Οι Avatarium είναι ένα από τα πιο «καυτά» ονόματα σήμερα στον metal χώρο. Το δεύτερο album τους, “The Girl with the Raven Mask”, προκάλεσε πάταγο με την ποιότητά του, και έκανε πολλούς να ενδιαφερθούν για τον vintage heavy ήχο. Ήταν λογικό, επομένως, το project αυτό του Leif Edling των Candlemass να βγει σε μία – πολύ επιτυχημένη, όπως αποδείχθηκε – περιοδεία, που τούς έφερε και από τα μέρη μας. Οι εντυπώσεις μας από το live Avatarium στην Αθήνα ήταν άριστες και το Myth of Rock θέλησε να μιλήσει με την μπάντα. Αυτό δεν κατέστη δυνατό να γίνει επί ελληνικού εδάφους (άτιμη show biz!), ωστόσο, καταφέραμε να επικοινωνήσουμε με τον κιθαρίστα της μπάντας, Marcus Jidell, και να τον ρωτήσουμε όλα όσα είχαμε στο μυαλό μας. Τα όσα ενδιαφέροντα ειπώθηκαν, μπορείτε να διαβάσετε αμέσως παρακάτω!

από τον Αντώνη Μαντζαβίνο.

Καλησπέρα Marcus, σε ευχαριστώ πολύ για το χρόνο σου. Τί κάνεις, πώς περνάς; Πώς είναι ο καιρός εκεί;
Καλησπέρα Αντώνη από τη Στοκχόλμη. Είμαι λίγο κουρασμένος σήμερα, έφτιαχνα το αυτοκίνητό μου, και έγραφα και μουσική, οπότε η μέρα ήταν αρκετά γεμάτη. Ο καιρός σήμερα ήταν ηλιόλουστος, αλλά το κρύο ήταν αρκετά τσουχτερό!

Κατ’ αρχάς, ήθελα να σου πω ότι η συναυλία άφησε τους θεατές με ανοιχτό το στόμα, όλοι την καταχάρηκαν και έμειναν παραπάνω από ενθουσιασμένοι. Κατά τη γνώμη μου θα μείνει στην ιστορία! Θα θέλαμε ν’ ακούσουμε τις εντυπώσεις σου.
Είμαι πολύ χαρούμενος που το ακούω αυτό, το ευχαριστηθήκαμε και εμείς που ήρθαμε και παίξαμε στην Ελλάδα, και οι δύο συναυλίες ήταν πολύ ωραίες, και στην Αθήνα και στη Θεσσαλονίκη. Αισθανόμαστε πολύ ευγνώμονες προς εσάς και ήταν πολύ ωραίο που είχαμε αυτή την «κοντινή» αίσθηση με το κοινό, ήταν πραγματικά κάτι ιδιαίτερο αυτό το συναίσθημα.

Χαίρομαι ιδιαίτερα γι’ αυτό! Λοιπόν, θα θέλαμε να μας δώσεις μερικές λεπτομέρειες, για το πώς άρχισε αυτό το συγκρότημα που λέγεται Avatarium. Ποια είναι η ιστορία πίσω από αυτό; Πώς ξεκίνησαν όλα;
Όλα ξεκίνησαν από τον Leif (Edling). Τον ήξερα από πιο παλιά, αλλά πριν επτά χρόνια, έπαιξα δύο-τρία shows με τους Krux, και έτσι ξεκίνησε πιο έντονη η φιλία μας. Ήρθε, λοιπόν, σε επαφή μαζί μου, ώστε να ηχογραφήσουμε κάποια demos. Φυσικά, ήμουν fan για ό,τι έχει κάνει, και χάρηκα ιδιαίτερα, όταν μου το ζήτησε αυτό, οπότε ξεκινήσαμε να δουλεύουμε μαζί πάνω σε διάφορες ιδέες. Τα πρώτα κομμάτια, πάνω στα οποία δουλέψαμε, ήταν τα “Moonhorse”, “Lady in the Lamp” και “Avatarium”. Αμέσως μάς δημιουργήθηκε η αίσθηση ότι αυτό ήταν κάτι που θέλαμε πολύ να συνεχίσουμε και να δουλέψουμε πάνω σε αυτό. Στην αρχή δε συζητήσαμε κάτι συγκεκριμένο για τραγουδιστή, αλλά μετά ρωτήσαμε την Jennie-Ann Smith, η οποία τότε δεν ήταν σύζυγός μου, αλλά γνωρίζαμε ότι είχε καταπληκτική φωνή και τής ταίριαζε πολύ να τραγουδήσει το υλικό, που είχαμε. Πάντως, για να πω όλη την αλήθεια, στο μυαλό μας αρχικά ήταν ο Mikael Akerfeldt των Opeth, αυτόν θέλαμε αρχικά για τραγουδιστή. Και μάλιστα, η ιδέα αυτή προέκυψε πολύ αργά σε ένα πάρτυ που ήμασταν, και ο Leif είχε γράψει κάποιο υλικό για τον Mikael,  αλλά λόγω των υποχρεώσεων του με τους Opeth δεν κατέστη δυνατό. Οπότε, επελέγη η Jennie-Ann ως lead τραγουδίστρια, η οποία έχει ένα πιο gentle touch στα τραγούδια (σημείωση συντάκτη: αυτή την έκφραση χρησιμοποίησε ο Marcus στην απάντησή του) αλλά ταυτόχρονα μπορεί και να ροκάρει!

O νέος σας δίσκος “The Girl with the Raven Mask” έχει λάβει εξαιρετικές κριτικές και το κοινό έχει ανταποκριθεί πολύ θετικά. Μπορείς να μας μιλήσεις για αυτό αλλά και για τη μουσική κατεύθυνση που το συγκρότημα θέλει να πάρει; Γιατί υπάρχει διαφοροποίηση, κατά τη γνώμη μου, σε σχέση με τον πρώτο full-length δίσκο σας, τον ομώνυμο ουσιαστικά.
Κατ’ αρχάς, αυτός ο δίσκος είναι μια πιο ομαδική δουλειά, μια δουλειά που όλα τα μέλη του συγκροτήματος έχουν συμβάλλει ουσιαστικά, σε σχέση με τον πρώτο δίσκο. Και η Jennie-Ann αλλά και οι Carl και Lars έχουν καθοριστική συμμετοχή σε όλα τα arrangements του δίσκου, σε όλα όσα έχουν να κάνουν με το τελικό αποτέλεσμα του ήχου, και όχι μόνο. Όλοι, λοιπόν, καθορίζουν από κοινού την προσπάθειά μας, για να πιάσουμε αυτό το feeling των ‘60s και ‘70s και να γράψουμε όλοι μαζί τραγούδια, επηρεασμένοι από Grand Funk Railroad, Rainbow, Uriah Heep κτλ. Έπειτα, η Jennie-Ann, όπως και εγώ αλλά και ο Leif, γουστάρουμε πολύ μπάντες, όπως οι The Beatles και οι Crosby, Stills, Nash & Young και θέλαμε να φέρουμε στο νέο δίσκο και στοιχεία από αυτές τις αγαπημένες μας μπάντες. Άρα το τελικό αποτέλεσμα έχει αυτή τη χροιά της ομαδικής δουλειάς. Μου άρεσε πάρα πάρα πολύ ο πρώτος δίσκος, όπου είπαμε  «ΟΚ, ας κάτσουμε να γράψουμε τραγούδια» και αυτό ήταν, ενώ τώρα η δουλειά έγινε, έχοντας στο μυαλό μας περισσότερες ιδέες από διαφορετικές κατευθύνσεις με μεγαλύτερη ποικιλομορφία.

Μία εβδομάδα πριν εμφανιστούν οι Avatarium στην Ελλάδα, μας επισκέφθηκαν οι Candlemass, στα πλαίσια των τριάντα χρόνων από το “Epicus Doomicus Metallicus”. Πες μας ποια είναι η σχέση σου με τους Candlemass και αν θεωρείς και εσύ τον εαυτό σου, μέρος της ευρύτερης Candlemass οικογένειας, υπό τη σκέπη του Leif;
Ο Leif έχει τεράστια δύναμη, είναι καταπληκτικός συνθέτης και είναι η καρδιά των Candlemass. Για μένα αλλά κυρίως και για τον Leif, θέλουμε να τραβήξουμε μακριά από τους Candlemass τους Avatarium. Δεν θέλουμε σε καμία περίπτωση να κάνουμε έναν «νέο Candlemass» δίσκο, αν γίνομαι κατανοητός. Φυσικά, οι Candlemass είναι όλοι φίλοι μου, και μάλιστα μου δόθηκε η ευκαιρία να παίξω μαζί τους κάποια στιγμή live, και θέλω να πω ότι έμαθα πολλά από όλους, και ειδικά από τον Mappe (Björkman), που είναι ένας φανταστικός άνθρωπος αλλά και μουσικός. Και φυσικά, αντλώ έμπνευση από τους Candlemass, και μόνο που τους μιλώ ή κάνω παρέα μαζί τους, μαθαίνω πράγματα συνεχώς.

Σχετικά με μπάντες από τη Σουηδία, εδώ και χρόνια βγαίνουν πάρα πολλές και οι περισσότερες έχουν το δικό τους ξεχωριστό χαρακτήρα και στυλ, η καθεμιά στο ιδίωμά της, κάτι που τις κάνει πολύ διαφορετικές. Από το μελωδικό ή vintage rock μέχρι τα ακραία είδη, όπως το black metal, death metal κτλ. Όντας και εσύ μέρος αυτής της μουσικής - ας το πούμε - παράδοσης, θα θέλαμε να μάς μιλήσεις για τη σουηδική μουσική σκηνή.
Για να είμαι ειλικρινής, δεν θεωρώ τον εαυτό μου ειδικό, για να απαντήσω σε αυτή την ερώτηση. Όπως και να έχει, αντλώ έμπνευση από όλες αυτές τις μπάντες, που βγαίνουν στη Σουηδία, και είμαι περήφανος που πολλές από αυτές είναι και πετυχημένες στο είδος τους και μάλιστα παγκοσμίως, οπότε, αφού αυτοι μπορούν να το κάνουν, θέλω να το προσπαθήσω και εγώ! (γέλια)

Έχεις κυκλοφορήσει ένα solo album και έχεις παίξει και με πολλές διαφορετικές μπάντες. Για πολλούς, ένας μουσικός πρέπει να προκαλεί τον εαυτό του και να προσπαθεί μέσα από διαφορετικά ίσως μουσικά μονοπάτια να αναδείξει την δημιουργικότητά του. Μίλησέ μας για τον μουσικό Marcus Jidell και τα διάφορα μουσικά πονήματά του.
Σαν άνθρωπος, πάντα μου άρεσε και πάντα χρειάζομαι νέες προκλήσεις στη ζωή μου, πόσο μάλλον στη μουσική που δημιουργώ. Αυτή τη στιγμή για παράδειγμα, γράφω νέα κομμάτια, τα οποία είναι instrumental, τα οποία εύχομαι να κυκλοφορήσω σύντομα. Μου αρέσει να εξερευνώ νέα μονοπάτια, ακόμα και όταν είμαι σε μια μπάντα. Θέλω να προχωράω μπροστά και θέλω να ανοίγω νέους ορίζοντες σε ό,τι με αφορά. Και αυτό συμβαίνει ακριβώς και με τους Avatarium: θέλουμε να εξερευνούμε καινούργια πράγματα και θέλουμε να πηγαίνουμε παρακάτω, σε μία συνεχή αναζήτηση της δημιουργίας.

Για να κάνει κάποιος μουσικός όλα αυτά τα πράγματα, να συμμετέχει σε διαφορετικά σχήματα, να γράφει και να προβάρει κομμάτια αλλά και να περιοδεύει, χρειάζεται ελεύθερο χρόνο. Εργάζεσαι κάπου σε καθημερινή βάση; Έχεις part-time εργασία ίσως;
Δεν έχω άλλη ασχολία εκτός από τη μουσική, και όλος μου ο χρόνος και η ενέργεια καταναλώνεται σε αυτόν τον τομέα. Εδώ και αρκετά χρόνια είμαι full-time μουσικός και είμαι χαρούμενος που καταφέρνω να κάνω αυτό που αγαπώ, αλλά και να αφοσιώνομαι σε αυτό.

Θα θέλαμε να μας πεις ορισμένους αγαπημένους σου καλλιτέχνες, αλλά και ειδικότερα, αγαπημένους σου κιθαρίστες.
Φυσικά είμαι μεγάλος fan του Jimi Hendrix, του Ritchie Blackmore αλλά και όταν ήμουν μικρότερος, μού άρεσε πολύ ο Yngwie Malmsteen, ο οποίος ήταν και ο βασικός λόγος που ήθελα να παίζω κιθάρα. Αλλά και άλλοι φυσικά, ο Eric Clapton, ο David Gilmour, ο Albert King, κιθαρίστες με blues ήχο κ.λπ.

Αγαπημένοι σου δίσκοι;

Ένας πολύ αγαπημένος μου δίσκος είναι το “Fireball” των Deep Purple. Όλα βασικά τα albums τους με την MKII σύνθεση. Επίσης, είμαι μέγας οπαδός των Mountain και του Leslie West, φανταστικός κιθαρίστας!

Τελειώνοντας τη συνέντευξη και αφου σε ευχαριστήσουμε πολύ για το χρόνο σου, έχεις κάποιο μήνυμα για τους Έλληνες οπαδούς των Avatarium;
Θέλω να ευχαριστήσω όλους τους οπαδούς μας, και ειδικότερα να τους ευχαριστήσω για την τόσο θερμή υποδοχή τους. Μας έκαναν και αισθανθήκαμε τόσο όμορφα στην Ελλάδα και θέλουμε φυσικά να έρθουμε σύντομα ξανα! Εύχομαι να σε δω και στη Στοκχόλμη όταν έρθεις, να πιούμε μπύρες και να ροκάρουμε! Καλό βράδυ!

 

To όνομά τους είναι συνώνυμο του doom metal. Αν οι Black Sabbath είναι οι πατέρες του heavy metal, τότε οι Candlemass είναι οι πατέρες του doom! Τώρα, λοιπόν, που συμπληρώνονται τριάντα χρόνια από την κυκλοφορία του κλασικού ντεμπούτου τους, "Epicus Doomicus Metallicus", η μπάντα βρίσκει αφορμή να βρεθεί για άλλη μια φορά στο δρόμο για συναυλίες, έστω και χωρίς τον ασθενή Lief Edling. To Myth of Rock συνάντησε την μπάντα, όταν αυτή πάτησε το πόδι της επί ελληνικού εδάφους τον Φεβρουάριο που μάς πέρασε και είχαμε μία πολύ ενδιαφέρουσα κουβέντα με τον ρυθμικό κιθαρίστα τους, Mats "Mappe" Björkman, στο roof garden του ξενοδεοχείου, όπου κατέλυσαν. Doom on!

από τον Αντώνη Μαντζαβίνο

Καλησπέρα Mappe, χαιρόμαστε που σε συναντούμε ξανά στην Αθήνα! Τελευταία φορά ήταν το 2011, και φυσικά οι Έλληνες οπαδοί της μπάντας ήθελαν να σας ξαναδούν live! Και τι καλύτερη ευκαιρία από την επετειακή συναυλία για το “Epicus Doomicus Metallicus”, που κυκλοφόρησε το 1986! Θα θέλαμε να μας πεις δύο – τρία λόγια για την ιδιαίτερη σχέση των Candlemass με το ελληνικό κοινό, από την πρώτη φορά που επισκεφτήκατε την Ελλάδα, 27 χρόνια πριν.

«Θυμάμαι πάρα πολύ καλά, όταν είχαμε έρθει να παίξουμε στην Ελλάδα το Δεκέμβριο του 1989, και θα ήθελα βασικά να τονίσω ότι το ελληνικό κοινό είναι το αγαπημένο κοινό των Candlemass! Δεν το λέω αυτό, επειδή δίνω συνέντευξη σε Έλληνες, αλλά επειδή το κοινό εδώ στη χώρα σας έχει δώσει τόσα πολλά και τόση μεγάλη αγάπη στους Candlemass από την πρώτη φορά μέχρι και σήμερα. Και είναι καταπληκτικό να ερχόμαστε εδώ να παίξουμε για σας, πόσο μάλλον για μια τόσο σημαδιακή περίσταση»

Ας συζητήσουμε τώρα για την 30η επέτειο από το “Epicus Doomicus Metallicus”, τι ακριβώς έχετε προγραμματίσει και πώς το έχετε σχεδιάσει;

«Είπαμε μαζί με τον Leif και τους υπόλοιπους να κάνουμε κάτι special, για να γιορτάσουμε τα 30 χρόνια από το “Epicus Doomicus Metallicus”. Θέλαμε, λοιπόν, να κάνουμε κάποιες επιλεγμένες συναυλίες και να παίξουμε κλασικά κομμάτια, αυτά που και ο κόσμος αγαπά. Σε κάποιες συναυλίες, όχι εδώ στην Αθήνα, θα έχουμε και κάποιον ή κάποιους guests επί σκηνής. Εξάλλου θα ήθελα να τονίσω εδώ ότι οι Candlemass δεν υφίστανται 30 χρόνια αλλά 35 χρόνια περίπου. Είμαστε «ίδια σειρά» περίπου με τους Europe, καθώς καταγόμαστε από την ίδια περιοχή (Στοκχόλμη) και προβάραμε μαζί ένα διάστημα εκείνα τα παλιά χρόνια (Upplands Vasby, προάστιο της Στοκχόλμης). Και φυσικά είμαστε και οι δύο από τις λίγες σουηδικές μπάντες στο rock και το metal, που έχουμε κρατήσει τόσα πολλά χρόνια. Παίξαμε και πέρσι μαζί τους σε ένα festival στη Σουηδία, είναι φίλοι μας εδώ και τόσα πολλά χρόνια. Φυσικά, υπάρχει και μια αστεία φωτογραφία από τα χρόνια με τον Messiah, όπου εκείνος φοράει ένα μπλουζάκι που γράφει “Joey Tempest is a Homo”, αλλά εννοείται ότι τότε κάναμε πλάκα μεταξύ μας! Όπως και να χει, τους σεβόμαστε και μας σέβονται απεριόριστα, αλλά και οι Candlemass έχουν το δικό τους στίγμα στη μουσική»

Σχετικά με το επερχόμενο EP, δώσε μας σε παρακαλώ ορισμένες λεπτομέρειες για την ηχογράφησή του, για τα κομμάτια που περιλαμβάνει και τι σημαίνει γενικότερα αυτή η κυκλοφορία για τους Candlemass;

«Το EP ηχογραφήθηκε τον Οκτώβριο 2015, στα Ghost Ward Studios στη Στοκχόλμη, όπου και οι Avatarium έχουν ηχογραφήσει. Όλα τα τραγούδια φυσικά είναι του Leif, και είναι τραγούδια που θέλαμε όλοι στην μπάντα να ηχογραφήσουμε. Δεν θέλουμε οι Candlemass να ακούγονται όπως οι Krux ή οι Avatarium. Δεν έχουμε κανένα πρόβλημα με κανέναν από αυτές τις μπάντες, είμαστε όλοι μια οικογένεια. Το EP δεν θα έχει πλήκτρα, όπου ο εκπληκτικός και σημαντικός Per Wiberg είναι μαζί μας, για να παίξει μπάσο το διάστημα που δεν θα εμφανίζεται live ο Leif. Και τα τέσσερα τραγούδια έχουν άμεση σχέση με όλη την ιστορία των Candlemass, από τον πρώτο δίσκο και μέχρι και τον προηγούμενο full length album. Είμαι πολύ περήφανος για αυτά τα τέσσερα τραγούδια, και παρόλο που αρχικά ήταν να κυκλοφορήσουν το Φεβρουάριο του 2016, τελικά η δισκογραφική θα τα κυκλοφορήσει αρχές καλοκαιριού. Επίσης, να πω ότι έχουμε γράψει και άλλα τραγούδια, αλλά δεν ξέρουμε αυτή τη στιγμή πότε θα κυκλοφορήσουν. Ο Leif δυστυχώς είναι στο studio για δύο ώρες περίπου την ημέρα, και μετά χρειάζεται να ξεκουραστεί στο σπίτι του, οπότε ο χρόνος μαζί του στο studio δεν είναι αρκετός στην παρούσα φάση. Πηγαίνει σπίτι του, γράφει τραγούδια για το νέο του solo project και αυτός να σου πω είναι ο λόγος που σιγά σιγά προσπαθεί ν’ αναρρώσει. Η αγάπη του για τη μουσική τον βοηθάει πάρα πολύ και μάλιστα χαίρεται πάρα πολύ που οι Candlemass αυτή τη στιγμή είναι έξω και θα περιοδεύσουν, έστω χωρίς αυτόν, και μας είπε να μεταδώσουμε τη χαρά του αυτή και το πνεύμα αυτό στον κόσμο που θα συναντούμε στις συναυλίες»

Οι Candlemass έχουν περάσει από διάφορες αλλαγές μελών, κυρίως τραγουδιστών, λόγω διαφορετικών αιτιών. Στην παρούσα φάση πορεύεστε με τον Mats Leven, τον οποίο εκτιμώ για ό,τι έχει κάνει μέχρι σήμερα και θεωρώ ότι έχει εξαιρετική φωνή και μπορεί να ανταποκριθεί σε διαφορετικά μεταξύ τους μουσικά σχήματα. Μίλησέ μας για αυτή την αλλαγή.

«Ο Mats Leven είναι φανταστικός τραγουδιστής. Ο Robert Lowe είναι εξαιρετικός άνθρωπος και χαρακτήρας και, μάλιστα, έκανε εξαιρετική δουλειά σε όλα τα studio albums με τους Candlemass. Αλλά δεν είχε την ίδια απόδοση στα live, που κάναμε, παρόλο που του δώσαμε πάρα πολλές ευκαιρίες. Ήταν κάπως νευρικός επί σκηνής, και μας λυπεί αυτό το γεγονός, διότι είναι πάρα πολύ ταλαντούχος και έχει πολύ καλή φωνή. Στα studio albums ήταν πολύ ψηλά η απόδοσή του και στις συναυλίες όχι και τόσο, και προσπαθούσαμε να βρούμε μια κάπως πιο ισορροπημένη κατάσταση. Ο Mats Leven, από τους πιο ταλαντούχους τραγουδιστές ever, είναι οπαδός των Candlemass από τα «γεννοφάσκια» του, ας το πούμε έτσι, και ήταν η ιδανικότερη επιλογή, μιας που ήταν και φίλος μας εδώ και πολλά χρόνια, μένει στην ίδια πόλη με μας, με ό,τι ευκολία συνεπάγεται στο να προβάρουμε ή να παίζουμε μαζί και ανήκει και αυτός εδώ και πολύ καιρό στην ευρύτερη «οικογένεια» των Candlemass. Για το 2015 στη Δανία, οι Candlemass ψηφίστηκαν η καλύτερη live μπάντα, φυσικά με τον Mats Leven στα φωνητικά. Ανυπομονούμε να παίξουμε απόψε στην Ελλάδα, ώστε να απολαύσετε όλοι οι Έλληνες fans τον Mats Leven επί σκηνής με τους Candlemass! Θα περάσετε σίγουρα πολύ καλά!»

Σχετικά με τον Per Wiberg, ο οποίος είναι πλήρες μέλος των Spiritual Beggars, μια αγαπημένη μπάντα για μένα, μπορείς να μας περιγράψεις το πλαίσιο της συνεργασίας σας;

«Ο Per, όπως γνωρίζεις, είναι ένας εξαιρετικός πληκτράς, τραγουδιστής, μπασίστας, κιθαρίστας αλλά και drummer! Ανταποκρίνεται άριστα σε όλους τους μουσικούς ρόλους, και το έχει αποδείξει σε όλα τα συγκροτήματα που έχει συμμετάσχει έως τώρα (Spiritual Beggars, Opeth, Kamchatka, King Hobo, Mojobone, κτλ). Αγαπάει και αυτός πάρα πολύ τους Candlemass, μάλιστα έπαιξε πλήκτρα στο τραγούδι “Siren Song” του τελευταίου studio δίσκου μας και μετά από αυτό το δίσκο, έπαιξε πλήκτρα μαζί μας σε κάποια live, που κάναμε. Οπότε, όταν προέκυψε το θέμα με τον Leif, ήταν μια φυσιολογική επιλογή να τον έχουμε μαζί μας και βασικά συνέβη πολύ εύκολα και αβίαστα».

Τι μουσική ακούς τελευταία, σε ότι έχει να κάνει με νέες κυκλοφορίες; Και πες μας αγαπημένα σου γκρουπ ή κιθαρίστες;

«Δεν είμαι τόσο καλός, όσον αφορά νέα συγκροτήματα ή νέους δίσκους. Δυστυχώς, δεν έχω πολύ ελεύθερο χρόνο, όπως είχα φυσικά όταν ήμουν νεώτερος και δεν είχα οικογενειακές υποχρεώσεις. Με ενδιαφέρει να ακούσω κάτι καινούργιο, αλλά δυστυχώς, δεν μπορώ λόγω χρόνου. Αυτός που σίγουρα είναι ο νούμερο ένα αγαπημένος μου κιθαρίστας από τότε, που ήμουν μικρός, είναι ο Ted Nugent, ο πιο cool για μένα όλων! Βέβαια, αυτός που φυσικά ευθύνεται για όλα τα riffs είναι ο Tony Iommi, στον οποίο όλοι χρωστάμε τα πάντα. Από την άλλη, η αγαπημένη μου μπάντα όλων των εποχών με διαφορά είναι οι Rush. Έχω και άλλες μπάντες που αγαπώ πολύ, όπως οι Black Sabbath, οι Uriah Heep και ακούω επίσης φανατικά Manowar! Ο δίσκος “Into Glory Ride” είναι ίσως ο καλύτερος heavy metal δίσκος όλων των εποχών!

Είναι εκπληκτικό να βλέπεις πόσο η Σουηδική μουσική σκηνή ανθεί εδώ και δεκαετίες, από τα πιο ακραία είδη έως τα πιο «χαλαρά» ας το πούμε. Μπορείς να μας δώσεις μια εξήγηση για αυτό το «φαινόμενο» ;

«Για να σου πω την αλήθεια, δεν ξέρω ακριβώς το λόγο που συμβαίνει αυτό! Έχουμε σίγουρα μεγάλη rock και metal παράδοση σε αυτή τη χώρα, όπου η μουσική πραγματικά προοδεύει για διάφορους λόγους, και είμαστε περήφανοι που είμαστε κομμάτι αυτής της παράδοσης στη Σουηδία».

Τελευταία ερώτηση: Θα μπορούσες να μοιραστείς μαζί μας ορισμένες προσωπικές στιγμές των Candlemass που σε έχουν στιγματίσει και θεωρείς πολύ σημαντικές;

«Αυτό που θα έχω πάντα στην καρδιά μου και θα ήθελα να το μοιραστώ με τους οπαδούς μας, είναι και θα είναι οι ηχογραφήσεις για το “Epicus Doomicus Metallicus” και όλη εκείνη η εποχή πριν, κατά τη διάρκεια και αμέσως μετά το δίσκο, ο,τιδήποτε έχει να κάνει με τον πρώτο μας δίσκο! Κάποιοι γέλαγαν με αυτό που θέλαμε να παίξουμε, γιατί η μουσική αυτή ήταν τόσο διαφορετική τότε στα αυτιά του metal οπαδού! Ο φίλος μου Mats Ekström με παρότρυνε να παίξουμε μαζί με τον Leif στο προάστιο της Στοκχόλμης Upplands Väsby, απ’ όπου και οι Europe ξεκίνησαν. Θέλαμε να κάνουμε κάτι διαφορετικό εκείνη την εποχή. Τα πρώτα μας τραγούδια ήταν τα “Under the Oak”, “Crystal Ball” και “Demons Gate”. Ό,τι πιο heavy μπορούσαμε να δημιουργήσουμε. Τα στείλαμε λοιπόν στην Black Dragon και τα υπόλοιπα είναι ιστορία…. Άρα λοιπόν, αυτό με κάνει πάρα πολύ χαρούμενο μέχρι και σήμερα.. Ο Leif, ο Mats και εγώ! Πίναμε μπίρες, παίζαμε riffs, και περνούσαμε τόσο καλά! Αυτό είναι το πιο σημαντικό που μένει μέχρι και σήμερα: οι δυνατές φιλίες μέσα από όλα αυτά τα χρόνια, παρ’ όλες τις δυσκολίες... Και μάλιστα, θέλω να πω ότι πίσω στο 1986, δεν υπήρχε σεβασμός για ό,τι είχαμε ξεκινήσει να κάνουμε παίζοντας doom. Τώρα συνομιλώντας με πραγματικούς οπαδούς της μπάντας, μας συγκινεί και μας παρακινεί να είμαστε εδώ. Αν κάποιος μας έλεγε το 1986, ότι το 2016 θα ήμασταν στην Ελλάδα για την πρώτη επετειακή συναυλία των τριάντα χρόνων και θα παίζαμε πέντε τραγούδια από το “Epicus …”, θα τον περνούσαμε για τρελό! Είχαμε τόσες πολλές αλλαγές όλα αυτά τα χρόνια, ιδίως σε τραγουδιστές. Ήρθε κάποτε ένα τηλεφώνημα από τη Νότια Σουηδία, όταν ακούσαμε τη χαρακτηριστική φωνή πίσω από το τηλέφωνο «Θέλω να γίνω ο νέος τραγουδιστής των Candlemass» από τον Messiah. Ο οποίος μετακόμισε στη Στοκχόλμη, πριν κάνει οριστικοποιηθεί ότι θα είναι ο νέος μας τραγουδιστής! Είμαι φίλος του, και δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, μιλάμε μια στο τόσο, όταν βρεθεί η ευκαιρία, κανένα πρόβλημα. Αγαπάει τους Candlemass, είναι το μόνο σίγουρο!»

Σ’ ευχαριστούμε πάρα πολύ για το χρόνο σου και ευχόμαστε να σε ξαναδούμε ξανά στην Ελλάδα! Παρακαλούμε επίσης να στείλεις τις ευχές μας για περαστικά στον Leif που τόσο αγαπάμε!

«Και εγώ ευχαριστώ πολύ! Πάντα η Ελλάδα κατέχει ξεχωριστή θέση στην καρδιά των Candlemass και η αιτία είστε εσείς οι οπαδοί μας! Στην υγειά σας!»

 

 

 

Δεν νομίζω πως πολλοί θα περίμεναν ότι η έκπληξη στο σημερινό power metal θα ερχόταν από την Γαλλία. Κι όμως το group που έχει καταπλήξει όσους το έχουν ακούσει και δημιουργεί πολλές ελπίδες για ένα λαμπρό μέλλον, κατάγεται από τη Γαλλία και φέρει το όνομα DarkTribe! To δεύτερό τους album, το ‘The Modern Age”, έχει προκαλέσει ταραχή στα στάσιμα νερά του power metal και έναν ευχάριστο πανικό στο Myth of Rock, το οποίο, αφού εκθείασε τον δίσκο και την μπάντα, θεώρησε απαραίτητο να έρθει σε επαφή με τους Γάλλους power metallers! Στις ερωτήσεις μας απαντά ο ιδρυτής των DarkTribe, Julien Agnello (τύμπανα), λιτά αλλά πλήρως κατατοπιστικά. Δώστε μιά ευκαιρία στους DarkTribe και θα εκπλαγείτε!

από τον Δημήτρη Ζαχαρόπουλο

Για την αρχή, θα θέλαμε να μας δώσεις ένα σύντομο βιογραφικό των DarkTribe.

Ναι, οι DarkTribe σχηματίσθηκαν από εμένα το 2004. Σύντομα μπήκαν στην μπάντα ο Anthony Agnello (φωνητικά) και ο Bruno Caprani (μπάσο), αλλά οι DarkTribe πήραν ουσιαστικά τη σημερινή μορφή τους το 2009 με την άφιξη του Loic Manuello (κιθάρες). Την ίδια χρονιά ηχογραφήσαμε το EP μας “Natural Defender”, ώστε να μοιρασθούμε τη μουσική μας με τον κόσμο. Τότε το 2012 υπογράψαμε συμβόλαιο με την γερμανική εταιρεία Massacre Records, ώστε να κυκλοφορήσουμε το πρώτο μας album, το “Mysticeti Victoria”, το οποίο μας έδωσε την δυνατότητα να περιοδεύμε και να παίζουμε με μπάντες, όπως οι Crucified Barbara, οι Nightmare, οι No Return.

Ποια είναι τα συναισθήματά σας τώρα που κυκλοφορείτε το νέο σας album, το “The Modern Age”; Προσωπικά, μού αρέσει πολύ, το θεωρώ αριστούργημα!

Ω, σε ευχαριστούμε πολύ! Είναι μεγάλο κομπλιμέντο. Είμαστε πάρα πολύ ενθουσιοσμένοι με την κυκλοφορία αυτή. Δουλέψαμε σκληρά στο “The Modern Age”, βάλαμε όλο το πάθος, όλη την ψυχή μας σ’ αυτό. To παρουσιάζουμε με περηφάνεια.

Ποιοι είναι οι βασικοί συνθέτες της μπάντας; Ποια ήταν η συνθετική διαδικασία των νέων τραγουδιών;

Ο Loic είναι ο κύριος συνθέτης, ο Anthony γράφει όλους τους στίχους και τις φωνητικές γραμμές. Ακολουθούμε την ίδια συνθετική διαδικασία από την αρχή της πορείας μας: ο Loic γράει κάποια riffs στην κιθάρα και ο Anthony ηχογραφεί τα μέρη των φωνητικών. Δουλεύουμε σε θέματα και ατμόσφαιρες, ώστε μετά να δομήσουμε τα τραγούδια όλοι μαζί.

Τα αγαπημένα μου τραγούδια από το “The Modern Age” είναι τα “My Last Odyssey” και “A Last Will”. Ποια είναι δικά σου αγαπημένα και γιατί;

Είναι μια δύσκολη ερώτηση αυτή, διότι, όπως είναι λογικό, αγαπώ όλα τα τραγούδια του album. Ωστόσο, μού αρέσουν πολύ τα ρυθμικά μέρη στο ομώνυμο του δίσκου και στο “Darkside of Imagination”.

Πού ηχογραφήσατε το νέο album; Ποιος είναι υπεύθυνος για την παραγωγή;

Ηχογραφήσαμε στο ArtMusic Studio στη Nice της Γαλλίας με τον Sebb Camhi, με τον οποίο είχαμε δουλέψει και στο προηγούμενο album μας, το “Mysticeti Victoria”. Είναι πάντα ευχαρίστησή μας να δουλεύουμε με έναν τόσο ταλαντούχο και παθιασμένο μηχανικό ήχου, όπως αυτός. Ο Sebb είναι τώρα μέλος της οικογένειας των DarkTribe, καταλαβαίνει τι ψάχνουμε αμέσως.

Η μίξη και το mastering του νέου δίσκου έγινε από τον Jacob Hansen. Πώς είναι να συνεργάζεσαι μαζί του;

Ήταν μία φανταστική εμπειρία, ο Jacob είναι πρασγματικά εντυπωσιακός. Μας οδήγησε σε όλη τη διαδικασία, άκουσε τις επιθυμίες μας και μπόρεσε να βρει τον τέλειο συνδυασμό για τον ήχο μας.

Πού θα εντόπιζες τις διαφορές μεταξύ του ντεμπούτου σας και του “The Modern Age”;

Η βασική διαφορά είναι ότι το πρώτο μας album είχε διαφορετικά στυλ σε κάθε τραγούδι, ενώ το “The Modern Age” είναι ένα πραγματικά power metal album. H παραγωγή είναι πιο heavy και μοντέρνα.

Η μουσική σας κινείται σε ένα μελωδικό power metal στυλ. Πιστεύεις ότι οι DarkTribe έχουν ωριμάσει αρκετά και ότι έχετε διαμορφώσει τη δική σας προσωπικότητα σαν μπάντα;

Ναι, νομίζω ότι με το “The Modern Age” δείχνουμε τη δική μας προσωπική προσέγγιση του power metal, δείχνουμε το πώς αναμειγνύουμε τη μελωδία, με τη δύναμη και τα τεχνικά μέρη.

Στη μουσική σας έχω βρει στοιχεία από μπάντες, όπως οι Stratovarius, οι Sonata Arctica και οι Dragonforce. Είστε όντως επηρεασμένοι από αυτές τις μπάντες; Υπάρχουν άλλες μπάντες, άλλοι μουσικοί, που σάς έχουν επηρεάσει;

Είναι αλήθεια ότι έχουμε επηρεασθεί από τους Stratovarius και τους Sonata Arctica, αλλά ακούμε πολλές διαφορετικές μπάντες και διαφορετικά είδη. Θα μπορούσα να αναφέρω καλλιτέχνες, όπως οι Symphony X, οι Iron Maiden, οι Opeth, οι Angra (εποχής Andre Matos), οι Dream Theater και οι Gojira.

Ποια είναι κατά τη γνώμη σου τα trademark της μουσικής των DarkTribe;

Ειμαστε μελωδικοί, έχουμε δύναμη και τεχνικά μέρη, οι στίχοι μας είναι βαθείς και έξυπνοι, ενώ σαν μπάντα σεβόμαστε και μοιραζόμαστε τις διάφορες αξίες.

Είναι το “The Modern Age” ένα concept album; Πού αναφέρονται οι στίχοι των νέων τραγουδιών; Ποιος γράφει τους στίχους;

Ακόμη κι αν οι στίχοι, που τούς γράφει ο Anthony, ασχολούνται με θέματα, όπως η κατάσταση του ανθρώπου, ο πόλεμος, η μοίρα των παιδιών, η λύπη, η μοναξιά και η άγρια ζωή, το “The Modern Age” δεν είναι concept. Στιχουργικά συνεχίζουμε τα θέματα, με τα οποία ξεκινήσαμε να καταπιανόμαστε στο “Natural Defender” και το “Mysticeti Victoria”.

Πάντα αναρωτιόμουν πώς και αποφασίσατε να ονομαστείτε DarkTribe!

Είναι αρκετά απλό, το όνομά μας το βρήκε ένας από τους πρώτους κιθαρίστες μας και αμέσως το κρατήσαμε. Με την λέξη “tribe” θέλουμε να εκφράσουμε την ενότητά μας, ενώ με τη λέξη “dark” κάνουμε αναφορά στις δυσκολίες της ζωής.

Πρόσφατα υπογράψατε συμβόλαιο με την Scarlet Records. Πώς νιώθετε για αυτό; Πώς και προέκυψε αυτό το συμβόλαιο;

Ο Filippo και η παρέα του μάς είπαν ότι τούς αρέσει η μουσική μας και εμείς από την πλευρά μας ψάχναμε για μία φιλική συνεργασία, έτσι υπογράψαμε μαζί τους. Οι άνθρωποι της Scarlet είναι παθιασμένοι και αφιερωμένοι στη δουλειά τους, κάνουν απίστευτη δουλειά κάθε μέρα.

Κατάγετε από την Γαλλία. Πόσο δύσκολο είναι για μία μπάντα να παίξει power metal; Υπάρχουν άλλες μπάντες από την Γαλλία, που σάς αρέσουν;

Η metal σκηνή στην Γαλλία είναι πάρα πολύ προσανατολισμένη προς το extreme metal, είναι δύσκολο έτσι να βρεις power metal μπάντες. Τέλος πάντων ..., μάς αρέσουν οι Gojira και είχαμε την ευχαρίστηση να μοιραστούμε τη σκηνή με μπάντες, όπως οι Unchained, οι Whispering Tales και οι Dreadful Silence.

Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια; Μία περιοδεία ίσως;

Τη στιγμή αυτή οργανώνουμε διάφορες συναυλίες για το τέλος του έτους και μία ευρωπαϊκή περιοδεία για τον νέο χρόνο. Ανυπομονούμε τόσο πολύ να παρουσιάσουμε το νέο στον κόσμο και να το μοιρασθούμε μαζί του στις συναυλίες μας!

Είναι ένας από τους καλύτερους μπασίστες στο χώρο του heavy metal. Είναι μέλος των Symphony X, ενός από τα ποιοτικότερα συγκροτήματα του progressive power metal. Και μόλις πρόσφατα ξεκίνησε την solo καριέρα του με τους Silent Assassins. Ο Mike Lepond, για τον οποίο ο λόγος, βρίσκεται στην αφρόκρεμα της παγκόσμιας metal μουσικής κοινότητας και κάθε του κίνηση προκαλεί το ενδιαφέρον όλων μας. Καθώς, λοιπόν, πρόσφατα επισκέφθηκε την χώρα μας για να παίξει live με τους Heathen’s Rage (την heavy metal μπάντα, με την οποία ξεκίνησε την πορεία του στα ‘80s), το Myth of Rock δεν έχασε την ευκαιρία και κουβέντιασε μαζί του. Παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε όσα διαμείχθηκαν μεταξύ μας. Thank you, Mike!

 

από τον Δημήτρη Ζαχαρόπουλο

 

Βρίσκεσαι σε ελληνικό έδαφος για μια συναυλία με τους Heathen’s Rage. Ποια είναι τα συναισθήματά σου;

Νιώθω καταπληκτικά. Την τελευταία φορά, που ήμουν στην Ελλάδα, ήταν το 2011 με τους Symphony X. Κάναμε ένα φοβερό show και γνωρίσαμε πολλούς σπουδαίους ανθρώπους. Όταν, λοιπόν, άκουσα ότι προσφέρθηκε στους Heathen’s Rage να παίξουν ζωντανά εδώ, ενθουσιάσθηκα και ανυπομονούσα να έρθω. Περιμένω και πάλι μία φοβερή συναυλία σήμερα!

 

Με τους Heathen’s Rage παίξατε και στην Γερμανία, στο Keep it True Festival, πριν έρθετε εδώ. Πώς ήταν εκεί η συναυλία;

Ήταν φανταστικά! Όλοι οι άνθρωποι στο Keep it True, οι διοργανωτές, ο κόσμος, που έρχεται για τα live, αγαπούν το καθαρό, αγνό και αληθινό heavy metal. Όλοι μαζεύτηκαν εκεί, είχαμε ένα πολύ μεγάλο κοινό και οι πιο πολλοί ήξεραν απ’ έξω τους στίοχυς των πιο πολλών τραγουδιών μας, ήταν απίστευτο να το βλέπεις! Όταν ένας μουσικός λαμβάνει τέτοια ενέργεια από το κοινό, τότε και αυτός παίζει καλύτερα, έχοντας ένα μοναδικό συναίσθημα. Σήμερα είναι το τελευταίο live της mini περιοδείας των Heathen’s Rage, και νομίζω ότι θα είναι το ίδιο καλά, αν όχι ακόμα καλύτερα.

 

Ας πάμε πολύ πίσω στο παρελθόν. Πώς έγινες μέλος των Heathen’s Rage;

Όλοι μένουμε στο New Jersey των Ηνωμένων Πολιτειών. Πίσω στα τέλη των ‘80s, είχα βάλει μία αγγελία στην εφημερίδα, ψάχνοντας για μία μπάντα – έτσι κάναμε παλιά (γέλια)! Απάντησαν στην αγγελία μου, κάναμε μία πρόβα μαζί και τα πήγαμε πάρα πολύ καλά, μας άρεσε το ίδιο είδος μουσικής. Η όλη φάση με τους Heathen’s Rage κράτησε τέσσερα χρόνια.

 

Ηχογράφησες κάτι με τους Heathen’s Rage;

Ναι, έπαιξα στο μοναδικό EP, που έβγαλαν οι Heathen’s Rage το 1986, που περιλάμβανε τρία τραγούδια. Αν μου έλεγες τότε ότι σήμερα θα βρισκόμουν εδώ, θα σε πέρναγα για τρελό (γέλια)!

 

Και πώς προέκυψε το σημερινό reunion των Heathen’s Rage;

Σε όλες τις περιοδείες, που έχω κάνει με τους Symphony X, όταν έδινα συνεντεύξεις σε γερμανικά ή ελληνικά περιοδικά, πάντα με ρώταγαν για τους Heathen’s Rage. Εγώ ενημέρωνα τον κόσμο ότι τα μέλη των Heathen’s Rage σταμάτησαν να παίζουν, ότι έχουν οικογένειες και παιδιά, ότι δεν υπάρχει κάποια πιθανότητα να επιστρέψουν στο προσκήνιο. Ο κιθαρίστας μας, όμως, ο Rob Warner προσεγγίστηκε από τα κατάλληλα άτομα, που του πρότειναν μία επανασύνδεση της μπάντας, ο Rob το ήθελε πολύ, έτσι αυτός τηλεφώνησε σε μένα και τον drummer, Chris Teresyn … να πώς βρεθήκαμε τώρα εδώ!

 

Υπάρχουν πλάνα για μια νέα κυκλοφορία από τους Heathen’s Rage;

Κοίτα, δεν το έχουμε συζητήσει, αλλά ύστερα από την ανταπόκριση του κόσμου στα live αυτά, πιστεύω ότι και τα υπόλοιπα μέλη θα θέλουν να φτιάξουμε κάτι. Αν με φωνάξουν, εδώ είμαι εγώ.

 

Mike, έγινες γνωστός σε όλο τον κόσμο με τους Symphony X, στους οποίους μπήκες το 2000. Αν κάποιος ακούσει τους Symphony X και μετά τους Heathen’s Rage ή το αντίστροφο, θα παραξενευτεί πολύ, καθώς οι Symphony X ανήκουν πιο πολύ στον χώρο του progressive/power και οι Heathen’s Rage στον χώρο του παραδοσιακού US metal. Σε ποιον από τους δύο αυτούς χώρους νιώθεις ότι ανήκεις πιο πολύ;

Κοίτα, μεγάλωσα αγαπώντας το heavy metal, ξέρεις, ακούγοντας μπάντες όπως οι Judas Priest, Iron Maiden, Black Sabbath. Μετά πέρασα στους Metallica, τους Anthrax κ.ά. Έτσι, η καρδιά μου ανήκει στο style, που έχουν οι Heathen’ s Rage. Αργότερα, όταν μπήκα στους Symphony X, άρχισε να μού αρέσει και αυτό το είδος μουσικής. Οι Heathen’s Rage με ταξιδεύουν πίσω στις ρίζες μου.

 

Τέσσερα χρόνια έχουν περάσει από την κυκλοφορία του τελευταίου album των Symphony X, του “Iconoclast”. Τι συνέβη στους Symphony X όλα αυτά τα χρόνια;

Τα δύο πρώτα από αυτά τα χρόνια τα περάσαμε στον δρόμο, περιοδεύοντας συνέχεια, μήνα μετά τον μήνα. Έπειτα, δώσαμε διάφορα μεμονωμένα live, και μετά φυσικά, αρχίσαμε να δουλεύουμε πάνω στο νέο album μας. Αυτό το καλοκαίρι, λοιπόν, θα έχετε ένα νέο δίσκο από τους Symphony X.

 

Τι πρέπει να περιμένουμε από αυτό το νέο album των Symphony X, που όπως ανακοινώθηκε θα ονομάζεται “Underworld”;

Δεν είναι τοσο heavy όσο το προηγούμενο album, πρόκειται για έναν συνδυασμό του “The Odyssey” (2002) και του “Paradise Lost” (2007). Νομίζω ότι έχει πολλά στοιχεία, τα οποία οι παλιότεροι Symphony X θα απολαύσουν. Είμαστε πολύ περήφανοι για αυτόν τον δίσκο, πιστεύουμε ότι είναι ένα πολύ καλό album. Είτε αρέσει σε κάποιον πιο πολύ το παλιότερο υλικό μας είτε προτιμά πιο πολύ τα τελευταία albums, το “Underworld” θα του αρέσει οπωσδήποτε.

 

Αλήθεια, πώς μπήκες στους Symphony X;

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας των ‘90s ήμουν ένας μουσικός, που προσπαθούσε να επιβιώσει, όπως άλλωστε, όλη τότε η metal κοινότητα. Σύχναζα σε ένα συγκεκριμένο metal bar τα Σαββατοκύριακα και γνωριζόμουν καλά με όλους τους εκεί θαμώνες. Ανάμεσά τους ήταν κι ένας τύπος, που ήξερε τα μέλη των Symphony X, μια μέρα, λοιπόν, μού είπε ότι οι Symphony X ψάχνουν για μπασίστα, εκτιμώντας ο ίδιος ότι θα ήμουν ο ιδανικός για αυτή τη θέση! Εγώ απόρησα, το πρώτο πράγμα, που τον ρώτησα ήταν, «Ποιοι είναι οι Symphony X;»! Ήταν το έτος 1999 τότε. Φυσικά, συμφώνησα να με καλέσουν στο τηλέφωνο και μίλησα με τον κιθαρίστα και αρχηγό της μπάντας, τον Michael Romeo, o οποίος μού έστειλε μερικά CDs των Symphony X. Όπως καταλαβαίνεις, έπαθα πλάκα με τους μουσικούς αυτούς και το τρομερό επίπεδό τους, εντυπωσιάστικα με το πόσο σπουδαία ήταν τα τραγούδια τους! «Είναι εκπληκτική αυτή η μουσική, πώς και δεν την είχα ξανακούσει», σκέφθηκα! Συνεχίσαμε να μιλάμε τηλεφωνικά και κανονίσαμε δύο auditions. Στην πρώτη audition ήμουν πολύ νευρικός, ειλικρινά, δεν νομίζω ότι ήμουν αρκετά καλός, ωστόσο, καθώς πέρναγε η ώρα, συνειδητοποίησα ότι μπορώ πραγματικά να παίξω με αυτούς τους τύπους, η μουσική τους στην πρόβα ήταν περισσότερο εφικτό να αποδωθεί, ήταν πιο ανθρώπινη! Τελικά τα πήγα καλά, όπως και στην δεύτερη audition. H πρώτη μου συναυλία με τους Symphony X ήταν μπροστά από χίλιους ανθρώπους, στην Βραζιλία! Ήταν, όπως στην ταινία “Rock Star” (γέλια)!

 

Πέρυσι κυκλοφόρησες και το πρώτο solo album σου, υπό την επωνυμία Mike LePond’s Silent Assassins. Πώς και αποφάσισες να ξεκινήσεις τώρα την solo καριέρα σου;

Όπως παραδέχθηκα και πριν, η καρδιά μου ανήκει στο κλασικό heavy metal. Πάντα ήθελα να κάνω ένα solo album. Οι Symphony X κυκλοφορούν νέο δίσκο περίπου κάθε τέσσερα χρόνια, στο ενδιάμεσο, όταν είμαστε στο δρόμο, στo tour bus, συνθέτω τραγούδια, ξυπνάω το πρωί πριν τα άλλα παιδιά και γράφω στίχους. Όταν επομένως, τέλειωσαν οι συναυλίες για το “Iconoclast”, είχα ήδη έτοιμο όλο το album! Άρχισα στη συνέχεια, να ηχογραφώ, ο Michael Romeo ήταν πολύ καλός και μού έδωσε το προσωπικό του studio, στο σπίτι του, ώστε να γίνουν όλες οι ηχογραφήσεις. Δεν θα μπορούσα να το κάνω αυτό χωρίς τον Michael, o οποίος με βοήθησε με τα τύμπανα, έπαιξε όλα τα keyboards, έπαιξε κάποια lead κιθαριστικά μέρη και γενικά, συνέβαλε πάρα πολύ, ώστε το τελικό αποτέλεσμα να ακούγεται τέλειο. Ακόμη, συμφώνησα με κάποιους άλλους μουσικούς να παίξουν στον δίσκο, μουσικούς από το New Jersey, ένας μάλιστα από αυτούς τραγουδά τώρα στους Heathen’s Rage, μιλάω για τον Alan Tecchio. Τον Alan τον γνώρισα το 2010, μού άρεσε πολύ η φωνή του και τον καταχώρησα στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου για μελλοντική συνεργασία. Όταν ήρθε η ώρα, τον προσέγγισα, άκουσε τη μουσική και του άρεσε πολύ, ήθελε πολύ να συνεργαστεί μαζί μου σ’ αυτό. Έκανε φανταστική δουλειά, έχει την ιδανική φωνή για αυτό, που ήθελα να κάνω. Στο album αυτό συμμετέχει και ο Metal Mike Chlasciak, που ως γνωστόν, έπαιξε στην μπάντα του Rob Halford, όταν ο τελευταίος έφυγε από τους Judas Priest. Είχα μαζί μου όλους αυτούς τους αμθρώπους μαί μου, είμαστε από τον ίδιο τόπο, συνεργαστήκαμε και βγήκε κάτι, για το οποίο είμαι περήφανος.

 

Ποιο album, από όλα όσα έχεις συμμετάσχει, είναι το αγαπημένο σου και γιατί;

(γέλια) Είναι δύσκολο να πω, καθώς όλα τα album αυτά είναι διαφορετικά μεταξύ τους. Τα χρόνια, που ήμουν στους Heathen’s Rage, ήμουν πολύ μικρός και διαλυθήκαμε, προτού ωριμάσουμε και μπορέσουμε να φτιάξουμε κάτι πραγματικά καταπληκτικό. Ωστόσο, μού αρέσει πάρα πολύ ό,τι έκανα με τους Heathen’s Rage. Από την άλλη, οι Symphony X είναι γνωστοί σε όλον τον κόσμο, αποτελούν ένα από τα καλύτερα progressive metal συγκροτήματα, που βγήκαν ποτέ. Τα albums, που έχουν κυκλοφορήσει είναι πάρα πολύ καλά. Όσον αφορά τους δικούς μου Silent Assassins, είναι τα δικά μου τραγούδια, χαίρομαι πολύ για το πώς βγήκαν. Επομένως, είναι δύσκολο να απαντήσω στην ερώτησή σου, όλα μού αρέσουν πολύ.