλειά του. Πρέπει να έχει τα άντερα και την θέληση βασικά να το κάνει από μόνος του… να έχει το νου του στο μουσικό πρόγραμμα και ροή της βραδιάς, αλλά και να έρχεται σε επαφή και επικοινωνία με τον κόσμο που υπάρχει γύρω, και όχι μόνο, όταν τον προσεγγίζουν για μια «παραγγελιά»! Καλά άστο, εγώ βρίσκομαι στο άλλο άκρο! Βγαίνω συχνά πυκνά (και το ξέρουν όσοι έρχονται στις βραδιές μου) έξω από τον χώρο που παίζω μουσική, για να χαιρετίσω κόσμο, να κάνω έναν χαβαλέ, μια πλάκα ή ο,τιδήποτε άλλο (ακόμα και να βοηθήσω σε ένα service αν χρειαστεί κλπ. …) Είναι μια διαδικασία πολύπλευρη και όχι στατική για μένα, απόδειξη δεν κάθομαι ποτέ! Όσες ώρες παίζω είμαι όρθιος φυσικά! Ποτέ δεν ένιωσα καλά (αν και θα ήταν πολύ πιο ξεκούραστο) να παίξω μουσική καθιστός, ούτε καν σε ψηλό σκαμπό έστω ακουμπισμένος (ακόμα και αν έχω έρθει σερί από το μεσημέρι και έχοντας επιβιώσει από ένα Up The Hammers ή άλλο fest, live κλπ.!!). Όποτε φτάνω στο μαγαζί και βλέπω στο DJ booth κάθισμα/σκαμπό κλπ., τα διώχνω μακριά, με ενοχλούν, χαχαχα!     

 

Σήμερα πολλοί αυτοαποκαλούνται DJ, χωρίς να «το έχουν». Πώς βλέπεις εσύ το όλο πράγμα;

Κοίτα, αυτούς βασικά τους έφτιαξε το «σύστημα» (και στη συνέχεια το ΥouΤube)… δηλαδή, όταν το κάθε μαγαζί και ο υπεύθυνος του, ειδικά σε περιόδους που δεν πηγαίνει καλά ως επιχείρηση κλπ., δίνει την ευκαιρία στον κάθε τυχόντα (επειδή π.χ. ήταν καλός και μόνιμος θαμώνας, επειδή αυτοπροτάθηκε, επειδή είχε πολλές διασυνδέσεις που θα έφερναν κόσμο κλπ.) να αναλάβει βραδιές, και μάλιστα κρίσιμες (θεματικά parties, Σάββατα), χωρίς πριν να έχει δοκιμαστεί και αποδείξει την αξία του (σε όλα τα επίπεδα και ως DJ και ως άνθρωπος), τότε, ακόμα και αν είχε τη δυναμική και τα φόντα να κάνει κάτι αξιόλογο (μέσα και μετά από εμπειρία, όμως, και δουλειά), το πιο πιθανό είναι να μην πετύχει το όλο εγχείρημα. Πόσο μάλλον, όταν δεν το «έχει» όπως λες με τίποτα, γιατί δεν φτάνουν μόνο οι ξερές μουσικές γνώσεις στην τελική (τι λέμε τόση ώρα εδώ μέσα!), όπως επίσης δεν μπορεί να γίνει DJ ο κάθε ηχολήπτης, μουσικός κλπ.! Αυτοί από μόνοι τους είναι άλλοι κλάδοι και παρακαλώ πολύ, προς όφελος της νύχτας και της διασκέδασης όλων μας, παίδες, μην συγχέετε ρόλους και για το πού είναι ο καθένας προορισμένος! Και εγώ ξεκίνησα και έκανα κιθάρα κάποτε δύο χρόνια! Με το ζόρι να γίνω κιθαρίστας!; Αφού δεν το «είχα»! (αν και εδώ που τα λέμε θα προτιμούσα να έχω καλή φωνή και να είμαι ένας frontman! Εκεί γουστάρω, το’ χω …. όλο το πακέτο, εκτός από το βασικό, τη φωνή, χαχαχαχαχα!).

 

Τι θα έλεγες σε κάποιον, που θέλει να σταδιοδρομήσει σήμερα ως DJ;

Να μην αγαπάει μόνο την μουσική, να είναι και σφόδρα ερωτευμένος μαζί της. Ααα και να τού αρέσουν τα ξενύχτια και τα parties. Αλλιώς πρόβλημα… αν κοιτάει το ρολόι, τι ώρα πήγε και πότε θα κλείσει το μαγαζί και πότε θα φύγει ο τελευταίος θαμώνας, κλάψε τον… σε ένα μήνα πήγε σπίτι του. Και να είναι ενήμερος επίσης ότι θα χάσει πολλές από τις προσωπικές του στιγμές, θα αναπληρώσει με άλλες, όμορφες εμπειρίες, αλλά θα χάσει κιόλας, όπως θα χάσει και μερικά - μάλλον αρκετά - live… αν και αυτό διορθώνεται με ένα κόλπο! Αρκεί να διοργανώνει ο ίδιος το after party για το live που τον ενδιαφέρει! Έτσι δεν θα χρειάζεται να φύγει πολύ πριν τελειώσει η συναυλία! Αλλά ας μην τα αποκαλύψουμε και όλα, χαχαχα!

 

Περίγραψέ μας κάτι το ευτράπελο, το αστείο, που σου συνέβη την ώρα που έκανες το πρόγραμμά σου ως DJ.

Από τέτοια σκηνικά ουκ ολίγα, όπως είναι φυσικό και επόμενο μέσα σε όλα αυτά τα χρόνια! Κάποτε με κλείδωσαν (ΟΚ, μετά το πέρας του dj set μου) στο Texas club στην Ιπποκράτους! Έφυγαν όλοι, έκλεισε το μαγαζί και εγώ είχα αποκοιμηθεί σε κάποιο σημείο και δεν με πήραν πρέφα! Έφυγα μετά από πολύωρες «διαπραγματεύσεις» με περαστικούς (εγώ μέσα από ένα μικρό παραθυράκι στην πόρτα) και προσπάθειες (δεν χρησιμοποιούσα κινητό τότε και για πολύ καιρό βασικά, άλλο θέμα αυτό, χαχαχα) … με το που σηκώθηκα από το σημείο που είχα αποκοιμηθεί άρχισε να σκούζει και ο συναγερμός και δεν σταμάτησε μέχρι που ήρθαν να ανοίξουν και να φύγουμε, …. άσε, ακόμα τον ακούω να ηχεί στα αυτιά μου! Εν ώρα καθήκοντος…. χμμμ, πολλά και διάφορα, τι να πρωτοθυμηθείς…. Μέσα στην τρέλα (και πιώμα του) θαμώνας ανοίγει τον πυροσβεστήρα ξηράς σκόνης, που σημαίνει αυτομάτως ότι ένα μαγαζί σε δεύτερα έγινε μην πω πώς και πόσο καθάρισμα χρειάστηκε κάθε σημείο, ποτήρι, μπουκάλι και σπιθαμή του! Ευτράπελο για τους απ’ έξω, καθόλου αστείο για τον μαγαζάτορα και τα παιδιά που δούλευαν! Άλλη φορά θυμάμαι θαμώνες να ανεβαίνουν εκστασιασμένοι πάνω στις μπάρες και τα τραπέζια να χορεύουν, ΟΚ το αναφέρω ως ιδιαίτερο, γιατί εδώ δεν μιλάμε για κάποιο ελληνάδικο ή σκυλάδικο, ξέρω γω τι άλλο;!... πολλές ευχάριστες εκπλήξεις που έκανα εγώ στον κόσμο ή/και που δέχτηκα, αλλά και πολλά άσχημα, δυστυχώς, αλλά ας μείνουμε στα ευχάριστα!

 

 

Τελικά ποιος είναι ο  καλός DJ;

 Σε μια φράση… αυτός που θα διασκεδάσει όσο το δυνατόν περισσότερους από τους θαμώνες που βρίσκονται υπό τις μουσικές του την εκάστοτε βραδιά. Σε μεγαλύτερη ανάλυση …. βλέπε όλο το κείμενο της συνέντευξης και κρατήστε σημειώσεις!

 

Πόσο σε επηρέασε η πανδημία του κορωνοϊού ως άνθρωπο και ως DJ; Πιστεύεις θα επανέλθουν τα πράγματα εκεί, που ήταν πριν την πανδημία, τα lockdown, κ.λπ.;

Κατ’ αρχάς ΕΛΠΙΖΟΥΜΕ να επανέλθουν όλα στους ρυθμούς που ήταν πριν! Δύσκολο, θα πάρει καιρό, αλλά ελπίζω να γίνει κάποια στιγμή! Βέβαια, το κακό είναι πως όλο αυτό ήταν και μια καλή αφορμή, για να τεσταριστούν πολλές καταστάσεις! Μάζες, ψυχολογίες, αντιδράσεις, υπακοή κλπ. και σίγουρα όλα αυτά δεν έγιναν προς όφελος της ανθρωπότητας, αλλά από και για κάποια ανώτερα κέντρα εξουσίας, είτε μιλάμε για εθνικές κυβερνήσεις ή ακόμα ψηλότερα και πιο βαθιά. Εγώ προσωπικά και φυσικά το ένιωσα, όπως όλοι μας θεωρώ, λίγο ή περισσότερο, μιας και αναφερόμαστε σε πολλαπλά επίπεδα της ζωή μας που επηρεάστηκαν από την πανδημία (υγεία, εργασία, οικονομία, εκπαίδευση, κοινωνικές/διαπροσωπικές σχέσεις κλπ.). Φτου φτου, από υγεία so far so good, όσον αφορά στην πρωινή μου δουλειά, ξεπεράσαμε κάποια προβλήματα με τηλεργασία, που μπορεί αυτή με τη σειρά της να επέφερε άλλα, όμως μέχρι στιγμής ευτυχώς πάει καλά. Στην βραδινή απασχόληση, δηλ. τα djλίκια μου, που μας ενδιαφέρει και περισσότερο στην παρούσα συνέντευξη, σαφώς επηρέασε αρκετά, αφού τον τελευταίο χρόνο τα bars/clubs ήταν κλειστά (κατά τον περισσότερο καιρό). Και αυτό έχει διττή σημασία, μιας και απείχα και ως DJ από τα πόστα μου, ώστε να διασκεδάσω τον κόσμο, αλλά και ως θαμώνας που θέλει να βγει, να διασκεδάσει ο ίδιος, να πιει τις μπύρες του με το κορίτσι του και να δει κάποιους φίλους και γνωστούς. Συν το γεγονός, δεν το παραβλέπουμε και αυτό - έστω και ήσσονος σημασίας σε σχέση  με τα ήδη αναφερθέντα - του χαμένου νυχτοκάματου. Από την άλλη, μετά από 25+1 χρόνια παρουσίας μου στα dexx, το λέω 25+1 αντί 26, χαχαχα, γιατί η πανδημία μού στέρησε πέρυσι μια σειρά επετειακών events και happenings που είχα κατά νου, για να γιορτάσω τα 25 years on metal dexx, και επειδή είμαι από φύση αισιόδοξος και ψάχνω να βγάλω ό,τι καλό μέσα από οποιαδήποτε δυσκολία, θεωρώ ότι ξεκουράστηκα αρκετά καλά μετά από τόσα ξενύχτια και καταχρήσεις χρόνων, όντας πλέον έτοιμος, κυρίως πρόθυμος και ανανεωμένος, όταν ανοίξουν τα μαγαζιά,  να ανέβω στα πλατώ και πίσω από τις μπάρες και να παίξω δυνατά (loud ‘n’ proud) τις αγαπημένες μας μουσικές, αλλά και να τα π(ι)ούμε με αρκετό κόσμο που χαθήκαμε για μεγάλο διάστημα! Return of the warlord DJ, λοιπόν, σύντομα to a metal bar near you! Ευχαριστώ πολύ τον κόσμο για την αγάπη και την παρέα του όλα αυτά τα χρόνια και συνεχίζουμε! Μαζί! Stay tuned! Stay hungry for HMRM!

 

Ποδαρικό στην στήλη Made in Greece κάνουμε με τον Χρήστο Παπαδάτο και το No Remorse Records! Ένα από τα πιο ιστορικά hard rock και heavy metal δισκοπωλεία της Αθήνας, το No Remorse Records είναι γνωστό σε κάθε φίλο της σκληρής μουσικής στην Ελλάδα. Πέρα από δισκοπωλείο, το οποίο έχει δυνατή παρουσία και στο διαδίκτυο (βλέπε τη διεύθυνση https://www.noremorse.gr/), No Remorse Records λέγεται και η δισκογραφική εταιρεία, που ίδρυσε ο Χρήστος Παπαδάτος και η οποία αριθμεί πάρα πολλές αξιόλογες κυκλοφορίες μέχρι σήμερα. Στις γραμμές, που ακολουθούν, μπορείτε να διαβάσετε την πολύ ενδιαφέρουσα κουβέντα, που είχαμε με τον Χρήστο, ο οποίος απάντησε πρόθυμα σε κάθε μας ερώτηση. Στην στήλη Made in Greece, το Myth of Rock θέλει να αφουγκραστεί τον παλμό της ελληνικής rock/hard rock/heavy metal σκηνής (και κουλτούρας) και μια συνέντευξη με τον πολύ συμπαθή Χρήστο Παπαδάτο είναι η καλύτερη αρχή! No Remorse Records, λοιπόν!

από τον Δημήτρη Ζαχαρόπουλο


Γεια σου Χρήστο, πώς τα πέρασες στο lockdown λόγω του κορωνοϊού;

Σε ευχαριστώ για τη πρόσκληση! Αν θέλεις να το πιστέψεις, τη περίοδο του lockdown κουράστηκα ακόμα περισσότερο, αφού ήταν οι μέρες που μετακόμισε το κατάστημα σε νέο, μεγαλύτερο και πιο κεντρικό χώρο, στην Ακαδημίας 81. Οπότε αυτό το διάστημα, δούλευα όλη μέρα, κάθε μέρα!

Είσαι ο ιδιοκτήτης του δισκοπωλείου Νο Remorse Records. Θα ήθελα, λοιπόν, για αρχή να μας εξιστορήσεις πώς ξεκίνησες το No Remorse Records.

Πάμε πολλά χρόνια πίσω, στη δεκαετία του ’90, όπου έκανα ερασιτεχνικά κάποιες αγοραπωλησίες, μέχρι τη στιγμή που αποφάσισα να δημιουργήσω τη δική μου επιχείρηση και ξεκίνησα τον Φεβρουάριο του 1998. Σκοπός ήταν να ασχοληθώ επαγγελματικά με τη μουσική που αγαπάω και ταυτόχρονα, να καλύψω κάποιες ανάγκες της αγοράς σε κυκλοφορίες του ευρύτερου metal χώρου.

Πώς επέλεξες να ονομάσεις το μαγαζί Νο Remorse Records;

Motörhead. Απλά και όμορφα.

Κυρίως ποια ιδιώματα καλύπτονται στο No Remorse Records; Θα βρει κανείς μόνο καινούργια (αχρησιμοποίητα) ή και second hand CDs/βινύλια κ.λπ.;

Κυρίως το φάσμα του παραδοσιακού metal ήχου, κλασικό heavy, power, doom, NWOBHM, thrash, αλλά και αρκετό hard rock. Νέες και παλιότερες κυκλοφορίες, καινούρια και second hand και φυσικά αρκετές σπάνιες και private εκδόσεις, οι οποίες είναι και ένα επιπλέον ατού του καταστήματος, μαζί με πολλές Japan εκδόσεις, όλα σε CD και βινύλιο. Το τελευταίο καιρό, έχει γίνει ένα γενικότερο «άνοιγμα» σε νέες κυκλοφορίες από όλα τα είδη του ευρύτερου σκληρού ήχου, όπως και σε t-shirts.

Το μαγαζί υπάρχει πολλά χρόνια πριν τη δημοσιονομική κρίση του 2010 στην Ελλάδα. Πώς βίωσες την κρίση αυτή ως ιδιοκτήτης επιχείρησης στην Ελλάδα;

Δεν ήταν εύκολο γιατί συνοδεύτηκε με τη περίοδο που άρχισε να μεγαλώνει το τμήμα της δισκογραφικής, οπότε χρειάστηκε επένδυση σε χρήμα, χρόνο και αρκετή δουλειά. Το γεγονός ότι το κατάστημα και η δισκογραφική απευθύνεται σε παγκόσμιο κοινό (μέσω και του online καταστήματος), ήταν σαφώς ένας σημαντικός λόγος που η εταιρία άντεξε και έκανε το επόμενο βήμα, παρά τις δύσκολες συνθήκες.

Πώς είναι σήμερα, στην εποχή του internet και του downloading, τα πράγματα για ένα δισκοπωλείο;

Νομίζω πως η απάντηση είναι γνωστή. Η ψηφιακή εποχή έφερε την ταχύτητα, η οποία ταχύτητα σιγά σιγά εξελίχθηκε και με αρνητικό τρόπο σε πολλά πράγματα. Όταν τα έχεις όλα δίπλα σου με το πάτημα ενός κουμπιού, δεν θα δώσεις την απαιτούμενη προσοχή στη δημιουργία. Είτε πρόκειται για ένα μουσικό album που θα «κατεβάσεις» ή θα ακούσεις στα γρήγορα στο YouTube (χωρίς καν με το σωστό ήχο), είτε για μια ταινία που πάλι δεν θα δεις όπως πρέπει, είτε για ένα βιβλίο που θα διαβάσεις στα γρήγορα σε PDF ή ακόμα χειρότερα, διαβάζοντας μόνο τους «τίτλους» σε κείμενα και άρθρα, νομίζοντας πως έτσι έχεις κατανοήσει και μάθει το περιεχόμενο. Έχουμε φτάσει στην εποχή που αλλάζουμε απόψεις μόνο σε υπολογιστές και για να συζητήσει κάποιος, πρέπει πρώτα να «γκουγκλάρει» το θέμα. Ευτυχώς βέβαια, πάντα θα υπάρχει και ο άνθρωπος με σεβασμό και εκτίμηση στον καλλιτέχνη, την τέχνη και την μουσική, που θα θέλει να την κατανοήσει και να την αφουγκραστεί στην πλήρη της μορφή, το φυσικό προϊόν, δίνοντας πάντα και τον χρόνο που αρμόζει στο έργο.

Ως ιδιοκτήτης του No Remorse, θα ήθελα να μου περιγράψεις τον Έλληνα metalhead ως αγοραστή δίσκων. Ποια είναι τα χαρακτηριστικά του; Είναι πιστός και παραδοσιακός, όπως λέγεται;

Είναι πιο περίπλοκο το θέμα και δεν υπάρχει κάποιο στάνταρ, γιατί πολύ απλά, ήταν διαφορετικός ο μεταλλάς της δεκαετίας του ’80, διαφορετικός αυτός των ‘90s, των ‘00s και φυσικά ο σημερινός έφηβος, αν και σήμερα είναι απειροελάχιστοι οι έφηβοι που ακούνε metal. Σε όλα αυτά, παίζουν ρόλο και τα διαφορετικά ιδιώματα που ακούει κάποιος, όπως και το πώς αντιλαμβάνεται αυτός το metal. Metal μπορεί να σου πει κάποιος τους Judas Priest, metal κάποιος άλλος τους Mastodon και ταυτόχρονα να τους χωρίζει ένας ωκεανός διαφορετικών απόψεων, αφού έχουν διαφορετική προσέγγιση στην μουσική, αλλά ο καθένας με τον τρόπο του να στηρίζει αυτό που ακούει. Γενικώς, όπως τη βρίσκει ο καθένας!

Το No Remorse, πέρα από φυσικό κατάστημα, είναι και online shop. Θεωρείς ότι το σωστό δισκοπωλείο πρέπει να έχει παρουσία και στο internet τη σήμερον ημέρα;

Σαφέστατα. Είναι αυτό που λέγαμε παραπάνω για το «κουμπί δίπλα σου». Αυτό είναι ένα από τα θετικά πράγματα που σου παρέχει το διαδίκτυο, αφού μπορεί ο οποιοσδήποτε να δώσει τον απαιτούμενο χρόνο, να κάνει έρευνα αγοράς και ταυτόχρονα να χτίσει και δεσμούς εμπιστοσύνης με κάποιο κατάστημα, το οποίο θα βρίσκει πάντα τρόπο να τον εξυπηρετεί.

Τι προτιμάς πιο πολύ, να έρχεται ο μεταλλάς, να ψάχνει δίσκους, να σε ρωτάει και τη γνώμη σου για κάποιες κυκλοφορίες ή να καταναλώνει μέσω internet με δύο – τρία κλικ;

Κρίνοντας από τον εαυτό μου, πάντα είναι διαφορετική η φυσική παρουσία, αλλά έτσι έχω μάθει εγώ. Κάποιος νεότερος μπορεί να σκέφτεται διαφορετικά. Πάντως, υπάρχουν πολλοί φίλοι και πελάτες που τους έχω βάλει να ακούσουν κάτι όλα αυτά τα χρόνια και δεν το ξεχνάνε ποτέ! Η έκπληξη, ο αιφνιδιασμός, η πρόταση, οι συζητήσεις, όλα στο φυσικό τους χώρο. Νομίζω είναι καλύτερο στέκι το δισκάδικο σε σχέση με το messenger chat room.

Αν σου έλεγαν ότι μπορείς να πουλάς δίσκους μόνο μέσω του e-shop, πώς θα ένιωθες;

Σίγουρα θα γλίτωνα ενοίκια, ρεύμα, προσωπικό και θα έκανα τη δουλειά με παντόφλα και σορτσάκι από τον καναπέ! Πέρα από τη πλάκα, δεν ξέρω, αλλά είναι όμορφο να βλέπεις τον κόσμο να έρχεται, να ψάχνει δίσκους και CD, να γουστάρει, όταν βρίσκει αυτό που θέλει, να σε ρωτάει και να συζητάτε. Όλα αυτά είναι μέρος της σκηνής, γιατί πολύ απλά η (πραγματική) σκηνή είναι περισσότερα πράγματα από αυτό που μπορεί να έχουν κάποιοι στο μυαλό τους.

Εσύ Χρήστο, ποια ιδιώματα του rock/metal προτιμάς; Οι αγαπημένες σου μπάντες ποιες είναι;

Θα έλεγα πως είμαι παραδοσιακός τύπος και οι μεγάλες μου αγάπες είναι κλασικά σχήματα, όπως οι Motörhead, Running Wild, Black Sabbath, Dio… και άλλοι πολλοί!

Το No Remorse Records είναι και δισκογραφική εταιρεία, εκτός από δισκοπωλείο. Πότε και πώς αποφάσισες να ανοίξεις τη δισκογραφική εταιρεία;

Ήταν μια απόφαση που ήρθε εύκολα γιατί πολύ απλά, έπρεπε να καλυφθούν κάποιες απαιτήσεις της αγοράς. Ξεκινώντας με επανεκδόσεις σπάνιων albums, φτάνοντας και σε νέες παραγωγές, ακόμα και καταξιωμένα σχήματα. 

Τι σού αρέσει πιο πολύ να κάνεις μέσω της No Remorse Records: επανακυκλοφορίες παλαιών δίσκων ή καινούργιες κυκλοφορίες νέων συγκροτημάτων;

Όλα έχουν τη χάρη τους και το κάθε project έχει τη δική του ιστορία, άλλες απλές, άλλες περίπλοκες, άλλες βιβλίο ολόκληρο, αλλά όταν το ολοκληρώσεις, υπάρχει ικανοποίηση. Υπάρχουν διαφορετικών ειδών επανακυκλοφορίες, είτε κάποια σπάνια albums (π.χ Sortilege, Emerald), είτε κυκλοφορίες που «στήνουμε» εμείς με σπάνιο υλικό που μπορεί να ήταν ένα EP και διάφορα ακυκλοφόρητα κομμάτια (π.χ. Virtue, Randy) παρουσιάζοντας κάτι νέο, είτε κάτι που δεν είχε κυκλοφορήσει ποτέ αγγίζοντας τα όρια του μύθου (π.χ. Thynn Ice), ακόμα και απλές επανακυκλοφορίες γνωστών σχημάτων (π.χ. Virgin Steele) ή κυκλοφορίες που δεν είχαν βγει ποτέ σε συγκεκριμένο format (π.χ. Coroner). Οι νέες κυκλοφορίες είναι άλλο κεφάλαιο και θέλει περισσότερη δουλειά, αφού πρέπει να υπολογίσουμε και το promotion της νέας κυκλοφορίας μεταξύ άλλων, καθώς και ένα ευρύτερο πλαίσιο συνεργατών, ενώ σε πολλές περιπτώσεις, υπάρχει εξ αρχής συνεργασία με τη μπάντα, όπου αν θέλουν τους καθοδηγούμε. Χαίρομαι, γιατί ανάμεσα στις νέες παραγωγές, έχουμε κατορθώσει να δημιουργήσουμε, σε συνεργασία με τους μουσικούς, κάποια albums που έχουν αφήσει το δικό τους αποτύπωμα στο χώρο τους, όπως οι δουλειές των Eternal Champion και Riot City.

Τι προσόντα πρέπει να έχει μία νέα μπάντα για να υπογράψει με την No Remorse Records;

Ξεκινάμε με το να μου αρέσει και βλέπουμε! Τα υπόλοιπα από εκεί και έπειτα, αλλά χρειάζεται ταλέντο, σοβαρότητα, όραμα, πίστη σε αυτό που κάνουν, να ταιριάζουν φυσικά με το προφίλ της εταιρίας και να ακούνε. Δεν θα χάσουν.

Χρήστο, θα ήθελα να επιλέξεις τρία albums, που θα κυκλοφορήσουν τις επόμενες μέρες μέσω της No Remorse Records και τα οποία πιστεύεις ότι θα αρέσουν πολύ.

Τους επόμενους μήνες εννοείς, αφού καμία εταιρία δεν βγάζει albums ανά μέρες… Μόλις κυκλοφόρησαν τα νέα studio albums των Northwind και Shok Paris, τα πρώτα μετά από σχεδόν τρεις δεκαετίες για την κάθε μπάντα και αυτό έχει τη δική του βαρύτητα, ενώ τον Σεπτέμβριο κυκλοφορεί το νέο album των Hittman, το οποίο είναι φανταστικό! Βέβαια, έχουμε ήδη δρομολογήσει κάποιες κυκλοφορίες για αργότερα που θα κάνουν μεγάλη αίσθηση στη παγκόσμια σκήνη. Το κάθε πράγμα στο καιρό του!

Υπάρχει κάποιο παλιό, αγαπημένο σου album, γνωστό ή obscure, που θα ήθελες να επανακυκλοφορήσεις μέσω της No Remorse Records, αν σού δινόταν η ευκαιρία;

Αν μου έλεγες πριν 25 χρόνια πως θα συνεργαζόμουν με μπάντες, όπως οι Heavy Load, Heir Apparent και Virgin Steele, μπορεί να μη σε πίστευα, αλλά τελικά, τίποτε δεν είναι απίθανο. Έχοντας κυκλοφορήσει ήδη αρκετά από τα αγαπημένα μου albums, οι επόμενοι στόχοι είναι συγκεκριμένοι και κάποιους από αυτούς θα τους μάθετε on time.

Page 1 of 2