Οι Spiritual Beggars δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις. Συνιστούν μία από τις σπουδαιότερες μπάντες του σημερινού ‘70s heavy rock ήχου, με μία σειρά από εκπληκτικά albums, που τους έκαναν αγαπητούς σε όλους τους φίλους του vintage σκληρού ήχου. Είναι το group, όπου ο μεγάλος Michael Ammot εκφράζει την πιο μελωδική του πλευρά, μια παρέα παλιοροκάδων, που συχνά βρίσκεται, για να ξεδώσει και να επισκεφθεί ξανά τις μουσικές της ρίζες. Κάπως έτσι προκύπτουν κορυφαία albums όμως, και τώρα στη διάθεσή μας βρίσκεται το μεθυστικό “Sunrise to Sundown” album. Το Myth of Rock εκθείασε τον νέο δίσκο των Spiritual Beggars και έσπευσε να μιλήσει με τον drummer της μπάντας, Ludwig Witt. H κουβέντα ήταν εξαιρετική και μας την παραθέτει ο Αντώνης Μαντζαβίνος!

Καλησπέρα Ludwig! Χαίρομαι που είσαι μαζί μας για τη συνέντευξη και σε ευχαριστώ πάρα πολύ για το χρόνο σου, έχω πολύ καιρό να σε δω, και να σε ακούσω φυσικά, από την προηγούμενη φορά που ήρθες στην Ελλάδα με τους Grand Magus αλλά και με τους Spiritual Beggars.

«Καλησπέρα από το Halmstad! Μόλις τελειώσαμε τις πρόβες για την περιοδεία των Spiritual Beggars από βδομάδα (σ.σ.: η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε τα τέλη Μαρτίου), ξεκινάμε να παίζουμε και έτσι δεν έχουμε πολύ ελεύθερο χρόνο αυτές τις μέρες, αλλά χαίρομαι που μιλάω με Ελλάδα! Προβάρουμε και αύριο απόγευμα, και μετά full throttle για την περιοδεία μας, και είμαι πολύ χαρούμενος για αυτό. Δεν έχουμε κλείσει ακόμα ημερομηνία για Ελλάδα, αλλά ελπίζω και ανυπομονώ ότι αυτό θα γίνει και θα ανακοινωθεί σύντομα»

Ας ξεκινήσουμε με τα πιο φρέσκα νέα: νέος δίσκος Spiritual Beggars. Θα θέλαμε να μας δώσεις μερικές πληροφορίες για την ηχογράφησή του. Πώς δημιουργήθηκε το “Sunrise to Sundown

« Όλα τα albums μας ξεκινούν από μένα και τον Michael (Amott), που τζαμάρουμε, συνθέτουμε, παίζουμε μαζί και γράφουμε σχεδόν τα πάντα, όλες τις ιδέες που έχουμε. Μετά ο Michael κάνει ένα fine tuning μόνος του και τα ξαναδουλεύουμε μαζί. Αυτή τη φορά όμως, εγώ έγραψα μόνος μου δύο νέα τραγούδια για το δίσκο, και επίσης έκατσα μόνος μου και τα έγραψα, παίζοντας κιθάρα αλλά και drums στο προβάδικό μας - επίσης έγραψα και στίχους, οπότε αυτό είναι ένα πολύ ενδιαφέρον χαρακτηριστικό του δίσκου. Βοηθάει και το γεγονός ότι εγώ, ο Michael και ο Apollo (Papathanasio, φωνητικά) μένουμε πάρα πολύ κοντά, σε απόσταση με τα πόδια, οπότε έχουμε την ευκαιρία να δουλεύουμε αρκετά μαζί. O Sharlee (D’ Angelo, μπάσο) μένει στο Göteborg και ο Per (Wiberg, πλήκτρα) στη Στοκχόλμη, κάτι που δεν βοηθάει στο να βρισκόμαστε και οι πέντε, αλλά θα έλεγα ότι το καταφέρνουμε σε αρκετά ικανοποιητικό βαθμό»

Έχω παρατηρήσει (από την προηγούμενη φορά που βρεθήκαμε στην Αθήνα) ότι έχεις tattoo στα δάκτυλα των χεριών σου την λέξη “Hard Road” που είναι και τραγούδι του νέου δίσκου. Να υποθέσω ότι είναι ένα από τα 2 κομμάτια που έγραψες; Θέλεις να μας πεις μερικές λεπτομέρειες;

«Όταν έκανα το tattoo αυτό, δεν ήθελα να κάνω κάτι που να είναι και πάρα πολύ συνηθισμένο. Δανείστηκα, ας το πούμε έτσι, τις λέξεις από το δίσκο των John Mayall & the Bluesbreakers “Hard Road”, που μου αρέσει πολύ και έτσι προέκυψε. Τώρα για το τραγούδι που έγραψα εγώ, για μένα έχει να κάνει με το να επιστρέφω σπίτι, έχοντας λείψει για μεγάλο διάστημα, για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζεις, όταν προσπαθείς να αντιμετωπίσεις διάφορους εθισμούς ενδεχομένως ή να αντιμετωπίσεις τους δαίμονές σου»

Προσωπικά ο νέος δίσκος μου αρέσει πολύ, έχει την ταυτότητα και τα στοιχεία της μπάντας και του κάθε μέλους ξεχωριστά και φυσικά, το πώς ο καθένας από σας συμβάλλει σε αυτό με το δικό του ξεχωριστό τρόπο. Θα ήθελες να μας πεις, για πιους λόγους αυτός ο δίσκος είναι ξεχωριστός για σένα;

«Είναι ξεχωριστός κατ αρχάς για το γεγονός ότι έγραψα δύο τραγούδια - πέρα από το προαναφερθέν “Hard Road”, και το “Southern Star”, το οποίο έγραψα για ένα φίλο μου από τη νότια Σουηδία που «έφυγε» πρόσφατα. Είναι πολύ προσωπικό τραγούδι και πολύ συναισθηματικός δίσκος αυτός γενικότερα, καθώς ήταν ένας πάρα πολύ κοντινός μου φίλος, που έπαιζε μπάσο σε μια τοπική μπάντα και ο χαμός του είναι μεγάλη απώλεια για μένα, οπότε και μόνο αυτό το γεγονός κάνει το δίσκο αρκετά ξεχωριστό»

Οι Spiritual Beggars έχουν πρωτοστατήσει στο παρελθόν στη γενικότερη heavy rock σκηνή, η οποία εδώ και κάποια χρόνια ανθεί. Πώς βλέπεις την εξέλιξη της μπάντας όλα αυτά τα χρόνια και μέσα στο γενικότερο heavy rock μουσικό στερέωμα;

«Θεωρώ ότι πάντα παίζαμε τη μουσική που μας άρεσε και δεν κοιτούσαμε, τι είναι π.χ. της μόδας, ή τι θα μας κάνει πιο cool, πιο γνωστούς κτλ. Όταν είχαμε ξεκινήσει τα πρώτα δύο χρόνια, πολύς κόσμος δεν είχε ακόμα αντιληφθεί τι παίζαμε, πολλοί αναρωτιούνταν τι ακριβώς ήταν αυτό, και μετά στο τέλος των ‘90s όλο αυτό είχε ήδη φουντώσει αρκετά. Τότε δεν ήμασταν, όπως είναι τώρα οι Blues Pills για παράδειγμα, και ίσως δεν είχαμε την ανταπόκριση ή αναγνώριση που ενδεχομένως θα θέλαμε. Αλλά πάντα παίζαμε τη μουσική που πραγματικά γουστάραμε και θεωρώ ότι ο κόσμος το αναγνωρίζει αυτό. Ποτέ δε σκεφτήκαμε αρνητικά και πάντα κοιτούσαμε μπροστά»

Ποια είναι η πιο παλιά, η πρώτη ανάμνηση που έχεις από τη μπάντα;

«Δύσκολη ερώτηση… Νομίζω ότι η πρώτη φορά που συνάντησα τον Michael ήταν στο festival Roskilde, στη Δανία, το 1992. Εκείνος ήταν εκεί ως οπαδός που πήγε να παρακολουθήσει το festival, με έναν φίλο δικό μου από το Halmstad, είχαν πάει μαζί. Εγώ είχα μόλις γυρίσει από το Los Angeles, όπου είχα πάει, για να σπουδάσω drums για ένα χρόνο σε ένα μουσικό σχολείο (PIT), και βρεθήκαμε, λοιπόν, στον ίδιο χώρο. Ο κοινός μας φίλος μας σύστησε και μου είπε ότι ο Michael έψαχνε για drummer, για να φτιάξει νέα μπάντα, οπότε, έτσι, ξεκινήσαμε να μιλάμε. Και τότε φυσικά, δεν υπήρχε internet, δεν υπήρχαν κινητά και διάφορα applications (γέλια)! Αμέσως καταλάβαμε ότι έχουμε κοινά μουσικά ενδιαφέροντα και ανταλλάξαμε τηλέφωνα, ώστε να είμαστε σε επαφή. Εγώ τότε έμενα στο Malme και ο Michael στο Halmstad. Έπαιζα με αυτόν τον κοινό μας φίλο (ήταν κιθαρίστας) σε μία cover band, διασκευάζοντας τραγούδια του Lenny Kravitz, των Whitesnake κ.ά. σε διάφορα μαγαζιά, όπως το Powerhouse … Ωραίες εποχές, φίλε μου … Και ξεκίνησα να είμαι στους Beggars …»

Δράττοντας της ευκαιρίας για το παρελθόν, μιας και μιλάμε γι’ αυτό, η αγαπημένη μου φωτογραφία της μπάντας, είναι αυτή που βρίσκεται στο εσώφυλλο του “Mantra III” album, όπου βρίσκεστε οι τρεις σας στο δάσος, μια πολύ χαρακτηριστική φωτογραφία της εποχής. Έχετε συζητήσει ποτέ κάποιο reunion είτε με τον Spice είτε με τον JB; Θα θέλατε να το κάνετε αυτό κάποια στιγμή;

«Χαχα, είναι πολύ ωραία φωτογραφία και θυμάμαι τη στιγμή της φωτογράφισης! Βασικά, δε νομίζω ότι τώρα τρέχει λόγος να κάνουμε οποιοδήποτε reunion. Είμαστε πάρα πολύ ευχαριστημένοι με τον Apollo, κάνει φανταστική δουλειά μαζί μας, και δε νομίζω ότι θα θέλαμε τώρα να μπούμε σε μια τέτοια διαδικασία. Και να σου πω και κάτι … κάποια στιγμή που ήμασταν στη Γαλλία για ένα festival, έπαιζαν τότε και οι Grand Magus εκεί, και ο JB ανέβηκε στη σκηνή για να πει 2-3 τραγούδια μαζί μας, ήταν μια πολύ ωραία στιγμή. Θα μού πεις, και οι Arch Enemy έκαναν κάτι παρόμοιο με τους Black Earth. Αλλά όχι, δεν είναι στο μυαλό μας αυτό»

Θα θέλαμε να μας πεις ορισμένα ξεχωριστά και αγαπημένα για σένα τραγούδια των Spiritual Beggars.

«Δύσκολη ερώτηση, αλλά και καλή ερώτηση …! Λοιπόν, μού αρέσει το “Left Brain Ambassadors”, όταν το παίζαμε με το Spice ήταν τόσο ωραίο! Αλλά και το “Lunatic Fringe” από το “On Fire” album, το οποίο έχει τρία διαφορετικά μέρη, και είναι τόσο διαφορετικό και ξεχωριστό, με πολύ ωραία bluesy χροιά»

Αν είχες να διαλέξεις 2-3 ιδιαίτερες συναυλίες που έχεις συμμετάσχει με τους Spiritual Beggars, ποιες θα ήταν αυτές και γιατί;

«Κι άλλη δύσκολη ερώτηση … Πολύ παλιά, αυτή που διαφέρει, είναι η πρώτη μας με τον Per στα πλήκτρα, νομίζω στην Αγγλία, σε μία pub με το όνομα “Bullet Gig”, αυτή θυμάμαι πάρα πολύ χαρακτηριστικά. Τότε, ταξιδεύαμε την ίδια μέρα και υπήρχε πολύ αλκοόλ στο αεροπλάνο, πίναμε άφθονο gin tonic και περνάγαμε πολύ ωραία! Η συναυλία αυτή ήταν στο Λονδίνο τελικά. Αλλά και στην Ιαπωνία, συμμετέχοντας σε συναυλίες στο Loud Park, είναι κάτι το ξεχωριστό»

Και ποια από τις τέσσερις συναυλίες στην Ελλάδα σού άρεσε πιο πολύ;

Οι δύο πρώτες σίγουρα! Και ιδίως η πρώτη με τον Spice, καθώς όλοι μας, και το κοινό και το συγκρότημα είχαμε πολύ ενέργεια και τα δώσαμε όλα! Αλλά και η δεύτερη με τον JB. Επίσης, και η πρώτη που παίξαμε με τον Apollo, ήταν και η πρώτη που παίξαμε ποτέ μαζί του, ξεχωριστή και αυτή!

Έχεις επίσης συμμετάσχει στους Firebird, στους Shining αλλά και στους Grand Magus. Θα ήθελες να μας πεις δυο λόγια για τις μπάντες αυτές;

«Με τον Bill Steer (Carcass, Firebird, κλπ) μιλάμε συχνά και τον συναντώ, όταν είμαι στο δρόμο, αλλά δεν υπάρχει κάτι στα σκαριά και δεν ξέρω τι θα γίνει τελικά με την μπάντα. Στον πρώτο δίσκο των Firebird (σ.σ.: ομώνυμος) το μίγμα ήταν ιδιαίτερο: μπασίστας των Cathedral, drummer των Beggars και κιθαρίστας των Carcass, wow! Αγαπημένο μου album είναι τo δεύτερο (“Deluxe”) αλλά φυσικά, και το πρώτο. Πάντα με αυτήν την μπάντα δυσκολευόμασταν με το promotion, και με όλα, ποτέ δεν ήταν στρωμένα τα πάντα με κόκκινο χαλί. Δεν ξέρω γιατί … Με τους Shining, υπάρχει η εξής «συγκυρία»: η τότε κοπέλα μου ήταν φίλη με τον Niklas Kvarforth, αρχηγό της μπάντας, και έγινα κι εγώ πολύ καλός φίλος του. Του άρεσε το drumming μου στους Beggars, και με ρώτησε: «Θέλεις να παίξεις drums στην μπάντα μου;». Τότε, να σου πω την αλήθεια, δεν ήξερα καν τη μπάντα, χαχαχα! Και δεν μπορώ να πω ότι είμαι fan του είδους που παίζουν. Ήταν δύσκολο στην αρχή, όταν μου έδωσε τα κομμάτια που έπρεπε να μάθω να παίζω, ήταν πραγματικά αστείο για μένα, που δεν είχα επαφή με το είδος αυτό! Και επιπρόσθετα, μόλις είχε αποχωρήσει ο Hellhammer! Οπότε, όπως καταλαβαίνεις, είχα πάρα πολύ δύσκολο έργο! Το λιγότερο που μπορώ να πω είναι ότι είχε διαφορετικό τελείως παίξιμο από μένα! Αλλά είμαι περήφανος για ό,τι έκανα με τους Shining. Με τους Grand Magus ήταν πολύ εύκολο, βασικά. Αφού έφυγε από τους Beggars, πάντα κρατούσαμε επαφή και μιλάγαμε. Τότε, ήμουν σε περιοδεία με τους Shining και μου ζήτησε να παίξω drums μαζί τους, γιατί ο Sebastian είχε αρρωστήσει και δεν μπορούσε. Αλλά κι εγώ μετά από την περιοδεία με τους Shining, έβγαινα σε περιοδεία καπάκι με τους Beggars. Συνέβη τότε το tsunami, η περιοδεία ακυρώθηκε, αλλά μετά, όταν ο Sebastian (Sippola, τύμπανα) αποχώρησε, μιλήσαμε ξανά και εντάχθηκα στην μπάντα. Ήμουν fan τους πολύ πριν αναμειχθώ και παίξω, και μάλιστα ο αγαπημένος μου δίσκος μάλλον είναι το “Iron Will”!»

Θα ήθελες να μας πεις τους αγαπημένους σου drummers;

«Πάλι δύσκολη ερώτηση! Μάλλον θα έλεγα τον Phil Rudd, την πρώτη εποχή με τον Bon Scott, με το απλό μεστό του παίξιμο! Τα απλά είναι και αυτά που μου αρέσουν πιο πολύ, να ξέρεις! Φυσικά οι Ian Paice, Carmine και Vinnie Appice, Brian Downey είναι μερικοί άλλοι!»

Ακούς καθόλου νέα συγκροτήματα, νέους δίσκους που βγαίνουν στην κυκλοφορία;

«Δεν ακούω πολύ νέο υλικό, αλλά θέλω να πω ότι μου αρέσουν πολύ οι δύο τελευταίοι δίσκοι των Europe! Δεν ήμουν ποτέ οπαδός τους, μέχρι που έφτασαν αυτοί οι δίσκοι, οι οποίοι είναι φανταστικοί!»

Κάποιο μήνυμα για τους Έλληνες οπαδούς σας;

«Ανυπομονούμε να έρθουμε και να παίξουμε παλιό αλλά και νέο υλικό σύντομα! Cheers! Ευχαριστούμε για την υποστήριξη και ελπίζω να σας αρέσει ο νέος δίσκος! Θα τα πούμε και με τους Beggars και με τους Grand Magus

Σε ευχαριστώ πάρα πολύ για το χρόνο σου και ελπίζω να τα πούμε πολύ σύντομα!

Οι Avatarium είναι ένα από τα πιο «καυτά» ονόματα σήμερα στον metal χώρο. Το δεύτερο album τους, “The Girl with the Raven Mask”, προκάλεσε πάταγο με την ποιότητά του, και έκανε πολλούς να ενδιαφερθούν για τον vintage heavy ήχο. Ήταν λογικό, επομένως, το project αυτό του Leif Edling των Candlemass να βγει σε μία – πολύ επιτυχημένη, όπως αποδείχθηκε – περιοδεία, που τούς έφερε και από τα μέρη μας. Οι εντυπώσεις μας από το live Avatarium στην Αθήνα ήταν άριστες και το Myth of Rock θέλησε να μιλήσει με την μπάντα. Αυτό δεν κατέστη δυνατό να γίνει επί ελληνικού εδάφους (άτιμη show biz!), ωστόσο, καταφέραμε να επικοινωνήσουμε με τον κιθαρίστα της μπάντας, Marcus Jidell, και να τον ρωτήσουμε όλα όσα είχαμε στο μυαλό μας. Τα όσα ενδιαφέροντα ειπώθηκαν, μπορείτε να διαβάσετε αμέσως παρακάτω!

από τον Αντώνη Μαντζαβίνο.

Καλησπέρα Marcus, σε ευχαριστώ πολύ για το χρόνο σου. Τί κάνεις, πώς περνάς; Πώς είναι ο καιρός εκεί;
Καλησπέρα Αντώνη από τη Στοκχόλμη. Είμαι λίγο κουρασμένος σήμερα, έφτιαχνα το αυτοκίνητό μου, και έγραφα και μουσική, οπότε η μέρα ήταν αρκετά γεμάτη. Ο καιρός σήμερα ήταν ηλιόλουστος, αλλά το κρύο ήταν αρκετά τσουχτερό!

Κατ’ αρχάς, ήθελα να σου πω ότι η συναυλία άφησε τους θεατές με ανοιχτό το στόμα, όλοι την καταχάρηκαν και έμειναν παραπάνω από ενθουσιασμένοι. Κατά τη γνώμη μου θα μείνει στην ιστορία! Θα θέλαμε ν’ ακούσουμε τις εντυπώσεις σου.
Είμαι πολύ χαρούμενος που το ακούω αυτό, το ευχαριστηθήκαμε και εμείς που ήρθαμε και παίξαμε στην Ελλάδα, και οι δύο συναυλίες ήταν πολύ ωραίες, και στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη. Αισθανόμαστε πολύ ευγνώμονες προς εσάς και ήταν πολύ ωραίο που είχαμε αυτή την «κοντινή» αίσθηση με το κοινό, ήταν πραγματικά κάτι ιδιαίτερο αυτό το συναίσθημα.

Χαίρομαι ιδιαίτερα γι’ αυτό! Λοιπόν, θα θέλαμε να μας δώσεις μερικές λεπτομέρειες, για το πώς άρχισε αυτό το συγκρότημα που λέγεται Avatarium. Ποια είναι η ιστορία πίσω από αυτό; Πώς ξεκίνησαν όλα;
Όλα ξεκίνησαν από τον Leif (Edling). Τον ήξερα από πιο παλιά, αλλά πριν επτά χρόνια, έπαιξα δύο-τρία shows με τους Krux, και έτσι ξεκίνησε πιο έντονη η φιλία μας. Ήρθε, λοιπόν, σε επαφή μαζί μου, ώστε να ηχογραφήσουμε κάποια demos. Φυσικά, ήμουν fan για ό,τι έχει κάνει, και χάρηκα ιδιαίτερα, όταν μου το ζήτησε αυτό, οπότε ξεκινήσαμε να δουλεύουμε μαζί πάνω σε διάφορες ιδέες. Τα πρώτα κομμάτια, πάνω στα οποία δουλέψαμε, ήταν τα “Moonhorse”, “Lady in the Lamp” και “Avatarium”. Αμέσως μάς δημιουργήθηκε η αίσθηση ότι αυτό ήταν κάτι που θέλαμε πολύ να συνεχίσουμε και να δουλέψουμε πάνω σε αυτό. Στην αρχή δε συζητήσαμε κάτι συγκεκριμένο για τραγουδιστή, αλλά μετά ρωτήσαμε την Jennie-Ann Smith, η οποία τότε δεν ήταν σύζυγός μου, αλλά γνωρίζαμε ότι είχε καταπληκτική φωνή και τής ταίριαζε πολύ να τραγουδήσει το υλικό, που είχαμε. Πάντως, για να πω όλη την αλήθεια, στο μυαλό μας αρχικά ήταν ο Mikael Akerfeldt των Opeth, αυτόν θέλαμε αρχικά για τραγουδιστή. Και μάλιστα, η ιδέα αυτή προέκυψε πολύ αργά σε ένα πάρτυ που ήμασταν, και ο Leif είχε γράψει κάποιο υλικό για τον Mikael,  αλλά λόγω των υποχρεώσεων του με τους Opeth δεν κατέστη δυνατό. Οπότε, επελέγη η Jennie-Ann ως lead τραγουδίστρια, η οποία έχει ένα πιο gentle touch στα τραγούδια (σημείωση συντάκτη: αυτή την έκφραση χρησιμοποίησε ο Marcus στην απάντησή του) αλλά ταυτόχρονα μπορεί και να ροκάρει!

O νέος σας δίσκος “The Girl with the Raven Mask” έχει λάβει εξαιρετικές κριτικές και το κοινό έχει ανταποκριθεί πολύ θετικά. Μπορείς να μας μιλήσεις για αυτό αλλά και για τη μουσική κατεύθυνση που το συγκρότημα θέλει να πάρει; Γιατί υπάρχει διαφοροποίηση, κατά τη γνώμη μου, σε σχέση με τον πρώτο full-length δίσκο σας, τον ομώνυμο ουσιαστικά.
Κατ’ αρχάς, αυτός ο δίσκος είναι μια πιο ομαδική δουλειά, μια δουλειά που όλα τα μέλη του συγκροτήματος έχουν συμβάλλει ουσιαστικά, σε σχέση με τον πρώτο δίσκο. Και η Jennie-Ann αλλά και οι Carl και Lars έχουν καθοριστική συμμετοχή σε όλα τα arrangements του δίσκου, σε όλα όσα έχουν να κάνουν με το τελικό αποτέλεσμα του ήχου, και όχι μόνο. Όλοι, λοιπόν, καθορίζουν από κοινού την προσπάθειά μας, για να πιάσουμε αυτό το feeling των ‘60s και ‘70s και να γράψουμε όλοι μαζί τραγούδια, επηρεασμένοι από Grand Funk Railroad, Rainbow, Uriah Heep κτλ. Έπειτα, η Jennie-Ann, όπως και εγώ αλλά και ο Leif, γουστάρουμε πολύ μπάντες, όπως οι The Beatles και οι Crosby, Stills, Nash & Young και θέλαμε να φέρουμε στο νέο δίσκο και στοιχεία από αυτές τις αγαπημένες μας μπάντες. Άρα το τελικό αποτέλεσμα έχει αυτή τη χροιά της ομαδικής δουλειάς. Μου άρεσε πάρα πάρα πολύ ο πρώτος δίσκος, όπου είπαμε  «ΟΚ, ας κάτσουμε να γράψουμε τραγούδια» και αυτό ήταν, ενώ τώρα η δουλειά έγινε, έχοντας στο μυαλό μας περισσότερες ιδέες από διαφορετικές κατευθύνσεις με μεγαλύτερη ποικιλομορφία.

Μία εβδομάδα πριν εμφανιστούν οι Avatarium στην Ελλάδα, μας επισκέφθηκαν οι Candlemass, στα πλαίσια των τριάντα χρόνων από το “Epicus Doomicus Metallicus”. Πες μας ποια είναι η σχέση σου με τους Candlemass και αν θεωρείς και εσύ τον εαυτό σου, μέρος της ευρύτερης Candlemass οικογένειας, υπό τη σκέπη του Leif;
Ο Leif έχει τεράστια δύναμη, είναι καταπληκτικός συνθέτης και είναι η καρδιά των Candlemass. Για μένα αλλά κυρίως και για τον Leif, θέλουμε να τραβήξουμε μακριά από τους Candlemass τους Avatarium. Δεν θέλουμε σε καμία περίπτωση να κάνουμε έναν «νέο Candlemass» δίσκο, αν γίνομαι κατανοητός. Φυσικά, οι Candlemass είναι όλοι φίλοι μου, και μάλιστα μου δόθηκε η ευκαιρία να παίξω μαζί τους κάποια στιγμή live, και θέλω να πω ότι έμαθα πολλά από όλους, και ειδικά από τον Mappe (Björkman), που είναι ένας φανταστικός άνθρωπος αλλά και μουσικός. Και φυσικά, αντλώ έμπνευση από τους Candlemass, και μόνο που τους μιλώ ή κάνω παρέα μαζί τους, μαθαίνω πράγματα συνεχώς.

Σχετικά με μπάντες από τη Σουηδία, εδώ και χρόνια βγαίνουν πάρα πολλές και οι περισσότερες έχουν το δικό τους ξεχωριστό χαρακτήρα και στυλ, η καθεμιά στο ιδίωμά της, κάτι που τις κάνει πολύ διαφορετικές. Από το μελωδικό ή vintage rock μέχρι τα ακραία είδη, όπως το black metal, death metal κτλ. Όντας και εσύ μέρος αυτής της μουσικής - ας το πούμε - παράδοσης, θα θέλαμε να μάς μιλήσεις για τη σουηδική μουσική σκηνή.
Για να είμαι ειλικρινής, δεν θεωρώ τον εαυτό μου ειδικό, για να απαντήσω σε αυτή την ερώτηση. Όπως και να έχει, αντλώ έμπνευση από όλες αυτές τις μπάντες, που βγαίνουν στη Σουηδία, και είμαι περήφανος που πολλές από αυτές είναι και πετυχημένες στο είδος τους και μάλιστα παγκοσμίως, οπότε, αφού αυτοι μπορούν να το κάνουν, θέλω να το προσπαθήσω και εγώ! (γέλια)

Έχεις κυκλοφορήσει ένα solo album και έχεις παίξει και με πολλές διαφορετικές μπάντες. Για πολλούς, ένας μουσικός πρέπει να προκαλεί τον εαυτό του και να προσπαθεί μέσα από διαφορετικά ίσως μουσικά μονοπάτια να αναδείξει την δημιουργικότητά του. Μίλησέ μας για τον μουσικό Marcus Jidell και τα διάφορα μουσικά πονήματά του.
Σαν άνθρωπος, πάντα μου άρεσε και πάντα χρειάζομαι νέες προκλήσεις στη ζωή μου, πόσο μάλλον στη μουσική που δημιουργώ. Αυτή τη στιγμή για παράδειγμα, γράφω νέα κομμάτια, τα οποία είναι instrumental, τα οποία εύχομαι να κυκλοφορήσω σύντομα. Μου αρέσει να εξερευνώ νέα μονοπάτια, ακόμα και όταν είμαι σε μια μπάντα. Θέλω να προχωράω μπροστά και θέλω να ανοίγω νέους ορίζοντες σε ό,τι με αφορά. Και αυτό συμβαίνει ακριβώς και με τους Avatarium: θέλουμε να εξερευνούμε καινούργια πράγματα και θέλουμε να πηγαίνουμε παρακάτω, σε μία συνεχή αναζήτηση της δημιουργίας.

Για να κάνει κάποιος μουσικός όλα αυτά τα πράγματα, να συμμετέχει σε διαφορετικά σχήματα, να γράφει και να προβάρει κομμάτια αλλά και να περιοδεύει, χρειάζεται ελεύθερο χρόνο. Εργάζεσαι κάπου σε καθημερινή βάση; Έχεις part-time εργασία ίσως;
Δεν έχω άλλη ασχολία εκτός από τη μουσική, και όλος μου ο χρόνος και η ενέργεια καταναλώνεται σε αυτόν τον τομέα. Εδώ και αρκετά χρόνια είμαι full-time μουσικός και είμαι χαρούμενος που καταφέρνω να κάνω αυτό που αγαπώ, αλλά και να αφοσιώνομαι σε αυτό.

Θα θέλαμε να μας πεις ορισμένους αγαπημένους σου καλλιτέχνες, αλλά και ειδικότερα, αγαπημένους σου κιθαρίστες.
Φυσικά είμαι μεγάλος fan του Jimi Hendrix, του Ritchie Blackmore αλλά και όταν ήμουν μικρότερος, μού άρεσε πολύ ο Yngwie Malmsteen, ο οποίος ήταν και ο βασικός λόγος που ήθελα να παίζω κιθάρα. Αλλά και άλλοι φυσικά, ο Eric Clapton, ο David Gilmour, ο Albert King, κιθαρίστες με blues ήχο κ.λπ.

Αγαπημένοι σου δίσκοι;

Ένας πολύ αγαπημένος μου δίσκος είναι το “Fireball” των Deep Purple. Όλα βασικά τα albums τους με την MKII σύνθεση. Επίσης, είμαι μέγας οπαδός των Mountain και του Leslie West, φανταστικός κιθαρίστας!

Τελειώνοντας τη συνέντευξη και αφου σε ευχαριστήσουμε πολύ για το χρόνο σου, έχεις κάποιο μήνυμα για τους Έλληνες οπαδούς των Avatarium;
Θέλω να ευχαριστήσω όλους τους οπαδούς μας, και ειδικότερα να τους ευχαριστήσω για την τόσο θερμή υποδοχή τους. Μας έκαναν και αισθανθήκαμε τόσο όμορφα στην Ελλάδα και θέλουμε φυσικά να έρθουμε σύντομα ξανα! Εύχομαι να σε δω και στη Στοκχόλμη όταν έρθεις, να πιούμε μπύρες και να ροκάρουμε! Καλό βράδυ!

 

To όνομά τους είναι συνώνυμο του doom metal. Αν οι Black Sabbath είναι οι πατέρες του heavy metal, τότε οι Candlemass είναι οι πατέρες του doom! Τώρα, λοιπόν, που συμπληρώνονται τριάντα χρόνια από την κυκλοφορία του κλασικού ντεμπούτου τους, "Epicus Doomicus Metallicus", η μπάντα βρίσκει αφορμή να βρεθεί για άλλη μια φορά στο δρόμο για συναυλίες, έστω και χωρίς τον ασθενή Lief Edling. To Myth of Rock συνάντησε την μπάντα, όταν αυτή πάτησε το πόδι της επί ελληνικού εδάφους τον Φεβρουάριο που μάς πέρασε και είχαμε μία πολύ ενδιαφέρουσα κουβέντα με τον ρυθμικό κιθαρίστα τους, Mats "Mappe" Björkman, στο roof garden του ξενοδεοχείου, όπου κατέλυσαν. Doom on!

από τον Αντώνη Μαντζαβίνο

Καλησπέρα Mappe, χαιρόμαστε που σε συναντούμε ξανά στην Αθήνα! Τελευταία φορά ήταν το 2011, και φυσικά οι Έλληνες οπαδοί της μπάντας ήθελαν να σας ξαναδούν live! Και τι καλύτερη ευκαιρία από την επετειακή συναυλία για το “Epicus Doomicus Metallicus”, που κυκλοφόρησε το 1986! Θα θέλαμε να μας πεις δύο – τρία λόγια για την ιδιαίτερη σχέση των Candlemass με το ελληνικό κοινό, από την πρώτη φορά που επισκεφτήκατε την Ελλάδα, 27 χρόνια πριν.

«Θυμάμαι πάρα πολύ καλά, όταν είχαμε έρθει να παίξουμε στην Ελλάδα το Δεκέμβριο του 1989, και θα ήθελα βασικά να τονίσω ότι το ελληνικό κοινό είναι το αγαπημένο κοινό των Candlemass! Δεν το λέω αυτό, επειδή δίνω συνέντευξη σε Έλληνες, αλλά επειδή το κοινό εδώ στη χώρα σας έχει δώσει τόσα πολλά και τόση μεγάλη αγάπη στους Candlemass από την πρώτη φορά μέχρι και σήμερα. Και είναι καταπληκτικό να ερχόμαστε εδώ να παίξουμε για σας, πόσο μάλλον για μια τόσο σημαδιακή περίσταση»

Ας συζητήσουμε τώρα για την 30η επέτειο από το “Epicus Doomicus Metallicus”, τι ακριβώς έχετε προγραμματίσει και πώς το έχετε σχεδιάσει;

«Είπαμε μαζί με τον Leif και τους υπόλοιπους να κάνουμε κάτι special, για να γιορτάσουμε τα 30 χρόνια από το “Epicus Doomicus Metallicus”. Θέλαμε, λοιπόν, να κάνουμε κάποιες επιλεγμένες συναυλίες και να παίξουμε κλασικά κομμάτια, αυτά που και ο κόσμος αγαπά. Σε κάποιες συναυλίες, όχι εδώ στην Αθήνα, θα έχουμε και κάποιον ή κάποιους guests επί σκηνής. Εξάλλου θα ήθελα να τονίσω εδώ ότι οι Candlemass δεν υφίστανται 30 χρόνια αλλά 35 χρόνια περίπου. Είμαστε «ίδια σειρά» περίπου με τους Europe, καθώς καταγόμαστε από την ίδια περιοχή (Στοκχόλμη) και προβάραμε μαζί ένα διάστημα εκείνα τα παλιά χρόνια (Upplands Vasby, προάστιο της Στοκχόλμης). Και φυσικά είμαστε και οι δύο από τις λίγες σουηδικές μπάντες στο rock και το metal, που έχουμε κρατήσει τόσα πολλά χρόνια. Παίξαμε και πέρσι μαζί τους σε ένα festival στη Σουηδία, είναι φίλοι μας εδώ και τόσα πολλά χρόνια. Φυσικά, υπάρχει και μια αστεία φωτογραφία από τα χρόνια με τον Messiah, όπου εκείνος φοράει ένα μπλουζάκι που γράφει “Joey Tempest is a Homo”, αλλά εννοείται ότι τότε κάναμε πλάκα μεταξύ μας! Όπως και να χει, τους σεβόμαστε και μας σέβονται απεριόριστα, αλλά και οι Candlemass έχουν το δικό τους στίγμα στη μουσική»

Σχετικά με το επερχόμενο EP, δώσε μας σε παρακαλώ ορισμένες λεπτομέρειες για την ηχογράφησή του, για τα κομμάτια που περιλαμβάνει και τι σημαίνει γενικότερα αυτή η κυκλοφορία για τους Candlemass;

«Το EP ηχογραφήθηκε τον Οκτώβριο 2015, στα Ghost Ward Studios στη Στοκχόλμη, όπου και οι Avatarium έχουν ηχογραφήσει. Όλα τα τραγούδια φυσικά είναι του Leif, και είναι τραγούδια που θέλαμε όλοι στην μπάντα να ηχογραφήσουμε. Δεν θέλουμε οι Candlemass να ακούγονται όπως οι Krux ή οι Avatarium. Δεν έχουμε κανένα πρόβλημα με κανέναν από αυτές τις μπάντες, είμαστε όλοι μια οικογένεια. Το EP δεν θα έχει πλήκτρα, όπου ο εκπληκτικός και σημαντικός Per Wiberg είναι μαζί μας, για να παίξει μπάσο το διάστημα που δεν θα εμφανίζεται live ο Leif. Και τα τέσσερα τραγούδια έχουν άμεση σχέση με όλη την ιστορία των Candlemass, από τον πρώτο δίσκο και μέχρι και τον προηγούμενο full length album. Είμαι πολύ περήφανος για αυτά τα τέσσερα τραγούδια, και παρόλο που αρχικά ήταν να κυκλοφορήσουν το Φεβρουάριο του 2016, τελικά η δισκογραφική θα τα κυκλοφορήσει αρχές καλοκαιριού. Επίσης, να πω ότι έχουμε γράψει και άλλα τραγούδια, αλλά δεν ξέρουμε αυτή τη στιγμή πότε θα κυκλοφορήσουν. Ο Leif δυστυχώς είναι στο studio για δύο ώρες περίπου την ημέρα, και μετά χρειάζεται να ξεκουραστεί στο σπίτι του, οπότε ο χρόνος μαζί του στο studio δεν είναι αρκετός στην παρούσα φάση. Πηγαίνει σπίτι του, γράφει τραγούδια για το νέο του solo project και αυτός να σου πω είναι ο λόγος που σιγά σιγά προσπαθεί ν’ αναρρώσει. Η αγάπη του για τη μουσική τον βοηθάει πάρα πολύ και μάλιστα χαίρεται πάρα πολύ που οι Candlemass αυτή τη στιγμή είναι έξω και θα περιοδεύσουν, έστω χωρίς αυτόν, και μας είπε να μεταδώσουμε τη χαρά του αυτή και το πνεύμα αυτό στον κόσμο που θα συναντούμε στις συναυλίες»

Οι Candlemass έχουν περάσει από διάφορες αλλαγές μελών, κυρίως τραγουδιστών, λόγω διαφορετικών αιτιών. Στην παρούσα φάση πορεύεστε με τον Mats Leven, τον οποίο εκτιμώ για ό,τι έχει κάνει μέχρι σήμερα και θεωρώ ότι έχει εξαιρετική φωνή και μπορεί να ανταποκριθεί σε διαφορετικά μεταξύ τους μουσικά σχήματα. Μίλησέ μας για αυτή την αλλαγή.

«Ο Mats Leven είναι φανταστικός τραγουδιστής. Ο Robert Lowe είναι εξαιρετικός άνθρωπος και χαρακτήρας και, μάλιστα, έκανε εξαιρετική δουλειά σε όλα τα studio albums με τους Candlemass. Αλλά δεν είχε την ίδια απόδοση στα live, που κάναμε, παρόλο που του δώσαμε πάρα πολλές ευκαιρίες. Ήταν κάπως νευρικός επί σκηνής, και μας λυπεί αυτό το γεγονός, διότι είναι πάρα πολύ ταλαντούχος και έχει πολύ καλή φωνή. Στα studio albums ήταν πολύ ψηλά η απόδοσή του και στις συναυλίες όχι και τόσο, και προσπαθούσαμε να βρούμε μια κάπως πιο ισορροπημένη κατάσταση. Ο Mats Leven, από τους πιο ταλαντούχους τραγουδιστές ever, είναι οπαδός των Candlemass από τα «γεννοφάσκια» του, ας το πούμε έτσι, και ήταν η ιδανικότερη επιλογή, μιας που ήταν και φίλος μας εδώ και πολλά χρόνια, μένει στην ίδια πόλη με μας, με ό,τι ευκολία συνεπάγεται στο να προβάρουμε ή να παίζουμε μαζί και ανήκει και αυτός εδώ και πολύ καιρό στην ευρύτερη «οικογένεια» των Candlemass. Για το 2015 στη Δανία, οι Candlemass ψηφίστηκαν η καλύτερη live μπάντα, φυσικά με τον Mats Leven στα φωνητικά. Ανυπομονούμε να παίξουμε απόψε στην Ελλάδα, ώστε να απολαύσετε όλοι οι Έλληνες fans τον Mats Leven επί σκηνής με τους Candlemass! Θα περάσετε σίγουρα πολύ καλά!»

Σχετικά με τον Per Wiberg, ο οποίος είναι πλήρες μέλος των Spiritual Beggars, μια αγαπημένη μπάντα για μένα, μπορείς να μας περιγράψεις το πλαίσιο της συνεργασίας σας;

«Ο Per, όπως γνωρίζεις, είναι ένας εξαιρετικός πληκτράς, τραγουδιστής, μπασίστας, κιθαρίστας αλλά και drummer! Ανταποκρίνεται άριστα σε όλους τους μουσικούς ρόλους, και το έχει αποδείξει σε όλα τα συγκροτήματα που έχει συμμετάσχει έως τώρα (Spiritual Beggars, Opeth, Kamchatka, King Hobo, Mojobone, κτλ). Αγαπάει και αυτός πάρα πολύ τους Candlemass, μάλιστα έπαιξε πλήκτρα στο τραγούδι “Siren Song” του τελευταίου studio δίσκου μας και μετά από αυτό το δίσκο, έπαιξε πλήκτρα μαζί μας σε κάποια live, που κάναμε. Οπότε, όταν προέκυψε το θέμα με τον Leif, ήταν μια φυσιολογική επιλογή να τον έχουμε μαζί μας και βασικά συνέβη πολύ εύκολα και αβίαστα».

Τι μουσική ακούς τελευταία, σε ότι έχει να κάνει με νέες κυκλοφορίες; Και πες μας αγαπημένα σου γκρουπ ή κιθαρίστες;

«Δεν είμαι τόσο καλός, όσον αφορά νέα συγκροτήματα ή νέους δίσκους. Δυστυχώς, δεν έχω πολύ ελεύθερο χρόνο, όπως είχα φυσικά όταν ήμουν νεώτερος και δεν είχα οικογενειακές υποχρεώσεις. Με ενδιαφέρει να ακούσω κάτι καινούργιο, αλλά δυστυχώς, δεν μπορώ λόγω χρόνου. Αυτός που σίγουρα είναι ο νούμερο ένα αγαπημένος μου κιθαρίστας από τότε, που ήμουν μικρός, είναι ο Ted Nugent, ο πιο cool για μένα όλων! Βέβαια, αυτός που φυσικά ευθύνεται για όλα τα riffs είναι ο Tony Iommi, στον οποίο όλοι χρωστάμε τα πάντα. Από την άλλη, η αγαπημένη μου μπάντα όλων των εποχών με διαφορά είναι οι Rush. Έχω και άλλες μπάντες που αγαπώ πολύ, όπως οι Black Sabbath, οι Uriah Heep και ακούω επίσης φανατικά Manowar! Ο δίσκος “Into Glory Ride” είναι ίσως ο καλύτερος heavy metal δίσκος όλων των εποχών!

Είναι εκπληκτικό να βλέπεις πόσο η Σουηδική μουσική σκηνή ανθεί εδώ και δεκαετίες, από τα πιο ακραία είδη έως τα πιο «χαλαρά» ας το πούμε. Μπορείς να μας δώσεις μια εξήγηση για αυτό το «φαινόμενο» ;

«Για να σου πω την αλήθεια, δεν ξέρω ακριβώς το λόγο που συμβαίνει αυτό! Έχουμε σίγουρα μεγάλη rock και metal παράδοση σε αυτή τη χώρα, όπου η μουσική πραγματικά προοδεύει για διάφορους λόγους, και είμαστε περήφανοι που είμαστε κομμάτι αυτής της παράδοσης στη Σουηδία».

Τελευταία ερώτηση: Θα μπορούσες να μοιραστείς μαζί μας ορισμένες προσωπικές στιγμές των Candlemass που σε έχουν στιγματίσει και θεωρείς πολύ σημαντικές;

«Αυτό που θα έχω πάντα στην καρδιά μου και θα ήθελα να το μοιραστώ με τους οπαδούς μας, είναι και θα είναι οι ηχογραφήσεις για το “Epicus Doomicus Metallicus” και όλη εκείνη η εποχή πριν, κατά τη διάρκεια και αμέσως μετά το δίσκο, ο,τιδήποτε έχει να κάνει με τον πρώτο μας δίσκο! Κάποιοι γέλαγαν με αυτό που θέλαμε να παίξουμε, γιατί η μουσική αυτή ήταν τόσο διαφορετική τότε στα αυτιά του metal οπαδού! Ο φίλος μου Mats Ekström με παρότρυνε να παίξουμε μαζί με τον Leif στο προάστιο της Στοκχόλμης Upplands Väsby, απ’ όπου και οι Europe ξεκίνησαν. Θέλαμε να κάνουμε κάτι διαφορετικό εκείνη την εποχή. Τα πρώτα μας τραγούδια ήταν τα “Under the Oak”, “Crystal Ball” και “Demons Gate”. Ό,τι πιο heavy μπορούσαμε να δημιουργήσουμε. Τα στείλαμε λοιπόν στην Black Dragon και τα υπόλοιπα είναι ιστορία…. Άρα λοιπόν, αυτό με κάνει πάρα πολύ χαρούμενο μέχρι και σήμερα.. Ο Leif, ο Mats και εγώ! Πίναμε μπίρες, παίζαμε riffs, και περνούσαμε τόσο καλά! Αυτό είναι το πιο σημαντικό που μένει μέχρι και σήμερα: οι δυνατές φιλίες μέσα από όλα αυτά τα χρόνια, παρ’ όλες τις δυσκολίες... Και μάλιστα, θέλω να πω ότι πίσω στο 1986, δεν υπήρχε σεβασμός για ό,τι είχαμε ξεκινήσει να κάνουμε παίζοντας doom. Τώρα συνομιλώντας με πραγματικούς οπαδούς της μπάντας, μας συγκινεί και μας παρακινεί να είμαστε εδώ. Αν κάποιος μας έλεγε το 1986, ότι το 2016 θα ήμασταν στην Ελλάδα για την πρώτη επετειακή συναυλία των τριάντα χρόνων και θα παίζαμε πέντε τραγούδια από το “Epicus …”, θα τον περνούσαμε για τρελό! Είχαμε τόσες πολλές αλλαγές όλα αυτά τα χρόνια, ιδίως σε τραγουδιστές. Ήρθε κάποτε ένα τηλεφώνημα από τη Νότια Σουηδία, όταν ακούσαμε τη χαρακτηριστική φωνή πίσω από το τηλέφωνο «Θέλω να γίνω ο νέος τραγουδιστής των Candlemass» από τον Messiah. Ο οποίος μετακόμισε στη Στοκχόλμη, πριν κάνει οριστικοποιηθεί ότι θα είναι ο νέος μας τραγουδιστής! Είμαι φίλος του, και δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, μιλάμε μια στο τόσο, όταν βρεθεί η ευκαιρία, κανένα πρόβλημα. Αγαπάει τους Candlemass, είναι το μόνο σίγουρο!»

Σ’ ευχαριστούμε πάρα πολύ για το χρόνο σου και ευχόμαστε να σε ξαναδούμε ξανά στην Ελλάδα! Παρακαλούμε επίσης να στείλεις τις ευχές μας για περαστικά στον Leif που τόσο αγαπάμε!

«Και εγώ ευχαριστώ πολύ! Πάντα η Ελλάδα κατέχει ξεχωριστή θέση στην καρδιά των Candlemass και η αιτία είστε εσείς οι οπαδοί μας! Στην υγειά σας!»

 

 

 

Δεν νομίζω πως πολλοί θα περίμεναν ότι η έκπληξη στο σημερινό power metal θα ερχόταν από την Γαλλία. Κι όμως το group που έχει καταπλήξει όσους το έχουν ακούσει και δημιουργεί πολλές ελπίδες για ένα λαμπρό μέλλον, κατάγεται από τη Γαλλία και φέρει το όνομα DarkTribe! To δεύτερό τους album, το ‘The Modern Age”, έχει προκαλέσει ταραχή στα στάσιμα νερά του power metal και έναν ευχάριστο πανικό στο Myth of Rock, το οποίο, αφού εκθείασε τον δίσκο και την μπάντα, θεώρησε απαραίτητο να έρθει σε επαφή με τους Γάλλους power metallers! Στις ερωτήσεις μας απαντά ο ιδρυτής των DarkTribe, Julien Agnello (τύμπανα), λιτά αλλά πλήρως κατατοπιστικά. Δώστε μιά ευκαιρία στους DarkTribe και θα εκπλαγείτε!

από τον Δημήτρη Ζαχαρόπουλο

Για την αρχή, θα θέλαμε να μας δώσεις ένα σύντομο βιογραφικό των DarkTribe.

Ναι, οι DarkTribe σχηματίσθηκαν από εμένα το 2004. Σύντομα μπήκαν στην μπάντα ο Anthony Agnello (φωνητικά) και ο Bruno Caprani (μπάσο), αλλά οι DarkTribe πήραν ουσιαστικά τη σημερινή μορφή τους το 2009 με την άφιξη του Loic Manuello (κιθάρες). Την ίδια χρονιά ηχογραφήσαμε το EP μας “Natural Defender”, ώστε να μοιρασθούμε τη μουσική μας με τον κόσμο. Τότε το 2012 υπογράψαμε συμβόλαιο με την γερμανική εταιρεία Massacre Records, ώστε να κυκλοφορήσουμε το πρώτο μας album, το “Mysticeti Victoria”, το οποίο μας έδωσε την δυνατότητα να περιοδεύμε και να παίζουμε με μπάντες, όπως οι Crucified Barbara, οι Nightmare, οι No Return.

Ποια είναι τα συναισθήματά σας τώρα που κυκλοφορείτε το νέο σας album, το “The Modern Age”; Προσωπικά, μού αρέσει πολύ, το θεωρώ αριστούργημα!

Ω, σε ευχαριστούμε πολύ! Είναι μεγάλο κομπλιμέντο. Είμαστε πάρα πολύ ενθουσιοσμένοι με την κυκλοφορία αυτή. Δουλέψαμε σκληρά στο “The Modern Age”, βάλαμε όλο το πάθος, όλη την ψυχή μας σ’ αυτό. To παρουσιάζουμε με περηφάνεια.

Ποιοι είναι οι βασικοί συνθέτες της μπάντας; Ποια ήταν η συνθετική διαδικασία των νέων τραγουδιών;

Ο Loic είναι ο κύριος συνθέτης, ο Anthony γράφει όλους τους στίχους και τις φωνητικές γραμμές. Ακολουθούμε την ίδια συνθετική διαδικασία από την αρχή της πορείας μας: ο Loic γράει κάποια riffs στην κιθάρα και ο Anthony ηχογραφεί τα μέρη των φωνητικών. Δουλεύουμε σε θέματα και ατμόσφαιρες, ώστε μετά να δομήσουμε τα τραγούδια όλοι μαζί.

Τα αγαπημένα μου τραγούδια από το “The Modern Age” είναι τα “My Last Odyssey” και “A Last Will”. Ποια είναι δικά σου αγαπημένα και γιατί;

Είναι μια δύσκολη ερώτηση αυτή, διότι, όπως είναι λογικό, αγαπώ όλα τα τραγούδια του album. Ωστόσο, μού αρέσουν πολύ τα ρυθμικά μέρη στο ομώνυμο του δίσκου και στο “Darkside of Imagination”.

Πού ηχογραφήσατε το νέο album; Ποιος είναι υπεύθυνος για την παραγωγή;

Ηχογραφήσαμε στο ArtMusic Studio στη Nice της Γαλλίας με τον Sebb Camhi, με τον οποίο είχαμε δουλέψει και στο προηγούμενο album μας, το “Mysticeti Victoria”. Είναι πάντα ευχαρίστησή μας να δουλεύουμε με έναν τόσο ταλαντούχο και παθιασμένο μηχανικό ήχου, όπως αυτός. Ο Sebb είναι τώρα μέλος της οικογένειας των DarkTribe, καταλαβαίνει τι ψάχνουμε αμέσως.

Η μίξη και το mastering του νέου δίσκου έγινε από τον Jacob Hansen. Πώς είναι να συνεργάζεσαι μαζί του;

Ήταν μία φανταστική εμπειρία, ο Jacob είναι πρασγματικά εντυπωσιακός. Μας οδήγησε σε όλη τη διαδικασία, άκουσε τις επιθυμίες μας και μπόρεσε να βρει τον τέλειο συνδυασμό για τον ήχο μας.

Πού θα εντόπιζες τις διαφορές μεταξύ του ντεμπούτου σας και του “The Modern Age”;

Η βασική διαφορά είναι ότι το πρώτο μας album είχε διαφορετικά στυλ σε κάθε τραγούδι, ενώ το “The Modern Age” είναι ένα πραγματικά power metal album. H παραγωγή είναι πιο heavy και μοντέρνα.

Η μουσική σας κινείται σε ένα μελωδικό power metal στυλ. Πιστεύεις ότι οι DarkTribe έχουν ωριμάσει αρκετά και ότι έχετε διαμορφώσει τη δική σας προσωπικότητα σαν μπάντα;

Ναι, νομίζω ότι με το “The Modern Age” δείχνουμε τη δική μας προσωπική προσέγγιση του power metal, δείχνουμε το πώς αναμειγνύουμε τη μελωδία, με τη δύναμη και τα τεχνικά μέρη.

Στη μουσική σας έχω βρει στοιχεία από μπάντες, όπως οι Stratovarius, οι Sonata Arctica και οι Dragonforce. Είστε όντως επηρεασμένοι από αυτές τις μπάντες; Υπάρχουν άλλες μπάντες, άλλοι μουσικοί, που σάς έχουν επηρεάσει;

Είναι αλήθεια ότι έχουμε επηρεασθεί από τους Stratovarius και τους Sonata Arctica, αλλά ακούμε πολλές διαφορετικές μπάντες και διαφορετικά είδη. Θα μπορούσα να αναφέρω καλλιτέχνες, όπως οι Symphony X, οι Iron Maiden, οι Opeth, οι Angra (εποχής Andre Matos), οι Dream Theater και οι Gojira.

Ποια είναι κατά τη γνώμη σου τα trademark της μουσικής των DarkTribe;

Ειμαστε μελωδικοί, έχουμε δύναμη και τεχνικά μέρη, οι στίχοι μας είναι βαθείς και έξυπνοι, ενώ σαν μπάντα σεβόμαστε και μοιραζόμαστε τις διάφορες αξίες.

Είναι το “The Modern Age” ένα concept album; Πού αναφέρονται οι στίχοι των νέων τραγουδιών; Ποιος γράφει τους στίχους;

Ακόμη κι αν οι στίχοι, που τούς γράφει ο Anthony, ασχολούνται με θέματα, όπως η κατάσταση του ανθρώπου, ο πόλεμος, η μοίρα των παιδιών, η λύπη, η μοναξιά και η άγρια ζωή, το “The Modern Age” δεν είναι concept. Στιχουργικά συνεχίζουμε τα θέματα, με τα οποία ξεκινήσαμε να καταπιανόμαστε στο “Natural Defender” και το “Mysticeti Victoria”.

Πάντα αναρωτιόμουν πώς και αποφασίσατε να ονομαστείτε DarkTribe!

Είναι αρκετά απλό, το όνομά μας το βρήκε ένας από τους πρώτους κιθαρίστες μας και αμέσως το κρατήσαμε. Με την λέξη “tribe” θέλουμε να εκφράσουμε την ενότητά μας, ενώ με τη λέξη “dark” κάνουμε αναφορά στις δυσκολίες της ζωής.

Πρόσφατα υπογράψατε συμβόλαιο με την Scarlet Records. Πώς νιώθετε για αυτό; Πώς και προέκυψε αυτό το συμβόλαιο;

Ο Filippo και η παρέα του μάς είπαν ότι τούς αρέσει η μουσική μας και εμείς από την πλευρά μας ψάχναμε για μία φιλική συνεργασία, έτσι υπογράψαμε μαζί τους. Οι άνθρωποι της Scarlet είναι παθιασμένοι και αφιερωμένοι στη δουλειά τους, κάνουν απίστευτη δουλειά κάθε μέρα.

Κατάγετε από την Γαλλία. Πόσο δύσκολο είναι για μία μπάντα να παίξει power metal; Υπάρχουν άλλες μπάντες από την Γαλλία, που σάς αρέσουν;

Η metal σκηνή στην Γαλλία είναι πάρα πολύ προσανατολισμένη προς το extreme metal, είναι δύσκολο έτσι να βρεις power metal μπάντες. Τέλος πάντων ..., μάς αρέσουν οι Gojira και είχαμε την ευχαρίστηση να μοιραστούμε τη σκηνή με μπάντες, όπως οι Unchained, οι Whispering Tales και οι Dreadful Silence.

Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια; Μία περιοδεία ίσως;

Τη στιγμή αυτή οργανώνουμε διάφορες συναυλίες για το τέλος του έτους και μία ευρωπαϊκή περιοδεία για τον νέο χρόνο. Ανυπομονούμε τόσο πολύ να παρουσιάσουμε το νέο στον κόσμο και να το μοιρασθούμε μαζί του στις συναυλίες μας!

Page 2 of 3