Ποτέ δε γνώρισαν μεγάλη επιτυχία, αν και έχουν πλούσια δισκογραφία. Οι πιο πολλοί τους ξέρουν μόνο ως όνομα, αν και η μουσική τους έχει ποιότητα και ιδιαίτερο χαρακτήρα. Και στις τάξεις τους έχουν μία απίστευτη φωνή, που θυμίζει πάρα πολύ τον Dio. Μακάρι τα πράγμα να αλλάξουν για τους Astral Doors τώρα, που κυκλοφορούν το έβδομο album τους, το “Notes from the Shadows”. To Myth of Rock, που έχει σε μεγάλη εκτίμηση τη σουηδική μπάντα, δεν χάνει χρόνο και πιάνει κουβέντα με τον Nils Patrik Johansson (τη φωνάρα, για την οποία λέγαμε πριν!). Ο τελευταίος, λακωνικός και ετοιμόλογος, μας λέει ενδιαφέροντα πράγματα εισάγοντας μας στον κόσμο των Astral Doors!

Γεια σου, Nils! Ποια είναι τα συναισθήματα στο στρατόπεδο των Astral Doors τώρα, που κυκλοφορείτε το νέο σας album;

Νιώθουμε πολύ καλά! Οι οπαδοί φαίνεται ότι γουστάρουν τον νέο δίσκο και εμείς έχουμε ήδη αρχίσει να προβάρουμε τα νέα κομμάτια, ώστε να είμαστε έτοιμοι για τις επικείμενες συναυλίες.

Ποιες είναι οι φιλοδοξίες σας για το “Notes from the Shadows”?

Η αλήθεια είναι ότι δεν έχουμε καμία φιλοδοξία. Θέλουμε μόνον ο κόσμος να είναι ικανοποιημένος. Είναι μεγάλη υπόθεση να αρέσει ο δίσκος μας στους οπαδούς.

Έχουν περάσει πάνω από τρία χρόνια από την κυκλοφορία του “Jerusalem”. Πόσο διαφέρουν πλέον σήμερα οι Astral Doors;

Ο νέος δίσκος δεν διαφέρει και πολύ από τους προηγούμενούς μας. Έχουμε το δικό μας στυλ και δίνουμε στον κόσμο να ακούσει αυτό ακριβώς, που ξέρει και περιμένει από εμάς. Ας μην απατάται κανείς, δεν πρόκειται να αλλάξουμε ποτέ! Κοίτα ας πούμε τους AC/DC. Βγάζουν συνέχεια τον ίδιο δίσκο τα τελευταία 40 χρόνια! Αυτό σημαίνει ότι κι εμείς μπορούμε να κάνουμε το ίδιο για άλλα 30 χρόνια( γέλια)!

Πού έγινε η ηχογράφηση και η παραγωγή του “Notes from the Shadows”; Μπορείς να μάς περιγράψεις την όλη διαδικασία;

Ηχογραφήσαμε και κάναμε την παραγωγή στα δικά μας studios. Μετά πήραμε όλο το νέο υλικό και μπήκαμε στο Black Lounge, όπου ο Johans Kjellgren είχε την εποπτεία της μίξης και έκανε φανταστική δουλειά.

Ποιοι συνέθεσαν τα τραγούδια του νέου δίσκου; Τι σας δίνει έμπνευση για να γράψετε μουσική;

Γράφουμε όλοι μαζί τα τραγούδια κατά κύριο λόγο, αλλά οι βασικοί συνθέτες είμαστε εγώ, ο Johan Lindstedt (drums) και ο Joachim (Nordlund). Η μεγαλύτερη έμπνευσή μας είναι το heavy metal των 80's.

Πώς θα προσδιόριζες το μουσικό στυλ των Astral Doors; Εγώ προσωπικά θα έλεγα ότι παίζετε heavy metal με ‘70s και ‘80s hard rock/παραδοσιακού metal επιρροές. Συμφωνείς μαζί μου;

Σίγουρα. Η βάση είναι πράγματι το metal των ‘80s, αλλά και η χρήση του Hammond μας δίνει μις ‘70s πινελιά.

Κάποιοι λένε ότι στις ημέρες μας είναι δύσκολο να συνθέσει κανείς ενδιαφέρον και φρέσκο heavy metal. Λένε χαρακτηριστικά ότι σχεδόν όλα έχουν γραφθεί. Πώς βλέπεις το όλο ζήτημα; Συναντάτε δυσκολίες στην διαμόρφωση του προσωπικού σας στυλ; Τι είναι αυτό, που κάνει τους Astral Doors μοναδικούς;

Είμαι σίγουρος ότι όλοι αυτοί θα λέγανε ακριβώς το ίδιο πράγμα και πριν 200 χρόνια! Όλα έχουν γραφθεί (γέλια)! Αυτά είναι κουταμάρες. Η μουσική είναι συναίσθημα, είναι κάτι, που βρίσκεται μέσα σου… Τι μας κάνει ξεχωριστούς; Είναι απλό, άκου τη μουσική μας και μετά συνέκρινε μας με τα άλλα groups του σήμερα. Τότε θα καταλάβεις αν και πόσο ξεχωρίζουμ. Καμία άλλη μπάντα δεν ακούγεται σαν εμάς!

Τα τελευταία χρόνια πραγματοποιήσατε κάποιες αλλαγές στο line-up. Επίσης, μετακομίσατε σε νέα δισκογραφική εταιρεία. Πώς επηρέασαν όλες αυτές οι αλλαγες την μπάντα;

Δεν έχουμε επηρεαστεί κατά κάποιο τρόπο. Τουλάχιστον, με αρνητικό τρόπο. Ο Mika (Itȁranta), ο πρώην μπασίστας μας ήταν ο πρώτος, που άφησε την μπάντα, αλλά δεν ασχολούταν με τη σύνθεση τραγουδιών. Έτσι, φέραμε στη θέση του τον πάρα πολύ καλό μας φίλο Ulf Lagerström και όλα πήγαν περίφημα, καθώς ο Ulf είναι και εξαιρετικός συνθέτης. Ο Martin (Haglund) έφυγε από την μπάντα έξι μήνες περίπου μετά τον Mika. Κρίμα, αλλά έδωσε στον Joachim την ευκαιρία να βάλει και να ηχογραφήσει όλες τις κιθάρες μόνος του, πράγμα σπουδαίο, καθώς ο Joachim είναι ιδιοφυΐα στην κιθάρα. Αγαπάμε τον Mika και τον Martin πάρα πολύ, αλλά μάλλον είμαστε μι απιο δυνατή μπάντα χωρίς αυτούς. Όσον αφορά τώρα την αλλαγή εταιρείας, η πρώην εταιρεία μας, η Locomotive, ουσιαστικά χρεοκώπησε, έτσι οι άνθρωποι στο γερμανικό τμήμα της αποφάσισαν να δημιουργήσαν ένα νέο label, την Metalville. Μας ρώτησαν αν θα θέλαμε να ενταχθούμε στο δυναμικό τους και είπαμε ναι.

Οι στίχοι σας είναι occult. Σάς αρέσει να γράφετε στίχους για το καλό και το κακό; Αν ναι, γιατί;

Σίγουρα, μου αρέσει πάρα πολύ να γράφω στίχους για τέτοια θέματα. Εγώ γράφω όλους τους στίχους και θεωρώ πολύ metal την occult θεματολογία.

Όποτε η κουβέντα έρχεται στους Astral Doors, όλοι αναφέρονται στα φωνητικά σου, Nils. Θα συμφωνούσες με το ότι η φωνή σου είναι ένα από τα trademark της μπάντας; Και τι θα έλεγες σ’ αυτούς, που θεωρούν ότι τα φωνητικά σου πάσχουν από πρωτουπία λόγω των πολλών Dio επιρροών;

Πολύ περίεργη ερώτηση, αλλά θα την απαντήσω! Κοίτα, είμαι πολύ κολακευμένος που ο κόσμος με συγκρίνει με τον Dio! Ωστόσο, ακούγομαι πολύ περισσότερο metal και bluesy σε σύγκριση με τον Dio. Όσο κι αν μού αρέσει η φωνή του Dio, θα έλεγα ότι η φωνή μου έχει περισσότερες πλευρές. Άκου για παράδειγμα το ομώνυμο album των Civil War (project του Johansson με πρώην μέλη των Sabaton) και θα καταλάβεις. Στους Astral Doors έχω εκφράσει τις επιρροές μου από τον Dio και πιθανότατα ναι, η φωνή μου είναι το trademark των Astral Doors. Αλλά είμαστε η μόνη μπάντα, που δραστηριοποιείται στο ιδίωμα αυτό, έτσι θα ήταν χαζό να κάνουμε κάποια αλλαγή.

Τα keyboards ταιριάζουν πάρα πολύ στον όλο ήχο σας. Είναι σημαντικό για εσάς να έχετε και keyboards στη μουσική σας; Είναι εύκολο ή δύσκολο να συνδυάσετε τα heavy riffs με τα keyboards;

Φτιάχνουμε στην αρχή όλα τα τραγούδια χωρίς keyboards. Έπειτα, όταν όλη η μουσική είναι έτοιμη, με τα φωνητικά και τα πάντα, ο Jocke Roberg προσθέτει στην μαγεία των τραγουδιών με τα keyboards του, δίδοντας ένα ‘70s στυλ. Αλλά, για να είμαι ειλικρινής, κάποια τραγούδια είναι καλύτερα χωρίς keyboards (γέλια)! Μην το πεις στον Jocke (γέλια)! Σοβαρά τώρα, ο Jocke Roberg είναι ένας θεός των keyboards Ένας από τους καλύτερους μουσικούς με τους οποίους έχω δουλέψει.

Ένα από τα αγαπημένα μου κομμάτια στο “Notes from the Shadows“ είναι το “Die Alone”.

Μας αρέσει πάρα πολύ να φτιάχνουμε επικά τραγούδια και σ’ αυτόν τον δίσκο θέλαμε ένα πολύ μεγάλο σε διάρκεια τραγούδι. Έτσι συνθέσαμε το “Die Alone”, που ξεπερνάει τα 9 λεπτά. Η αλήθεια είναι πάντως ότι παρά την πολυπλοκότητά του, και αυτό το τραγούδι προέκυψε αβίαστα.

Έχετε ξεκινήσει να κάνετε τα πλάνα σας για κάποια περιοδεία;

Βέβαια, έχουμε ήδη κλείσει κάποια live και ανυπομονούμε πολύ, σίγουρα θα περάσουμε τέλεια!

Κατά το παρελθόν περιοδεύσατε με τους Blind Guardian. Τι θυμάσαι από το συγκεκριμένο tour;

Το μόνο πράγμα που θυμάμαι από την περιοδεία με τους Blind Guardian είναι ότι δε θυμάμαι τίποτα (γέλια)! Ήταν μια φοβερή περιοδεία με μια φανταστική μπάντα.

Ποια είναι η γνώμη σου για το internet και τα social media; Επηρεάζουν θετικά ή αρνητικά τις metal μπάντες;

Νομίζω ότι το internet και το Facebook ας πούμε μόνο θετική επίδραση έχουν. Είναι πολύ πιο εύκολο πλέον για τους οπαδούς να επικοινωνούν μαζί μας, άσε που μπορούμε να ενημερώνουμε τον κόσμο νωρίτερα. Γι΄αυτό, λοιπόν, … σε ευχαριστούμε Facebook (γέλια)!

Τέλος, θα ήθελα να στείλετε ένα μήνυμα στους Έλληνες οπαδούς σας.

Σας αγαπάμε και να ξέρετε ότι μαζί είμαστε πιο δυνατοί και από το ατσάλι! Τα χαιρετίσματά μου!

 Δημήτρης Ζαχαρόπουλος

 

     Στην εποχή μας η ακμή του progressive rock/metal έχει περάσει για τα καλά. Σήμερα αυτοί που δρουν στα πλαίσια του συγκεκριμένου ιδιώματος είναι μόνο οι πραγματικοί fans, όσοι έχουν το progressive στην καρδιά τους. Ένας τέτοιος λάτρης του έντεχνου ήχου είναι και ο Kavus Torabi, ο οποίος έρχεται για τα καλά στο προσκήνιο με τους KNIFEWORLD και το δεύτερο album τους, “THE UNRAVELLING”. Ο Βρετανός, με ιρανική καταγωγή, πολύ-οργανίστας μας προσφέρει πανέμορφη, προοδευτική rock μουσική και το Myth of Rock υπέκυψε στον πειρασμό να μιλήσει μαζί του για πολλά και διάφορα. Βουρ στο ψητό!

 

Γειά σου, Kavus. θα ήθελα να μάς περιγράψεις τις συνθήκες υπό τις οποίες σχηματίσθηκαν οι Knifeworld.

Είχα ηχογραφήσει ένα είδος solo album με τον τίτλο “Buried Alone: Tales of Crushing Defeat”, με μερικούς special guests, κυρίως την τραγουδίστρια Melanie Woods και τον drummer Khyam Allami. Αποφάσισα όμως να χρησιμοποιήσω το όνομα Knifeworld, όχι μόνον επειδή μού ακουγόταν καλύτερα από Kavus Torabi, αλλά και επειδή ένιωθα κάπως «εκτεθειμένος» να κυκλοφορήσω ένα solo album.

Τι σε έκανε να τρέψεις τους Knifeworld από ένα απλό project σε κανονική μπάντα;

Όταν το “Buried Alone …” κυκλοφόρησε το 2009, ρώτησα κάποιους από τους καλύτερους μου φίλους και μουσικούς αν ήθελαν να αποδώσουν τη μουσική ζωντανά. Επρόκειτο για ανθρώπους με τους οποίους είχα προηγούμενες εμπειρίες παίζοντας και περιοδεύοντας μαζί τους και οι οποίοι θεωρούσα ότι θα ταίριαζαν με αυτό, που προσπαθούσα να κάνω. Από τότε που αρχίσαμε να παίζουμε live, το project έγινε κανονική μπάντα.

Οι Knifeworld κυκλοφορούν τώρα το δεύτερο album τους, το “The Unravelling”. Πόσο διαφέρει ο ήχος του νέου album από τον ήχο του ντεμπούτου;

Πραγματικά, εξαρτάται. Νομίζω ότι, από την άποψη των αρμονιών και των μελωδιών, μπορεί κανείς να αναγνωρίσει εύκολα ότι πρόκειται για τους Knifeworld, ωστόσο, το “The Unravelling” ηχεί περισσότερο σαν το album μιάς μπάντας, που παίζει μαζί ζωντανά, σε αντίθεση με τον πρώτο δίσκο, που είναι περισσότερο στουντιακός. Έχουμε, εξάλλου, κυκλοφορήσει δύο EPs από τον καιρό του πρώτου album, επομένως μπορεί κανείς να δει την εξέλιξη της μπάντας. Θέλουμε πάντα αυτό, που κάνουμε, να είναι καλύτερο από ο,τιδήποτε έχουμε κάνει στο παρελθόν, νομίζω έτσι ότι το καινούργιο album λειτουργεί καλύτερα σαν σύνολο. Από την άλλη πλευρά, ποτέ δεν θα κυκλοφορούσαμε κάτι, αν δεν μας άρεσε! Αγαπώ όλα όσα έχουμε κάνει μέχρι σήμερα.

Ποιες είναι οι προσδοκίες για το “The Unravelling”; Πιστεύεις ότι είναι δύσκολο για μια progressive/ψυχεδελική μπάντα να έχει εμπορική επιτυχία;

Είναι δύσκολο να πω … Νομίζω ότι προφανώς είναι δύσκολο για αυτήν την progressive/ψυχεδελική μπάντα να είναι εμπορικά επιτυχημένη (σ.σ.: μιλά για τους Knifeworld, αστειευόμενος)! Εξαρτάται από το τι θεωρεί κανείς «επιτυχία». Αν εννοείς να κάνουμε την επιτυχία, που έχουν κάνει ας πούμε οι Queens of the Stone Age, τότε ναι, είναι σίγουρα απίθανο! Συγκροτήματα, ωστόσο, όπως οι Deerhoof ή οι Melvins, δεν ακούγονται σε κάθε σπίτι, αλλά φτιάχνουν μουσική, που ενδιαφέρει πολύ κόσμο, βάζοντας πάντα τους δικούς τους όρους στο «παιχνίδι». Προσωπικά προσπαθώ να γράφω την καλύτερη, περισσότερο ειλικρινή και ασυμβίβαστη μουσική, που μπορώ. Δεν έχω κατά νου να αρέσω στις μαζικές αγορές. Σίγουρα θα ήθελα να είχαμε πάρα πολύ μεγάλη επιτυχία, την επιτυχία εκείνη, που θα μού επέτρεπε να αφιερώνω περισσότερο χρόνο για να φτιάχνω μουσική! Δεν προσπαθώ να είμαστε στην αφάνεια! Στην τελική, είμαι ευγνώμων αν σε αρέσουμε σε κάποιους!

Πώς θα περιέγραφες την μουσική των Knifeworld σε κάποιον που δεν έχει την παραμικρή ιδέα πώς ακούγεται το progressive/ψυχεδελικό rock;

Είναι δύσκολο να απαντήσω σε αυτή την ερώτηση. Εξαρτάται από το πόσο σκαμπάζει κανείς από μουσικούς όρους. Θα έλεγα ότι φτιάχνουμε πυκνή, πολυρυθμική rock/pop μουσική, που ακολουθεί κατά κύριο λόγο τον λυδικό «τρόπο» και όχι τον συνηθισμένο πεντατονικό, blues τρόπο των περισσότερων pop/rock μουσικών. Τα τραγούδια μας έχουν έναν «εξερευνητικό» χαρακτήρα, βασίζονται στην μελωδία, έστω και αν κάποιες φορές πειραματιζόμαστε με την παραφωνία, όπως και στα ασυνήθιστα μέτρα. Η μουσική μας είναι παθιασμένη και ειλικρινής. Αν κάποιος δεν γνωρίζω μουσικούς όρους – και οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν – θα αρκούμουν στο να του πω: «Είμαστε αρκετά παράξενοι, μάλλον δε θα σού αρέσουμε!».

Εσύ είσαι η κινητήρια δύναμη των Knifeworld. Είσαι και ο μόνος υπεύθυνος για τη μουσική και τους στίχους;

Ναι, κατά κύριο λόγο, αν και υπάρχει ένα μέρος στον νέο δίσκο, όπου συνεργάστηκα με τον Emmett Elvin, τον keyboard-ίστα μας.

Δώσε μας τις βασικές πληροφορίες για την διαδικασία ηχογράφησης και παραγωγής του “The Unravelling”;

Ο δίσκος ηχογραφήθηκε κυρίως στο Λονδίνο, στο Skyhenge, στο μικρό μου studio, που το έκτισα εγώ και η Melanie. Όπως συμβαίνει με όλο το υλικό των Knifeworld, εγώ ήμουν υπέυθυνος για την ηχογράφηση και παραγωγή του δίσκου, αλλά η μίξη έγινε από τον Bob Drake στο studio του (The Pyrenees). Η όλη διαδικασία πήρε πολύ χρόνο. Περισσότερο από τον συνηθισμένο. Είχα μία αρκετά καθαρή ιδέα για το πώς ήθελα να ακούγονται τα νέα τραγούδια και πολλά από τα μουσικά μέρη χρειάσθηκε να ηχογραφηθούν δύο και τρεις φορές, ώστε να ακουστούν σωστά στα αυτιά μου. Δεν είναι ότι τα μέρη αυτά είχαν αποδοθεί λάθος, απλά είχα στο μυαλό μου ένα πολύ συγκεκριμένο vibe, που ήθελά να διακατέχει όλον το δίσκο. Για παράδειγμα η Chloe (Herrington, πνευστά) είχε ηχογραφήσει ένα μέρος στο bassoon και ύστερα από έναν μήνα την πήρα τηλέφωνο και την ρώτησα αν μπορούσε να περάσει πάλι από το studio και να το ξαναηχογραφήσει, διότι δεν μού ακουγόταν ακριβώς, όπως ήθελα! Πραγματικά είμαι σίγουρος ότι τσαντίζονταν μαζί μου πίσω από την πλάτη μου, αλλά ποτέ τους δεν παραπονέθηκαν! Με ξέρουν καλά! Για να πω τα πράγματα με το όνομά τους, ηχογράφησα ξανά και ξανά τα φωνητικά μου και τα κιθαριστικά μου μέρη πολλές φορές! Δεν έχω καμία σχέση όμως με παραγωγούς, όπως ο Steve Albini. Όταν διαβάζω για τις βασανιστικές διαδικασίες, στις οποίες υποβάλλονταν για να φτιάξουν τα albums τους οι Steely Dan, σκέφτομαι ότι συγκριτικά με αυτούς, εγώ παίζω punk rock!

Οι τίτλοι των κομματιών σας είναι αρκετά περίεργοι! Πού αναφέρεστε στιχουργικά;

Αν θεωρήσουμε ότι το νέο μας album αναφέρεται σε ένα συγκεκριμένο θέμα, τότε αυτό είναι ότι σε κάποια ηλικία η ζωή τρέπεται σε μία διαδικασία συνεχούς απώλειας. Οι στίχοι των νέων κομματιών αναφέρονται ειδικότερα στα άσχημα γεγονότα, οποία συνέβησαν σε μένα και σε στενούς μου φίλους τα τελευταία πέντε, έξι χρόνια. Αναφέρονται σε μένα και στους φίλους μου. Όσοι με ξέρουν θα καταλάβουν αμέσως τις συγκεκριμένες αναφορές, ελπίζω πάντως ότι οι στίχοι είναι αρκετά γενικοί, ώστε όλοι να μπορούν να βγάλουν τα συμπεράσματά τους. Όλα τα τραγούδια μιλάνε για την απώλεια. Για την απώλεια και για το πώς να βρίσκεις μία διέξοδο από αυτήν.

Ποια συναισθήματά σου εκφράζεις μέσω των στίχων σου; Αλήθεια, πώς νιώθεις, όταν ακούς τα τραγούδια των Knifeworld;

Για μένα τα τραγούδια των Knifeworld είναι και χαρούμενα και μελαγχολικά. Ακόμα και αν εστιάσουμε μόνο στην μουσική. Είμαι σίγουρος ότι κάποια θα παραξενευτούν με αυτή μου την παρατήρηση, καθώς χαρά και μελαγχολία είναι αντίθετα συναισθήματα, μα ναι, είναι παράξενο! Νιώθω και τα δύο συναισθήματα σε καθημερινή βάση και θέλω αυτό να φαίνεται και στην μουσική μας, να βγαίνουν δηλαδή προς τα έξω όλα όσα συμβαίνουν στη ζωή, η χαρά, η ευτυχίαμ ο τρόμος και η λύπη.

Αν έχεις τη δυνατότητα να αλλάξεις κάτι στο “The Unravelling”, τι θα ήταν αυτό;

Ρώτα με σε δύο χρόνια! Έχοντας αφιέρωσει έναν ολόκληρο χρόνο δουλειάς πάνω σ’ αυτό, δεν μπορώ να το ακούσω άλλο πια!

Τα τραγούδια των Knifeworld είναι περίπλοκα με πυκνές ψυχεδελικές και progressive ενορχηστρώσεις, αλλά την ίδια στιγμή παρατηρεί κανείς πολλές πιασάρικες μελωδίες και pop σημεία. Τι πιστεύεις για την pop μουσική; Είναι δυνατόν ένας rock μουσικός να έχει pop επιρροές;

Οπωσδήποτε! Λατρεύω την pop μουσική. Θέλω να πω, οι The Beatles, οι Van Halen, οι The Ramones, οι Nirvana, τι είναι όλοι αυτοί; Pop ή rock; Για μένα το κριτήριο διαχωρισμού είναι το αν πρόκειται για καλή ή κακή μουσική. Η καλή μουσική είναι σαν την χημεία, σε αλλάζει. Ένα καλό τραγούδι είναι πάντα ένα καλό τραγούδι, άσχετα αν το έχουν ηχογραφήσει ο Miles Davis, οι Slayer, ο Captain Beefheart ή η Britney Spears! Δεν με ενδιαφέρουν τα ιδιώματα και το πώς δημιουργήθηκαν αυτά. Δεν με ενδιαφέρει αν ένα τραγούδι φτιάχθηκε σε έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή ή από μία παρέα ανθρώπων, που έπαιξαν μαζί, δεν είναι σημαντικό αυτό. Το σημαντικό είναι να με συγκινεί ως μουσικό κομμάτι.

Θα περιοδεύσετε τώρα, που κυκλοφορήσατε το νέο σας album; Τι πρέπει να περιμένει κανείς από τα live των Knifeworld; Προσπαθείτε να μένετε πιστοί στις studio ενορχηστρώσεις ή σας αρέσει να πειραματίζεστε στην σκηνή και να παρουσιάζετε διαφορετικές εκδόσεις των τραγουδιών σας;

Κοίτα, ο λόγος, που θελήσαμε να είμαστε οκταμελής μπάντα, είναι για να μπορούμε να αποδίδουμε πιο καλά στη σκηνή τις δύσκολες ενορχηστρώσεις των τραγουδιών. Πιστεύω ότι το να παίζεις live και το να ηχογραφείς στο studio είναι δύο διαφορετικά πράγματα, δεν με ενδιαφέρει πολύ να προσπαθώ να ακούγονται και τα δύο με τον ίδιο τρόπο. Από εκεί και πέρα, προσπαθούμε να ακολουθούμε τις studio ενορχηστρώσεις, δεν επιμηκύνουμε τα τραγούδια με τζαμαρίσματα στη μέση των τραγουδιών ή παίζοντας με διαφορερικό στυλ απ’ ό,τι στους δίσκους. Μία μπάντα έχει πολύ μικρότερη εποπτεία των τραγουδιών της σε live περιβάλλον, και αυτό μας κάνει να αποδίδουμε με περισσότερο … τσαγανό. Θέλω οι άνθρωποι, που έρχονται στα live μας να φεύγουν χαρούμενοι. Είναι αρκετά φιλόδοξο να επιχειρείς να συντονίσεις μία ομάδα οκτώ μουσικών, ώστε να παίζουν τα τραγούδια του είδους μας, όταν ωστόσο, τα καταφέρνουμε, το συναίσθημα είναι μαγικό. Πραγματικά, δεν μπορώ να σκεφτώ άλλες μπάντες σαν εμάς.  

Πώς παίρνονται οι αποφάσεις σε μία μπάντα οκτώ μουσικών; Λειτουργείτε δημοκρατικά ή εσύ είσαι αυτός, που αποφασίζει;

Είμαι όλοι φίλοι, έτσι μιλάμε για τα πλάνα μας συνέχεια. Είναι πολύ δύσκολο να οργανώνεις τη διαδικασία της λήψης αποφάσεων, αλλά στην πράξη, όλοι συμμετέχουν στην κατάστρωση των σχεδίων.

Το 2013 έγινες μέλων των θρύλων του space rock, Gong. Πώς συνέβη αυτό;

Είχα μία σύντομη γνωριμία με τον Daevid Allen (σ.σ.: ιδρυτή και mastermind των Gong) το 2012. Τον επόμενο χρόνο οι Gong έδιναν live κοντά στο Hackney, όπου και μένω, μαζί με τον Marshall Allen των Sun Ra's Arkestra. Ο Daevid με ρώτησε αν θα ήθελα να έρθω στο live και μάλιστα να είμαι ένας από τους guest μουσικούς. Η αλήθεια είναι ότι είχα ήδη πάρει εισιτήριο! Πριν το live, λοιπόν, εκεί, που πίναμε μαζί ένα ποτό, μου λέει: «Το σκεφτόμουν αρκετά από τότε, που γνωριστήκαμε, θα ήθελες να παίξεις κιθάρα στους Gong;». Είμαι φανατικός οπαδός των Gong και είπα φυσικά ότι θα ήθελα πάρα πολύ! Του επισήμανα όμως ότι δεν με είχε ακούσει να παίζω και μού απαντά: «Δεν χρειάζεται, είναι σίγουρος ότι θα ταιριάζεις πολύ! Αισθάνθηκα το ίδιο, όταν γνώρισα τον Mike Howlett!». Του λέω τότε, «Ξέρεις, Daevid, δεν μπορώ να παίξω σαν τον Steve Hillage». Και μού λέει, «Δεν με νοιάζει τι δεν μπορείς να κάνεις, με νοιάζει μόνο τι μπορείς να κάνεις!».

Σε ευχαριστώ πάρα πολύ για τις απαντήσεις σου, Kavus! Υπάρχει κάτι, που θα ήθελες να προσθέσεις;

Όχι, όχι, σε ευχαριστώ! Διασκέδασα πολύ απαντώντας στις ερωτήσεις σου.

Δημήτρης Ζαχαρόπουλος