To όνομά τους είναι συνώνυμο του doom metal. Αν οι Black Sabbath είναι οι πατέρες του heavy metal, τότε οι Candlemass είναι οι πατέρες του doom! Τώρα, λοιπόν, που συμπληρώνονται τριάντα χρόνια από την κυκλοφορία του κλασικού ντεμπούτου τους, "Epicus Doomicus Metallicus", η μπάντα βρίσκει αφορμή να βρεθεί για άλλη μια φορά στο δρόμο για συναυλίες, έστω και χωρίς τον ασθενή Lief Edling. To Myth of Rock συνάντησε την μπάντα, όταν αυτή πάτησε το πόδι της επί ελληνικού εδάφους τον Φεβρουάριο που μάς πέρασε και είχαμε μία πολύ ενδιαφέρουσα κουβέντα με τον ρυθμικό κιθαρίστα τους, Mats "Mappe" Björkman, στο roof garden του ξενοδεοχείου, όπου κατέλυσαν. Doom on!

από τον Αντώνη Μαντζαβίνο

Καλησπέρα Mappe, χαιρόμαστε που σε συναντούμε ξανά στην Αθήνα! Τελευταία φορά ήταν το 2011, και φυσικά οι Έλληνες οπαδοί της μπάντας ήθελαν να σας ξαναδούν live! Και τι καλύτερη ευκαιρία από την επετειακή συναυλία για το “Epicus Doomicus Metallicus”, που κυκλοφόρησε το 1986! Θα θέλαμε να μας πεις δύο – τρία λόγια για την ιδιαίτερη σχέση των Candlemass με το ελληνικό κοινό, από την πρώτη φορά που επισκεφτήκατε την Ελλάδα, 27 χρόνια πριν.

«Θυμάμαι πάρα πολύ καλά, όταν είχαμε έρθει να παίξουμε στην Ελλάδα το Δεκέμβριο του 1989, και θα ήθελα βασικά να τονίσω ότι το ελληνικό κοινό είναι το αγαπημένο κοινό των Candlemass! Δεν το λέω αυτό, επειδή δίνω συνέντευξη σε Έλληνες, αλλά επειδή το κοινό εδώ στη χώρα σας έχει δώσει τόσα πολλά και τόση μεγάλη αγάπη στους Candlemass από την πρώτη φορά μέχρι και σήμερα. Και είναι καταπληκτικό να ερχόμαστε εδώ να παίξουμε για σας, πόσο μάλλον για μια τόσο σημαδιακή περίσταση»

Ας συζητήσουμε τώρα για την 30η επέτειο από το “Epicus Doomicus Metallicus”, τι ακριβώς έχετε προγραμματίσει και πώς το έχετε σχεδιάσει;

«Είπαμε μαζί με τον Leif και τους υπόλοιπους να κάνουμε κάτι special, για να γιορτάσουμε τα 30 χρόνια από το “Epicus Doomicus Metallicus”. Θέλαμε, λοιπόν, να κάνουμε κάποιες επιλεγμένες συναυλίες και να παίξουμε κλασικά κομμάτια, αυτά που και ο κόσμος αγαπά. Σε κάποιες συναυλίες, όχι εδώ στην Αθήνα, θα έχουμε και κάποιον ή κάποιους guests επί σκηνής. Εξάλλου θα ήθελα να τονίσω εδώ ότι οι Candlemass δεν υφίστανται 30 χρόνια αλλά 35 χρόνια περίπου. Είμαστε «ίδια σειρά» περίπου με τους Europe, καθώς καταγόμαστε από την ίδια περιοχή (Στοκχόλμη) και προβάραμε μαζί ένα διάστημα εκείνα τα παλιά χρόνια (Upplands Vasby, προάστιο της Στοκχόλμης). Και φυσικά είμαστε και οι δύο από τις λίγες σουηδικές μπάντες στο rock και το metal, που έχουμε κρατήσει τόσα πολλά χρόνια. Παίξαμε και πέρσι μαζί τους σε ένα festival στη Σουηδία, είναι φίλοι μας εδώ και τόσα πολλά χρόνια. Φυσικά, υπάρχει και μια αστεία φωτογραφία από τα χρόνια με τον Messiah, όπου εκείνος φοράει ένα μπλουζάκι που γράφει “Joey Tempest is a Homo”, αλλά εννοείται ότι τότε κάναμε πλάκα μεταξύ μας! Όπως και να χει, τους σεβόμαστε και μας σέβονται απεριόριστα, αλλά και οι Candlemass έχουν το δικό τους στίγμα στη μουσική»

Σχετικά με το επερχόμενο EP, δώσε μας σε παρακαλώ ορισμένες λεπτομέρειες για την ηχογράφησή του, για τα κομμάτια που περιλαμβάνει και τι σημαίνει γενικότερα αυτή η κυκλοφορία για τους Candlemass;

«Το EP ηχογραφήθηκε τον Οκτώβριο 2015, στα Ghost Ward Studios στη Στοκχόλμη, όπου και οι Avatarium έχουν ηχογραφήσει. Όλα τα τραγούδια φυσικά είναι του Leif, και είναι τραγούδια που θέλαμε όλοι στην μπάντα να ηχογραφήσουμε. Δεν θέλουμε οι Candlemass να ακούγονται όπως οι Krux ή οι Avatarium. Δεν έχουμε κανένα πρόβλημα με κανέναν από αυτές τις μπάντες, είμαστε όλοι μια οικογένεια. Το EP δεν θα έχει πλήκτρα, όπου ο εκπληκτικός και σημαντικός Per Wiberg είναι μαζί μας, για να παίξει μπάσο το διάστημα που δεν θα εμφανίζεται live ο Leif. Και τα τέσσερα τραγούδια έχουν άμεση σχέση με όλη την ιστορία των Candlemass, από τον πρώτο δίσκο και μέχρι και τον προηγούμενο full length album. Είμαι πολύ περήφανος για αυτά τα τέσσερα τραγούδια, και παρόλο που αρχικά ήταν να κυκλοφορήσουν το Φεβρουάριο του 2016, τελικά η δισκογραφική θα τα κυκλοφορήσει αρχές καλοκαιριού. Επίσης, να πω ότι έχουμε γράψει και άλλα τραγούδια, αλλά δεν ξέρουμε αυτή τη στιγμή πότε θα κυκλοφορήσουν. Ο Leif δυστυχώς είναι στο studio για δύο ώρες περίπου την ημέρα, και μετά χρειάζεται να ξεκουραστεί στο σπίτι του, οπότε ο χρόνος μαζί του στο studio δεν είναι αρκετός στην παρούσα φάση. Πηγαίνει σπίτι του, γράφει τραγούδια για το νέο του solo project και αυτός να σου πω είναι ο λόγος που σιγά σιγά προσπαθεί ν’ αναρρώσει. Η αγάπη του για τη μουσική τον βοηθάει πάρα πολύ και μάλιστα χαίρεται πάρα πολύ που οι Candlemass αυτή τη στιγμή είναι έξω και θα περιοδεύσουν, έστω χωρίς αυτόν, και μας είπε να μεταδώσουμε τη χαρά του αυτή και το πνεύμα αυτό στον κόσμο που θα συναντούμε στις συναυλίες»

Οι Candlemass έχουν περάσει από διάφορες αλλαγές μελών, κυρίως τραγουδιστών, λόγω διαφορετικών αιτιών. Στην παρούσα φάση πορεύεστε με τον Mats Leven, τον οποίο εκτιμώ για ό,τι έχει κάνει μέχρι σήμερα και θεωρώ ότι έχει εξαιρετική φωνή και μπορεί να ανταποκριθεί σε διαφορετικά μεταξύ τους μουσικά σχήματα. Μίλησέ μας για αυτή την αλλαγή.

«Ο Mats Leven είναι φανταστικός τραγουδιστής. Ο Robert Lowe είναι εξαιρετικός άνθρωπος και χαρακτήρας και, μάλιστα, έκανε εξαιρετική δουλειά σε όλα τα studio albums με τους Candlemass. Αλλά δεν είχε την ίδια απόδοση στα live, που κάναμε, παρόλο που του δώσαμε πάρα πολλές ευκαιρίες. Ήταν κάπως νευρικός επί σκηνής, και μας λυπεί αυτό το γεγονός, διότι είναι πάρα πολύ ταλαντούχος και έχει πολύ καλή φωνή. Στα studio albums ήταν πολύ ψηλά η απόδοσή του και στις συναυλίες όχι και τόσο, και προσπαθούσαμε να βρούμε μια κάπως πιο ισορροπημένη κατάσταση. Ο Mats Leven, από τους πιο ταλαντούχους τραγουδιστές ever, είναι οπαδός των Candlemass από τα «γεννοφάσκια» του, ας το πούμε έτσι, και ήταν η ιδανικότερη επιλογή, μιας που ήταν και φίλος μας εδώ και πολλά χρόνια, μένει στην ίδια πόλη με μας, με ό,τι ευκολία συνεπάγεται στο να προβάρουμε ή να παίζουμε μαζί και ανήκει και αυτός εδώ και πολύ καιρό στην ευρύτερη «οικογένεια» των Candlemass. Για το 2015 στη Δανία, οι Candlemass ψηφίστηκαν η καλύτερη live μπάντα, φυσικά με τον Mats Leven στα φωνητικά. Ανυπομονούμε να παίξουμε απόψε στην Ελλάδα, ώστε να απολαύσετε όλοι οι Έλληνες fans τον Mats Leven επί σκηνής με τους Candlemass! Θα περάσετε σίγουρα πολύ καλά!»

Σχετικά με τον Per Wiberg, ο οποίος είναι πλήρες μέλος των Spiritual Beggars, μια αγαπημένη μπάντα για μένα, μπορείς να μας περιγράψεις το πλαίσιο της συνεργασίας σας;

«Ο Per, όπως γνωρίζεις, είναι ένας εξαιρετικός πληκτράς, τραγουδιστής, μπασίστας, κιθαρίστας αλλά και drummer! Ανταποκρίνεται άριστα σε όλους τους μουσικούς ρόλους, και το έχει αποδείξει σε όλα τα συγκροτήματα που έχει συμμετάσχει έως τώρα (Spiritual Beggars, Opeth, Kamchatka, King Hobo, Mojobone, κτλ). Αγαπάει και αυτός πάρα πολύ τους Candlemass, μάλιστα έπαιξε πλήκτρα στο τραγούδι “Siren Song” του τελευταίου studio δίσκου μας και μετά από αυτό το δίσκο, έπαιξε πλήκτρα μαζί μας σε κάποια live, που κάναμε. Οπότε, όταν προέκυψε το θέμα με τον Leif, ήταν μια φυσιολογική επιλογή να τον έχουμε μαζί μας και βασικά συνέβη πολύ εύκολα και αβίαστα».

Τι μουσική ακούς τελευταία, σε ότι έχει να κάνει με νέες κυκλοφορίες; Και πες μας αγαπημένα σου γκρουπ ή κιθαρίστες;

«Δεν είμαι τόσο καλός, όσον αφορά νέα συγκροτήματα ή νέους δίσκους. Δυστυχώς, δεν έχω πολύ ελεύθερο χρόνο, όπως είχα φυσικά όταν ήμουν νεώτερος και δεν είχα οικογενειακές υποχρεώσεις. Με ενδιαφέρει να ακούσω κάτι καινούργιο, αλλά δυστυχώς, δεν μπορώ λόγω χρόνου. Αυτός που σίγουρα είναι ο νούμερο ένα αγαπημένος μου κιθαρίστας από τότε, που ήμουν μικρός, είναι ο Ted Nugent, ο πιο cool για μένα όλων! Βέβαια, αυτός που φυσικά ευθύνεται για όλα τα riffs είναι ο Tony Iommi, στον οποίο όλοι χρωστάμε τα πάντα. Από την άλλη, η αγαπημένη μου μπάντα όλων των εποχών με διαφορά είναι οι Rush. Έχω και άλλες μπάντες που αγαπώ πολύ, όπως οι Black Sabbath, οι Uriah Heep και ακούω επίσης φανατικά Manowar! Ο δίσκος “Into Glory Ride” είναι ίσως ο καλύτερος heavy metal δίσκος όλων των εποχών!

Είναι εκπληκτικό να βλέπεις πόσο η Σουηδική μουσική σκηνή ανθεί εδώ και δεκαετίες, από τα πιο ακραία είδη έως τα πιο «χαλαρά» ας το πούμε. Μπορείς να μας δώσεις μια εξήγηση για αυτό το «φαινόμενο» ;

«Για να σου πω την αλήθεια, δεν ξέρω ακριβώς το λόγο που συμβαίνει αυτό! Έχουμε σίγουρα μεγάλη rock και metal παράδοση σε αυτή τη χώρα, όπου η μουσική πραγματικά προοδεύει για διάφορους λόγους, και είμαστε περήφανοι που είμαστε κομμάτι αυτής της παράδοσης στη Σουηδία».

Τελευταία ερώτηση: Θα μπορούσες να μοιραστείς μαζί μας ορισμένες προσωπικές στιγμές των Candlemass που σε έχουν στιγματίσει και θεωρείς πολύ σημαντικές;

«Αυτό που θα έχω πάντα στην καρδιά μου και θα ήθελα να το μοιραστώ με τους οπαδούς μας, είναι και θα είναι οι ηχογραφήσεις για το “Epicus Doomicus Metallicus” και όλη εκείνη η εποχή πριν, κατά τη διάρκεια και αμέσως μετά το δίσκο, ο,τιδήποτε έχει να κάνει με τον πρώτο μας δίσκο! Κάποιοι γέλαγαν με αυτό που θέλαμε να παίξουμε, γιατί η μουσική αυτή ήταν τόσο διαφορετική τότε στα αυτιά του metal οπαδού! Ο φίλος μου Mats Ekström με παρότρυνε να παίξουμε μαζί με τον Leif στο προάστιο της Στοκχόλμης Upplands Väsby, απ’ όπου και οι Europe ξεκίνησαν. Θέλαμε να κάνουμε κάτι διαφορετικό εκείνη την εποχή. Τα πρώτα μας τραγούδια ήταν τα “Under the Oak”, “Crystal Ball” και “Demons Gate”. Ό,τι πιο heavy μπορούσαμε να δημιουργήσουμε. Τα στείλαμε λοιπόν στην Black Dragon και τα υπόλοιπα είναι ιστορία…. Άρα λοιπόν, αυτό με κάνει πάρα πολύ χαρούμενο μέχρι και σήμερα.. Ο Leif, ο Mats και εγώ! Πίναμε μπίρες, παίζαμε riffs, και περνούσαμε τόσο καλά! Αυτό είναι το πιο σημαντικό που μένει μέχρι και σήμερα: οι δυνατές φιλίες μέσα από όλα αυτά τα χρόνια, παρ’ όλες τις δυσκολίες... Και μάλιστα, θέλω να πω ότι πίσω στο 1986, δεν υπήρχε σεβασμός για ό,τι είχαμε ξεκινήσει να κάνουμε παίζοντας doom. Τώρα συνομιλώντας με πραγματικούς οπαδούς της μπάντας, μας συγκινεί και μας παρακινεί να είμαστε εδώ. Αν κάποιος μας έλεγε το 1986, ότι το 2016 θα ήμασταν στην Ελλάδα για την πρώτη επετειακή συναυλία των τριάντα χρόνων και θα παίζαμε πέντε τραγούδια από το “Epicus …”, θα τον περνούσαμε για τρελό! Είχαμε τόσες πολλές αλλαγές όλα αυτά τα χρόνια, ιδίως σε τραγουδιστές. Ήρθε κάποτε ένα τηλεφώνημα από τη Νότια Σουηδία, όταν ακούσαμε τη χαρακτηριστική φωνή πίσω από το τηλέφωνο «Θέλω να γίνω ο νέος τραγουδιστής των Candlemass» από τον Messiah. Ο οποίος μετακόμισε στη Στοκχόλμη, πριν κάνει οριστικοποιηθεί ότι θα είναι ο νέος μας τραγουδιστής! Είμαι φίλος του, και δεν υπάρχει κανένα πρόβλημα, μιλάμε μια στο τόσο, όταν βρεθεί η ευκαιρία, κανένα πρόβλημα. Αγαπάει τους Candlemass, είναι το μόνο σίγουρο!»

Σ’ ευχαριστούμε πάρα πολύ για το χρόνο σου και ευχόμαστε να σε ξαναδούμε ξανά στην Ελλάδα! Παρακαλούμε επίσης να στείλεις τις ευχές μας για περαστικά στον Leif που τόσο αγαπάμε!

«Και εγώ ευχαριστώ πολύ! Πάντα η Ελλάδα κατέχει ξεχωριστή θέση στην καρδιά των Candlemass και η αιτία είστε εσείς οι οπαδοί μας! Στην υγειά σας!»

 

 

 

Δεν νομίζω πως πολλοί θα περίμεναν ότι η έκπληξη στο σημερινό power metal θα ερχόταν από την Γαλλία. Κι όμως το group που έχει καταπλήξει όσους το έχουν ακούσει και δημιουργεί πολλές ελπίδες για ένα λαμπρό μέλλον, κατάγεται από τη Γαλλία και φέρει το όνομα DarkTribe! To δεύτερό τους album, το ‘The Modern Age”, έχει προκαλέσει ταραχή στα στάσιμα νερά του power metal και έναν ευχάριστο πανικό στο Myth of Rock, το οποίο, αφού εκθείασε τον δίσκο και την μπάντα, θεώρησε απαραίτητο να έρθει σε επαφή με τους Γάλλους power metallers! Στις ερωτήσεις μας απαντά ο ιδρυτής των DarkTribe, Julien Agnello (τύμπανα), λιτά αλλά πλήρως κατατοπιστικά. Δώστε μιά ευκαιρία στους DarkTribe και θα εκπλαγείτε!

από τον Δημήτρη Ζαχαρόπουλο

Για την αρχή, θα θέλαμε να μας δώσεις ένα σύντομο βιογραφικό των DarkTribe.

Ναι, οι DarkTribe σχηματίσθηκαν από εμένα το 2004. Σύντομα μπήκαν στην μπάντα ο Anthony Agnello (φωνητικά) και ο Bruno Caprani (μπάσο), αλλά οι DarkTribe πήραν ουσιαστικά τη σημερινή μορφή τους το 2009 με την άφιξη του Loic Manuello (κιθάρες). Την ίδια χρονιά ηχογραφήσαμε το EP μας “Natural Defender”, ώστε να μοιρασθούμε τη μουσική μας με τον κόσμο. Τότε το 2012 υπογράψαμε συμβόλαιο με την γερμανική εταιρεία Massacre Records, ώστε να κυκλοφορήσουμε το πρώτο μας album, το “Mysticeti Victoria”, το οποίο μας έδωσε την δυνατότητα να περιοδεύμε και να παίζουμε με μπάντες, όπως οι Crucified Barbara, οι Nightmare, οι No Return.

Ποια είναι τα συναισθήματά σας τώρα που κυκλοφορείτε το νέο σας album, το “The Modern Age”; Προσωπικά, μού αρέσει πολύ, το θεωρώ αριστούργημα!

Ω, σε ευχαριστούμε πολύ! Είναι μεγάλο κομπλιμέντο. Είμαστε πάρα πολύ ενθουσιοσμένοι με την κυκλοφορία αυτή. Δουλέψαμε σκληρά στο “The Modern Age”, βάλαμε όλο το πάθος, όλη την ψυχή μας σ’ αυτό. To παρουσιάζουμε με περηφάνεια.

Ποιοι είναι οι βασικοί συνθέτες της μπάντας; Ποια ήταν η συνθετική διαδικασία των νέων τραγουδιών;

Ο Loic είναι ο κύριος συνθέτης, ο Anthony γράφει όλους τους στίχους και τις φωνητικές γραμμές. Ακολουθούμε την ίδια συνθετική διαδικασία από την αρχή της πορείας μας: ο Loic γράει κάποια riffs στην κιθάρα και ο Anthony ηχογραφεί τα μέρη των φωνητικών. Δουλεύουμε σε θέματα και ατμόσφαιρες, ώστε μετά να δομήσουμε τα τραγούδια όλοι μαζί.

Τα αγαπημένα μου τραγούδια από το “The Modern Age” είναι τα “My Last Odyssey” και “A Last Will”. Ποια είναι δικά σου αγαπημένα και γιατί;

Είναι μια δύσκολη ερώτηση αυτή, διότι, όπως είναι λογικό, αγαπώ όλα τα τραγούδια του album. Ωστόσο, μού αρέσουν πολύ τα ρυθμικά μέρη στο ομώνυμο του δίσκου και στο “Darkside of Imagination”.

Πού ηχογραφήσατε το νέο album; Ποιος είναι υπεύθυνος για την παραγωγή;

Ηχογραφήσαμε στο ArtMusic Studio στη Nice της Γαλλίας με τον Sebb Camhi, με τον οποίο είχαμε δουλέψει και στο προηγούμενο album μας, το “Mysticeti Victoria”. Είναι πάντα ευχαρίστησή μας να δουλεύουμε με έναν τόσο ταλαντούχο και παθιασμένο μηχανικό ήχου, όπως αυτός. Ο Sebb είναι τώρα μέλος της οικογένειας των DarkTribe, καταλαβαίνει τι ψάχνουμε αμέσως.

Η μίξη και το mastering του νέου δίσκου έγινε από τον Jacob Hansen. Πώς είναι να συνεργάζεσαι μαζί του;

Ήταν μία φανταστική εμπειρία, ο Jacob είναι πρασγματικά εντυπωσιακός. Μας οδήγησε σε όλη τη διαδικασία, άκουσε τις επιθυμίες μας και μπόρεσε να βρει τον τέλειο συνδυασμό για τον ήχο μας.

Πού θα εντόπιζες τις διαφορές μεταξύ του ντεμπούτου σας και του “The Modern Age”;

Η βασική διαφορά είναι ότι το πρώτο μας album είχε διαφορετικά στυλ σε κάθε τραγούδι, ενώ το “The Modern Age” είναι ένα πραγματικά power metal album. H παραγωγή είναι πιο heavy και μοντέρνα.

Η μουσική σας κινείται σε ένα μελωδικό power metal στυλ. Πιστεύεις ότι οι DarkTribe έχουν ωριμάσει αρκετά και ότι έχετε διαμορφώσει τη δική σας προσωπικότητα σαν μπάντα;

Ναι, νομίζω ότι με το “The Modern Age” δείχνουμε τη δική μας προσωπική προσέγγιση του power metal, δείχνουμε το πώς αναμειγνύουμε τη μελωδία, με τη δύναμη και τα τεχνικά μέρη.

Στη μουσική σας έχω βρει στοιχεία από μπάντες, όπως οι Stratovarius, οι Sonata Arctica και οι Dragonforce. Είστε όντως επηρεασμένοι από αυτές τις μπάντες; Υπάρχουν άλλες μπάντες, άλλοι μουσικοί, που σάς έχουν επηρεάσει;

Είναι αλήθεια ότι έχουμε επηρεασθεί από τους Stratovarius και τους Sonata Arctica, αλλά ακούμε πολλές διαφορετικές μπάντες και διαφορετικά είδη. Θα μπορούσα να αναφέρω καλλιτέχνες, όπως οι Symphony X, οι Iron Maiden, οι Opeth, οι Angra (εποχής Andre Matos), οι Dream Theater και οι Gojira.

Ποια είναι κατά τη γνώμη σου τα trademark της μουσικής των DarkTribe;

Ειμαστε μελωδικοί, έχουμε δύναμη και τεχνικά μέρη, οι στίχοι μας είναι βαθείς και έξυπνοι, ενώ σαν μπάντα σεβόμαστε και μοιραζόμαστε τις διάφορες αξίες.

Είναι το “The Modern Age” ένα concept album; Πού αναφέρονται οι στίχοι των νέων τραγουδιών; Ποιος γράφει τους στίχους;

Ακόμη κι αν οι στίχοι, που τούς γράφει ο Anthony, ασχολούνται με θέματα, όπως η κατάσταση του ανθρώπου, ο πόλεμος, η μοίρα των παιδιών, η λύπη, η μοναξιά και η άγρια ζωή, το “The Modern Age” δεν είναι concept. Στιχουργικά συνεχίζουμε τα θέματα, με τα οποία ξεκινήσαμε να καταπιανόμαστε στο “Natural Defender” και το “Mysticeti Victoria”.

Πάντα αναρωτιόμουν πώς και αποφασίσατε να ονομαστείτε DarkTribe!

Είναι αρκετά απλό, το όνομά μας το βρήκε ένας από τους πρώτους κιθαρίστες μας και αμέσως το κρατήσαμε. Με την λέξη “tribe” θέλουμε να εκφράσουμε την ενότητά μας, ενώ με τη λέξη “dark” κάνουμε αναφορά στις δυσκολίες της ζωής.

Πρόσφατα υπογράψατε συμβόλαιο με την Scarlet Records. Πώς νιώθετε για αυτό; Πώς και προέκυψε αυτό το συμβόλαιο;

Ο Filippo και η παρέα του μάς είπαν ότι τούς αρέσει η μουσική μας και εμείς από την πλευρά μας ψάχναμε για μία φιλική συνεργασία, έτσι υπογράψαμε μαζί τους. Οι άνθρωποι της Scarlet είναι παθιασμένοι και αφιερωμένοι στη δουλειά τους, κάνουν απίστευτη δουλειά κάθε μέρα.

Κατάγετε από την Γαλλία. Πόσο δύσκολο είναι για μία μπάντα να παίξει power metal; Υπάρχουν άλλες μπάντες από την Γαλλία, που σάς αρέσουν;

Η metal σκηνή στην Γαλλία είναι πάρα πολύ προσανατολισμένη προς το extreme metal, είναι δύσκολο έτσι να βρεις power metal μπάντες. Τέλος πάντων ..., μάς αρέσουν οι Gojira και είχαμε την ευχαρίστηση να μοιραστούμε τη σκηνή με μπάντες, όπως οι Unchained, οι Whispering Tales και οι Dreadful Silence.

Ποια είναι τα μελλοντικά σας σχέδια; Μία περιοδεία ίσως;

Τη στιγμή αυτή οργανώνουμε διάφορες συναυλίες για το τέλος του έτους και μία ευρωπαϊκή περιοδεία για τον νέο χρόνο. Ανυπομονούμε τόσο πολύ να παρουσιάσουμε το νέο στον κόσμο και να το μοιρασθούμε μαζί του στις συναυλίες μας!

Είναι ένας από τους καλύτερους μπασίστες στο χώρο του heavy metal. Είναι μέλος των Symphony X, ενός από τα ποιοτικότερα συγκροτήματα του progressive power metal. Και μόλις πρόσφατα ξεκίνησε την solo καριέρα του με τους Silent Assassins. Ο Mike Lepond, για τον οποίο ο λόγος, βρίσκεται στην αφρόκρεμα της παγκόσμιας metal μουσικής κοινότητας και κάθε του κίνηση προκαλεί το ενδιαφέρον όλων μας. Καθώς, λοιπόν, πρόσφατα επισκέφθηκε την χώρα μας για να παίξει live με τους Heathen’s Rage (την heavy metal μπάντα, με την οποία ξεκίνησε την πορεία του στα ‘80s), το Myth of Rock δεν έχασε την ευκαιρία και κουβέντιασε μαζί του. Παρακάτω μπορείτε να διαβάσετε όσα διαμείχθηκαν μεταξύ μας. Thank you, Mike!

 

από τον Δημήτρη Ζαχαρόπουλο

 

Βρίσκεσαι σε ελληνικό έδαφος για μια συναυλία με τους Heathen’s Rage. Ποια είναι τα συναισθήματά σου;

Νιώθω καταπληκτικά. Την τελευταία φορά, που ήμουν στην Ελλάδα, ήταν το 2011 με τους Symphony X. Κάναμε ένα φοβερό show και γνωρίσαμε πολλούς σπουδαίους ανθρώπους. Όταν, λοιπόν, άκουσα ότι προσφέρθηκε στους Heathen’s Rage να παίξουν ζωντανά εδώ, ενθουσιάσθηκα και ανυπομονούσα να έρθω. Περιμένω και πάλι μία φοβερή συναυλία σήμερα!

 

Με τους Heathen’s Rage παίξατε και στην Γερμανία, στο Keep it True Festival, πριν έρθετε εδώ. Πώς ήταν εκεί η συναυλία;

Ήταν φανταστικά! Όλοι οι άνθρωποι στο Keep it True, οι διοργανωτές, ο κόσμος, που έρχεται για τα live, αγαπούν το καθαρό, αγνό και αληθινό heavy metal. Όλοι μαζεύτηκαν εκεί, είχαμε ένα πολύ μεγάλο κοινό και οι πιο πολλοί ήξεραν απ’ έξω τους στίοχυς των πιο πολλών τραγουδιών μας, ήταν απίστευτο να το βλέπεις! Όταν ένας μουσικός λαμβάνει τέτοια ενέργεια από το κοινό, τότε και αυτός παίζει καλύτερα, έχοντας ένα μοναδικό συναίσθημα. Σήμερα είναι το τελευταίο live της mini περιοδείας των Heathen’s Rage, και νομίζω ότι θα είναι το ίδιο καλά, αν όχι ακόμα καλύτερα.

 

Ας πάμε πολύ πίσω στο παρελθόν. Πώς έγινες μέλος των Heathen’s Rage;

Όλοι μένουμε στο New Jersey των Ηνωμένων Πολιτειών. Πίσω στα τέλη των ‘80s, είχα βάλει μία αγγελία στην εφημερίδα, ψάχνοντας για μία μπάντα – έτσι κάναμε παλιά (γέλια)! Απάντησαν στην αγγελία μου, κάναμε μία πρόβα μαζί και τα πήγαμε πάρα πολύ καλά, μας άρεσε το ίδιο είδος μουσικής. Η όλη φάση με τους Heathen’s Rage κράτησε τέσσερα χρόνια.

 

Ηχογράφησες κάτι με τους Heathen’s Rage;

Ναι, έπαιξα στο μοναδικό EP, που έβγαλαν οι Heathen’s Rage το 1986, που περιλάμβανε τρία τραγούδια. Αν μου έλεγες τότε ότι σήμερα θα βρισκόμουν εδώ, θα σε πέρναγα για τρελό (γέλια)!

 

Και πώς προέκυψε το σημερινό reunion των Heathen’s Rage;

Σε όλες τις περιοδείες, που έχω κάνει με τους Symphony X, όταν έδινα συνεντεύξεις σε γερμανικά ή ελληνικά περιοδικά, πάντα με ρώταγαν για τους Heathen’s Rage. Εγώ ενημέρωνα τον κόσμο ότι τα μέλη των Heathen’s Rage σταμάτησαν να παίζουν, ότι έχουν οικογένειες και παιδιά, ότι δεν υπάρχει κάποια πιθανότητα να επιστρέψουν στο προσκήνιο. Ο κιθαρίστας μας, όμως, ο Rob Warner προσεγγίστηκε από τα κατάλληλα άτομα, που του πρότειναν μία επανασύνδεση της μπάντας, ο Rob το ήθελε πολύ, έτσι αυτός τηλεφώνησε σε μένα και τον drummer, Chris Teresyn … να πώς βρεθήκαμε τώρα εδώ!

 

Υπάρχουν πλάνα για μια νέα κυκλοφορία από τους Heathen’s Rage;

Κοίτα, δεν το έχουμε συζητήσει, αλλά ύστερα από την ανταπόκριση του κόσμου στα live αυτά, πιστεύω ότι και τα υπόλοιπα μέλη θα θέλουν να φτιάξουμε κάτι. Αν με φωνάξουν, εδώ είμαι εγώ.

 

Mike, έγινες γνωστός σε όλο τον κόσμο με τους Symphony X, στους οποίους μπήκες το 2000. Αν κάποιος ακούσει τους Symphony X και μετά τους Heathen’s Rage ή το αντίστροφο, θα παραξενευτεί πολύ, καθώς οι Symphony X ανήκουν πιο πολύ στον χώρο του progressive/power και οι Heathen’s Rage στον χώρο του παραδοσιακού US metal. Σε ποιον από τους δύο αυτούς χώρους νιώθεις ότι ανήκεις πιο πολύ;

Κοίτα, μεγάλωσα αγαπώντας το heavy metal, ξέρεις, ακούγοντας μπάντες όπως οι Judas Priest, Iron Maiden, Black Sabbath. Μετά πέρασα στους Metallica, τους Anthrax κ.ά. Έτσι, η καρδιά μου ανήκει στο style, που έχουν οι Heathen’ s Rage. Αργότερα, όταν μπήκα στους Symphony X, άρχισε να μού αρέσει και αυτό το είδος μουσικής. Οι Heathen’s Rage με ταξιδεύουν πίσω στις ρίζες μου.

 

Τέσσερα χρόνια έχουν περάσει από την κυκλοφορία του τελευταίου album των Symphony X, του “Iconoclast”. Τι συνέβη στους Symphony X όλα αυτά τα χρόνια;

Τα δύο πρώτα από αυτά τα χρόνια τα περάσαμε στον δρόμο, περιοδεύοντας συνέχεια, μήνα μετά τον μήνα. Έπειτα, δώσαμε διάφορα μεμονωμένα live, και μετά φυσικά, αρχίσαμε να δουλεύουμε πάνω στο νέο album μας. Αυτό το καλοκαίρι, λοιπόν, θα έχετε ένα νέο δίσκο από τους Symphony X.

 

Τι πρέπει να περιμένουμε από αυτό το νέο album των Symphony X, που όπως ανακοινώθηκε θα ονομάζεται “Underworld”;

Δεν είναι τοσο heavy όσο το προηγούμενο album, πρόκειται για έναν συνδυασμό του “The Odyssey” (2002) και του “Paradise Lost” (2007). Νομίζω ότι έχει πολλά στοιχεία, τα οποία οι παλιότεροι Symphony X θα απολαύσουν. Είμαστε πολύ περήφανοι για αυτόν τον δίσκο, πιστεύουμε ότι είναι ένα πολύ καλό album. Είτε αρέσει σε κάποιον πιο πολύ το παλιότερο υλικό μας είτε προτιμά πιο πολύ τα τελευταία albums, το “Underworld” θα του αρέσει οπωσδήποτε.

 

Αλήθεια, πώς μπήκες στους Symphony X;

Κατά τη διάρκεια της δεκαετίας των ‘90s ήμουν ένας μουσικός, που προσπαθούσε να επιβιώσει, όπως άλλωστε, όλη τότε η metal κοινότητα. Σύχναζα σε ένα συγκεκριμένο metal bar τα Σαββατοκύριακα και γνωριζόμουν καλά με όλους τους εκεί θαμώνες. Ανάμεσά τους ήταν κι ένας τύπος, που ήξερε τα μέλη των Symphony X, μια μέρα, λοιπόν, μού είπε ότι οι Symphony X ψάχνουν για μπασίστα, εκτιμώντας ο ίδιος ότι θα ήμουν ο ιδανικός για αυτή τη θέση! Εγώ απόρησα, το πρώτο πράγμα, που τον ρώτησα ήταν, «Ποιοι είναι οι Symphony X;»! Ήταν το έτος 1999 τότε. Φυσικά, συμφώνησα να με καλέσουν στο τηλέφωνο και μίλησα με τον κιθαρίστα και αρχηγό της μπάντας, τον Michael Romeo, o οποίος μού έστειλε μερικά CDs των Symphony X. Όπως καταλαβαίνεις, έπαθα πλάκα με τους μουσικούς αυτούς και το τρομερό επίπεδό τους, εντυπωσιάστικα με το πόσο σπουδαία ήταν τα τραγούδια τους! «Είναι εκπληκτική αυτή η μουσική, πώς και δεν την είχα ξανακούσει», σκέφθηκα! Συνεχίσαμε να μιλάμε τηλεφωνικά και κανονίσαμε δύο auditions. Στην πρώτη audition ήμουν πολύ νευρικός, ειλικρινά, δεν νομίζω ότι ήμουν αρκετά καλός, ωστόσο, καθώς πέρναγε η ώρα, συνειδητοποίησα ότι μπορώ πραγματικά να παίξω με αυτούς τους τύπους, η μουσική τους στην πρόβα ήταν περισσότερο εφικτό να αποδωθεί, ήταν πιο ανθρώπινη! Τελικά τα πήγα καλά, όπως και στην δεύτερη audition. H πρώτη μου συναυλία με τους Symphony X ήταν μπροστά από χίλιους ανθρώπους, στην Βραζιλία! Ήταν, όπως στην ταινία “Rock Star” (γέλια)!

 

Πέρυσι κυκλοφόρησες και το πρώτο solo album σου, υπό την επωνυμία Mike LePond’s Silent Assassins. Πώς και αποφάσισες να ξεκινήσεις τώρα την solo καριέρα σου;

Όπως παραδέχθηκα και πριν, η καρδιά μου ανήκει στο κλασικό heavy metal. Πάντα ήθελα να κάνω ένα solo album. Οι Symphony X κυκλοφορούν νέο δίσκο περίπου κάθε τέσσερα χρόνια, στο ενδιάμεσο, όταν είμαστε στο δρόμο, στo tour bus, συνθέτω τραγούδια, ξυπνάω το πρωί πριν τα άλλα παιδιά και γράφω στίχους. Όταν επομένως, τέλειωσαν οι συναυλίες για το “Iconoclast”, είχα ήδη έτοιμο όλο το album! Άρχισα στη συνέχεια, να ηχογραφώ, ο Michael Romeo ήταν πολύ καλός και μού έδωσε το προσωπικό του studio, στο σπίτι του, ώστε να γίνουν όλες οι ηχογραφήσεις. Δεν θα μπορούσα να το κάνω αυτό χωρίς τον Michael, o οποίος με βοήθησε με τα τύμπανα, έπαιξε όλα τα keyboards, έπαιξε κάποια lead κιθαριστικά μέρη και γενικά, συνέβαλε πάρα πολύ, ώστε το τελικό αποτέλεσμα να ακούγεται τέλειο. Ακόμη, συμφώνησα με κάποιους άλλους μουσικούς να παίξουν στον δίσκο, μουσικούς από το New Jersey, ένας μάλιστα από αυτούς τραγουδά τώρα στους Heathen’s Rage, μιλάω για τον Alan Tecchio. Τον Alan τον γνώρισα το 2010, μού άρεσε πολύ η φωνή του και τον καταχώρησα στο πίσω μέρος του κεφαλιού μου για μελλοντική συνεργασία. Όταν ήρθε η ώρα, τον προσέγγισα, άκουσε τη μουσική και του άρεσε πολύ, ήθελε πολύ να συνεργαστεί μαζί μου σ’ αυτό. Έκανε φανταστική δουλειά, έχει την ιδανική φωνή για αυτό, που ήθελα να κάνω. Στο album αυτό συμμετέχει και ο Metal Mike Chlasciak, που ως γνωστόν, έπαιξε στην μπάντα του Rob Halford, όταν ο τελευταίος έφυγε από τους Judas Priest. Είχα μαζί μου όλους αυτούς τους αμθρώπους μαί μου, είμαστε από τον ίδιο τόπο, συνεργαστήκαμε και βγήκε κάτι, για το οποίο είμαι περήφανος.

 

Ποιο album, από όλα όσα έχεις συμμετάσχει, είναι το αγαπημένο σου και γιατί;

(γέλια) Είναι δύσκολο να πω, καθώς όλα τα album αυτά είναι διαφορετικά μεταξύ τους. Τα χρόνια, που ήμουν στους Heathen’s Rage, ήμουν πολύ μικρός και διαλυθήκαμε, προτού ωριμάσουμε και μπορέσουμε να φτιάξουμε κάτι πραγματικά καταπληκτικό. Ωστόσο, μού αρέσει πάρα πολύ ό,τι έκανα με τους Heathen’s Rage. Από την άλλη, οι Symphony X είναι γνωστοί σε όλον τον κόσμο, αποτελούν ένα από τα καλύτερα progressive metal συγκροτήματα, που βγήκαν ποτέ. Τα albums, που έχουν κυκλοφορήσει είναι πάρα πολύ καλά. Όσον αφορά τους δικούς μου Silent Assassins, είναι τα δικά μου τραγούδια, χαίρομαι πολύ για το πώς βγήκαν. Επομένως, είναι δύσκολο να απαντήσω στην ερώτησή σου, όλα μού αρέσουν πολύ.

    

     Ποτέ δε γνώρισαν μεγάλη επιτυχία, αν και έχουν πλούσια δισκογραφία. Οι πιο πολλοί τους ξέρουν μόνο ως όνομα, αν και η μουσική τους έχει ποιότητα και ιδιαίτερο χαρακτήρα. Και στις τάξεις τους έχουν μία απίστευτη φωνή, που θυμίζει πάρα πολύ τον Dio. Μακάρι τα πράγμα να αλλάξουν για τους Astral Doors τώρα, που κυκλοφορούν το έβδομο album τους, το “Notes from the Shadows”. To Myth of Rock, που έχει σε μεγάλη εκτίμηση τη σουηδική μπάντα, δεν χάνει χρόνο και πιάνει κουβέντα με τον Nils Patrik Johansson (τη φωνάρα, για την οποία λέγαμε πριν!). Ο τελευταίος, λακωνικός και ετοιμόλογος, μας λέει ενδιαφέροντα πράγματα εισάγοντας μας στον κόσμο των Astral Doors!

Γεια σου, Nils! Ποια είναι τα συναισθήματα στο στρατόπεδο των Astral Doors τώρα, που κυκλοφορείτε το νέο σας album;

Νιώθουμε πολύ καλά! Οι οπαδοί φαίνεται ότι γουστάρουν τον νέο δίσκο και εμείς έχουμε ήδη αρχίσει να προβάρουμε τα νέα κομμάτια, ώστε να είμαστε έτοιμοι για τις επικείμενες συναυλίες.

Ποιες είναι οι φιλοδοξίες σας για το “Notes from the Shadows”?

Η αλήθεια είναι ότι δεν έχουμε καμία φιλοδοξία. Θέλουμε μόνον ο κόσμος να είναι ικανοποιημένος. Είναι μεγάλη υπόθεση να αρέσει ο δίσκος μας στους οπαδούς.

Έχουν περάσει πάνω από τρία χρόνια από την κυκλοφορία του “Jerusalem”. Πόσο διαφέρουν πλέον σήμερα οι Astral Doors;

Ο νέος δίσκος δεν διαφέρει και πολύ από τους προηγούμενούς μας. Έχουμε το δικό μας στυλ και δίνουμε στον κόσμο να ακούσει αυτό ακριβώς, που ξέρει και περιμένει από εμάς. Ας μην απατάται κανείς, δεν πρόκειται να αλλάξουμε ποτέ! Κοίτα ας πούμε τους AC/DC. Βγάζουν συνέχεια τον ίδιο δίσκο τα τελευταία 40 χρόνια! Αυτό σημαίνει ότι κι εμείς μπορούμε να κάνουμε το ίδιο για άλλα 30 χρόνια( γέλια)!

Πού έγινε η ηχογράφηση και η παραγωγή του “Notes from the Shadows”; Μπορείς να μάς περιγράψεις την όλη διαδικασία;

Ηχογραφήσαμε και κάναμε την παραγωγή στα δικά μας studios. Μετά πήραμε όλο το νέο υλικό και μπήκαμε στο Black Lounge, όπου ο Johans Kjellgren είχε την εποπτεία της μίξης και έκανε φανταστική δουλειά.

Ποιοι συνέθεσαν τα τραγούδια του νέου δίσκου; Τι σας δίνει έμπνευση για να γράψετε μουσική;

Γράφουμε όλοι μαζί τα τραγούδια κατά κύριο λόγο, αλλά οι βασικοί συνθέτες είμαστε εγώ, ο Johan Lindstedt (drums) και ο Joachim (Nordlund). Η μεγαλύτερη έμπνευσή μας είναι το heavy metal των 80's.

Πώς θα προσδιόριζες το μουσικό στυλ των Astral Doors; Εγώ προσωπικά θα έλεγα ότι παίζετε heavy metal με ‘70s και ‘80s hard rock/παραδοσιακού metal επιρροές. Συμφωνείς μαζί μου;

Σίγουρα. Η βάση είναι πράγματι το metal των ‘80s, αλλά και η χρήση του Hammond μας δίνει μις ‘70s πινελιά.

Κάποιοι λένε ότι στις ημέρες μας είναι δύσκολο να συνθέσει κανείς ενδιαφέρον και φρέσκο heavy metal. Λένε χαρακτηριστικά ότι σχεδόν όλα έχουν γραφθεί. Πώς βλέπεις το όλο ζήτημα; Συναντάτε δυσκολίες στην διαμόρφωση του προσωπικού σας στυλ; Τι είναι αυτό, που κάνει τους Astral Doors μοναδικούς;

Είμαι σίγουρος ότι όλοι αυτοί θα λέγανε ακριβώς το ίδιο πράγμα και πριν 200 χρόνια! Όλα έχουν γραφθεί (γέλια)! Αυτά είναι κουταμάρες. Η μουσική είναι συναίσθημα, είναι κάτι, που βρίσκεται μέσα σου… Τι μας κάνει ξεχωριστούς; Είναι απλό, άκου τη μουσική μας και μετά συνέκρινε μας με τα άλλα groups του σήμερα. Τότε θα καταλάβεις αν και πόσο ξεχωρίζουμ. Καμία άλλη μπάντα δεν ακούγεται σαν εμάς!

Τα τελευταία χρόνια πραγματοποιήσατε κάποιες αλλαγές στο line-up. Επίσης, μετακομίσατε σε νέα δισκογραφική εταιρεία. Πώς επηρέασαν όλες αυτές οι αλλαγες την μπάντα;

Δεν έχουμε επηρεαστεί κατά κάποιο τρόπο. Τουλάχιστον, με αρνητικό τρόπο. Ο Mika (Itȁranta), ο πρώην μπασίστας μας ήταν ο πρώτος, που άφησε την μπάντα, αλλά δεν ασχολούταν με τη σύνθεση τραγουδιών. Έτσι, φέραμε στη θέση του τον πάρα πολύ καλό μας φίλο Ulf Lagerström και όλα πήγαν περίφημα, καθώς ο Ulf είναι και εξαιρετικός συνθέτης. Ο Martin (Haglund) έφυγε από την μπάντα έξι μήνες περίπου μετά τον Mika. Κρίμα, αλλά έδωσε στον Joachim την ευκαιρία να βάλει και να ηχογραφήσει όλες τις κιθάρες μόνος του, πράγμα σπουδαίο, καθώς ο Joachim είναι ιδιοφυΐα στην κιθάρα. Αγαπάμε τον Mika και τον Martin πάρα πολύ, αλλά μάλλον είμαστε μι απιο δυνατή μπάντα χωρίς αυτούς. Όσον αφορά τώρα την αλλαγή εταιρείας, η πρώην εταιρεία μας, η Locomotive, ουσιαστικά χρεοκώπησε, έτσι οι άνθρωποι στο γερμανικό τμήμα της αποφάσισαν να δημιουργήσαν ένα νέο label, την Metalville. Μας ρώτησαν αν θα θέλαμε να ενταχθούμε στο δυναμικό τους και είπαμε ναι.

Οι στίχοι σας είναι occult. Σάς αρέσει να γράφετε στίχους για το καλό και το κακό; Αν ναι, γιατί;

Σίγουρα, μου αρέσει πάρα πολύ να γράφω στίχους για τέτοια θέματα. Εγώ γράφω όλους τους στίχους και θεωρώ πολύ metal την occult θεματολογία.

Όποτε η κουβέντα έρχεται στους Astral Doors, όλοι αναφέρονται στα φωνητικά σου, Nils. Θα συμφωνούσες με το ότι η φωνή σου είναι ένα από τα trademark της μπάντας; Και τι θα έλεγες σ’ αυτούς, που θεωρούν ότι τα φωνητικά σου πάσχουν από πρωτουπία λόγω των πολλών Dio επιρροών;

Πολύ περίεργη ερώτηση, αλλά θα την απαντήσω! Κοίτα, είμαι πολύ κολακευμένος που ο κόσμος με συγκρίνει με τον Dio! Ωστόσο, ακούγομαι πολύ περισσότερο metal και bluesy σε σύγκριση με τον Dio. Όσο κι αν μού αρέσει η φωνή του Dio, θα έλεγα ότι η φωνή μου έχει περισσότερες πλευρές. Άκου για παράδειγμα το ομώνυμο album των Civil War (project του Johansson με πρώην μέλη των Sabaton) και θα καταλάβεις. Στους Astral Doors έχω εκφράσει τις επιρροές μου από τον Dio και πιθανότατα ναι, η φωνή μου είναι το trademark των Astral Doors. Αλλά είμαστε η μόνη μπάντα, που δραστηριοποιείται στο ιδίωμα αυτό, έτσι θα ήταν χαζό να κάνουμε κάποια αλλαγή.

Τα keyboards ταιριάζουν πάρα πολύ στον όλο ήχο σας. Είναι σημαντικό για εσάς να έχετε και keyboards στη μουσική σας; Είναι εύκολο ή δύσκολο να συνδυάσετε τα heavy riffs με τα keyboards;

Φτιάχνουμε στην αρχή όλα τα τραγούδια χωρίς keyboards. Έπειτα, όταν όλη η μουσική είναι έτοιμη, με τα φωνητικά και τα πάντα, ο Jocke Roberg προσθέτει στην μαγεία των τραγουδιών με τα keyboards του, δίδοντας ένα ‘70s στυλ. Αλλά, για να είμαι ειλικρινής, κάποια τραγούδια είναι καλύτερα χωρίς keyboards (γέλια)! Μην το πεις στον Jocke (γέλια)! Σοβαρά τώρα, ο Jocke Roberg είναι ένας θεός των keyboards Ένας από τους καλύτερους μουσικούς με τους οποίους έχω δουλέψει.

Ένα από τα αγαπημένα μου κομμάτια στο “Notes from the Shadows“ είναι το “Die Alone”.

Μας αρέσει πάρα πολύ να φτιάχνουμε επικά τραγούδια και σ’ αυτόν τον δίσκο θέλαμε ένα πολύ μεγάλο σε διάρκεια τραγούδι. Έτσι συνθέσαμε το “Die Alone”, που ξεπερνάει τα 9 λεπτά. Η αλήθεια είναι πάντως ότι παρά την πολυπλοκότητά του, και αυτό το τραγούδι προέκυψε αβίαστα.

Έχετε ξεκινήσει να κάνετε τα πλάνα σας για κάποια περιοδεία;

Βέβαια, έχουμε ήδη κλείσει κάποια live και ανυπομονούμε πολύ, σίγουρα θα περάσουμε τέλεια!

Κατά το παρελθόν περιοδεύσατε με τους Blind Guardian. Τι θυμάσαι από το συγκεκριμένο tour;

Το μόνο πράγμα που θυμάμαι από την περιοδεία με τους Blind Guardian είναι ότι δε θυμάμαι τίποτα (γέλια)! Ήταν μια φοβερή περιοδεία με μια φανταστική μπάντα.

Ποια είναι η γνώμη σου για το internet και τα social media; Επηρεάζουν θετικά ή αρνητικά τις metal μπάντες;

Νομίζω ότι το internet και το Facebook ας πούμε μόνο θετική επίδραση έχουν. Είναι πολύ πιο εύκολο πλέον για τους οπαδούς να επικοινωνούν μαζί μας, άσε που μπορούμε να ενημερώνουμε τον κόσμο νωρίτερα. Γι΄αυτό, λοιπόν, … σε ευχαριστούμε Facebook (γέλια)!

Τέλος, θα ήθελα να στείλετε ένα μήνυμα στους Έλληνες οπαδούς σας.

Σας αγαπάμε και να ξέρετε ότι μαζί είμαστε πιο δυνατοί και από το ατσάλι! Τα χαιρετίσματά μου!

 Δημήτρης Ζαχαρόπουλος

 

     Στην εποχή μας η ακμή του progressive rock/metal έχει περάσει για τα καλά. Σήμερα αυτοί που δρουν στα πλαίσια του συγκεκριμένου ιδιώματος είναι μόνο οι πραγματικοί fans, όσοι έχουν το progressive στην καρδιά τους. Ένας τέτοιος λάτρης του έντεχνου ήχου είναι και ο Kavus Torabi, ο οποίος έρχεται για τα καλά στο προσκήνιο με τους KNIFEWORLD και το δεύτερο album τους, “THE UNRAVELLING”. Ο Βρετανός, με ιρανική καταγωγή, πολύ-οργανίστας μας προσφέρει πανέμορφη, προοδευτική rock μουσική και το Myth of Rock υπέκυψε στον πειρασμό να μιλήσει μαζί του για πολλά και διάφορα. Βουρ στο ψητό!

 

Γειά σου, Kavus. θα ήθελα να μάς περιγράψεις τις συνθήκες υπό τις οποίες σχηματίσθηκαν οι Knifeworld.

Είχα ηχογραφήσει ένα είδος solo album με τον τίτλο “Buried Alone: Tales of Crushing Defeat”, με μερικούς special guests, κυρίως την τραγουδίστρια Melanie Woods και τον drummer Khyam Allami. Αποφάσισα όμως να χρησιμοποιήσω το όνομα Knifeworld, όχι μόνον επειδή μού ακουγόταν καλύτερα από Kavus Torabi, αλλά και επειδή ένιωθα κάπως «εκτεθειμένος» να κυκλοφορήσω ένα solo album.

Τι σε έκανε να τρέψεις τους Knifeworld από ένα απλό project σε κανονική μπάντα;

Όταν το “Buried Alone …” κυκλοφόρησε το 2009, ρώτησα κάποιους από τους καλύτερους μου φίλους και μουσικούς αν ήθελαν να αποδώσουν τη μουσική ζωντανά. Επρόκειτο για ανθρώπους με τους οποίους είχα προηγούμενες εμπειρίες παίζοντας και περιοδεύοντας μαζί τους και οι οποίοι θεωρούσα ότι θα ταίριαζαν με αυτό, που προσπαθούσα να κάνω. Από τότε που αρχίσαμε να παίζουμε live, το project έγινε κανονική μπάντα.

Οι Knifeworld κυκλοφορούν τώρα το δεύτερο album τους, το “The Unravelling”. Πόσο διαφέρει ο ήχος του νέου album από τον ήχο του ντεμπούτου;

Πραγματικά, εξαρτάται. Νομίζω ότι, από την άποψη των αρμονιών και των μελωδιών, μπορεί κανείς να αναγνωρίσει εύκολα ότι πρόκειται για τους Knifeworld, ωστόσο, το “The Unravelling” ηχεί περισσότερο σαν το album μιάς μπάντας, που παίζει μαζί ζωντανά, σε αντίθεση με τον πρώτο δίσκο, που είναι περισσότερο στουντιακός. Έχουμε, εξάλλου, κυκλοφορήσει δύο EPs από τον καιρό του πρώτου album, επομένως μπορεί κανείς να δει την εξέλιξη της μπάντας. Θέλουμε πάντα αυτό, που κάνουμε, να είναι καλύτερο από ο,τιδήποτε έχουμε κάνει στο παρελθόν, νομίζω έτσι ότι το καινούργιο album λειτουργεί καλύτερα σαν σύνολο. Από την άλλη πλευρά, ποτέ δεν θα κυκλοφορούσαμε κάτι, αν δεν μας άρεσε! Αγαπώ όλα όσα έχουμε κάνει μέχρι σήμερα.

Ποιες είναι οι προσδοκίες για το “The Unravelling”; Πιστεύεις ότι είναι δύσκολο για μια progressive/ψυχεδελική μπάντα να έχει εμπορική επιτυχία;

Είναι δύσκολο να πω … Νομίζω ότι προφανώς είναι δύσκολο για αυτήν την progressive/ψυχεδελική μπάντα να είναι εμπορικά επιτυχημένη (σ.σ.: μιλά για τους Knifeworld, αστειευόμενος)! Εξαρτάται από το τι θεωρεί κανείς «επιτυχία». Αν εννοείς να κάνουμε την επιτυχία, που έχουν κάνει ας πούμε οι Queens of the Stone Age, τότε ναι, είναι σίγουρα απίθανο! Συγκροτήματα, ωστόσο, όπως οι Deerhoof ή οι Melvins, δεν ακούγονται σε κάθε σπίτι, αλλά φτιάχνουν μουσική, που ενδιαφέρει πολύ κόσμο, βάζοντας πάντα τους δικούς τους όρους στο «παιχνίδι». Προσωπικά προσπαθώ να γράφω την καλύτερη, περισσότερο ειλικρινή και ασυμβίβαστη μουσική, που μπορώ. Δεν έχω κατά νου να αρέσω στις μαζικές αγορές. Σίγουρα θα ήθελα να είχαμε πάρα πολύ μεγάλη επιτυχία, την επιτυχία εκείνη, που θα μού επέτρεπε να αφιερώνω περισσότερο χρόνο για να φτιάχνω μουσική! Δεν προσπαθώ να είμαστε στην αφάνεια! Στην τελική, είμαι ευγνώμων αν σε αρέσουμε σε κάποιους!

Πώς θα περιέγραφες την μουσική των Knifeworld σε κάποιον που δεν έχει την παραμικρή ιδέα πώς ακούγεται το progressive/ψυχεδελικό rock;

Είναι δύσκολο να απαντήσω σε αυτή την ερώτηση. Εξαρτάται από το πόσο σκαμπάζει κανείς από μουσικούς όρους. Θα έλεγα ότι φτιάχνουμε πυκνή, πολυρυθμική rock/pop μουσική, που ακολουθεί κατά κύριο λόγο τον λυδικό «τρόπο» και όχι τον συνηθισμένο πεντατονικό, blues τρόπο των περισσότερων pop/rock μουσικών. Τα τραγούδια μας έχουν έναν «εξερευνητικό» χαρακτήρα, βασίζονται στην μελωδία, έστω και αν κάποιες φορές πειραματιζόμαστε με την παραφωνία, όπως και στα ασυνήθιστα μέτρα. Η μουσική μας είναι παθιασμένη και ειλικρινής. Αν κάποιος δεν γνωρίζω μουσικούς όρους – και οι περισσότεροι δεν γνωρίζουν – θα αρκούμουν στο να του πω: «Είμαστε αρκετά παράξενοι, μάλλον δε θα σού αρέσουμε!».

Εσύ είσαι η κινητήρια δύναμη των Knifeworld. Είσαι και ο μόνος υπεύθυνος για τη μουσική και τους στίχους;

Ναι, κατά κύριο λόγο, αν και υπάρχει ένα μέρος στον νέο δίσκο, όπου συνεργάστηκα με τον Emmett Elvin, τον keyboard-ίστα μας.

Δώσε μας τις βασικές πληροφορίες για την διαδικασία ηχογράφησης και παραγωγής του “The Unravelling”;

Ο δίσκος ηχογραφήθηκε κυρίως στο Λονδίνο, στο Skyhenge, στο μικρό μου studio, που το έκτισα εγώ και η Melanie. Όπως συμβαίνει με όλο το υλικό των Knifeworld, εγώ ήμουν υπέυθυνος για την ηχογράφηση και παραγωγή του δίσκου, αλλά η μίξη έγινε από τον Bob Drake στο studio του (The Pyrenees). Η όλη διαδικασία πήρε πολύ χρόνο. Περισσότερο από τον συνηθισμένο. Είχα μία αρκετά καθαρή ιδέα για το πώς ήθελα να ακούγονται τα νέα τραγούδια και πολλά από τα μουσικά μέρη χρειάσθηκε να ηχογραφηθούν δύο και τρεις φορές, ώστε να ακουστούν σωστά στα αυτιά μου. Δεν είναι ότι τα μέρη αυτά είχαν αποδοθεί λάθος, απλά είχα στο μυαλό μου ένα πολύ συγκεκριμένο vibe, που ήθελά να διακατέχει όλον το δίσκο. Για παράδειγμα η Chloe (Herrington, πνευστά) είχε ηχογραφήσει ένα μέρος στο bassoon και ύστερα από έναν μήνα την πήρα τηλέφωνο και την ρώτησα αν μπορούσε να περάσει πάλι από το studio και να το ξαναηχογραφήσει, διότι δεν μού ακουγόταν ακριβώς, όπως ήθελα! Πραγματικά είμαι σίγουρος ότι τσαντίζονταν μαζί μου πίσω από την πλάτη μου, αλλά ποτέ τους δεν παραπονέθηκαν! Με ξέρουν καλά! Για να πω τα πράγματα με το όνομά τους, ηχογράφησα ξανά και ξανά τα φωνητικά μου και τα κιθαριστικά μου μέρη πολλές φορές! Δεν έχω καμία σχέση όμως με παραγωγούς, όπως ο Steve Albini. Όταν διαβάζω για τις βασανιστικές διαδικασίες, στις οποίες υποβάλλονταν για να φτιάξουν τα albums τους οι Steely Dan, σκέφτομαι ότι συγκριτικά με αυτούς, εγώ παίζω punk rock!

Οι τίτλοι των κομματιών σας είναι αρκετά περίεργοι! Πού αναφέρεστε στιχουργικά;

Αν θεωρήσουμε ότι το νέο μας album αναφέρεται σε ένα συγκεκριμένο θέμα, τότε αυτό είναι ότι σε κάποια ηλικία η ζωή τρέπεται σε μία διαδικασία συνεχούς απώλειας. Οι στίχοι των νέων κομματιών αναφέρονται ειδικότερα στα άσχημα γεγονότα, οποία συνέβησαν σε μένα και σε στενούς μου φίλους τα τελευταία πέντε, έξι χρόνια. Αναφέρονται σε μένα και στους φίλους μου. Όσοι με ξέρουν θα καταλάβουν αμέσως τις συγκεκριμένες αναφορές, ελπίζω πάντως ότι οι στίχοι είναι αρκετά γενικοί, ώστε όλοι να μπορούν να βγάλουν τα συμπεράσματά τους. Όλα τα τραγούδια μιλάνε για την απώλεια. Για την απώλεια και για το πώς να βρίσκεις μία διέξοδο από αυτήν.

Ποια συναισθήματά σου εκφράζεις μέσω των στίχων σου; Αλήθεια, πώς νιώθεις, όταν ακούς τα τραγούδια των Knifeworld;

Για μένα τα τραγούδια των Knifeworld είναι και χαρούμενα και μελαγχολικά. Ακόμα και αν εστιάσουμε μόνο στην μουσική. Είμαι σίγουρος ότι κάποια θα παραξενευτούν με αυτή μου την παρατήρηση, καθώς χαρά και μελαγχολία είναι αντίθετα συναισθήματα, μα ναι, είναι παράξενο! Νιώθω και τα δύο συναισθήματα σε καθημερινή βάση και θέλω αυτό να φαίνεται και στην μουσική μας, να βγαίνουν δηλαδή προς τα έξω όλα όσα συμβαίνουν στη ζωή, η χαρά, η ευτυχίαμ ο τρόμος και η λύπη.

Αν έχεις τη δυνατότητα να αλλάξεις κάτι στο “The Unravelling”, τι θα ήταν αυτό;

Ρώτα με σε δύο χρόνια! Έχοντας αφιέρωσει έναν ολόκληρο χρόνο δουλειάς πάνω σ’ αυτό, δεν μπορώ να το ακούσω άλλο πια!

Τα τραγούδια των Knifeworld είναι περίπλοκα με πυκνές ψυχεδελικές και progressive ενορχηστρώσεις, αλλά την ίδια στιγμή παρατηρεί κανείς πολλές πιασάρικες μελωδίες και pop σημεία. Τι πιστεύεις για την pop μουσική; Είναι δυνατόν ένας rock μουσικός να έχει pop επιρροές;

Οπωσδήποτε! Λατρεύω την pop μουσική. Θέλω να πω, οι The Beatles, οι Van Halen, οι The Ramones, οι Nirvana, τι είναι όλοι αυτοί; Pop ή rock; Για μένα το κριτήριο διαχωρισμού είναι το αν πρόκειται για καλή ή κακή μουσική. Η καλή μουσική είναι σαν την χημεία, σε αλλάζει. Ένα καλό τραγούδι είναι πάντα ένα καλό τραγούδι, άσχετα αν το έχουν ηχογραφήσει ο Miles Davis, οι Slayer, ο Captain Beefheart ή η Britney Spears! Δεν με ενδιαφέρουν τα ιδιώματα και το πώς δημιουργήθηκαν αυτά. Δεν με ενδιαφέρει αν ένα τραγούδι φτιάχθηκε σε έναν ηλεκτρονικό υπολογιστή ή από μία παρέα ανθρώπων, που έπαιξαν μαζί, δεν είναι σημαντικό αυτό. Το σημαντικό είναι να με συγκινεί ως μουσικό κομμάτι.

Θα περιοδεύσετε τώρα, που κυκλοφορήσατε το νέο σας album; Τι πρέπει να περιμένει κανείς από τα live των Knifeworld; Προσπαθείτε να μένετε πιστοί στις studio ενορχηστρώσεις ή σας αρέσει να πειραματίζεστε στην σκηνή και να παρουσιάζετε διαφορετικές εκδόσεις των τραγουδιών σας;

Κοίτα, ο λόγος, που θελήσαμε να είμαστε οκταμελής μπάντα, είναι για να μπορούμε να αποδίδουμε πιο καλά στη σκηνή τις δύσκολες ενορχηστρώσεις των τραγουδιών. Πιστεύω ότι το να παίζεις live και το να ηχογραφείς στο studio είναι δύο διαφορετικά πράγματα, δεν με ενδιαφέρει πολύ να προσπαθώ να ακούγονται και τα δύο με τον ίδιο τρόπο. Από εκεί και πέρα, προσπαθούμε να ακολουθούμε τις studio ενορχηστρώσεις, δεν επιμηκύνουμε τα τραγούδια με τζαμαρίσματα στη μέση των τραγουδιών ή παίζοντας με διαφορερικό στυλ απ’ ό,τι στους δίσκους. Μία μπάντα έχει πολύ μικρότερη εποπτεία των τραγουδιών της σε live περιβάλλον, και αυτό μας κάνει να αποδίδουμε με περισσότερο … τσαγανό. Θέλω οι άνθρωποι, που έρχονται στα live μας να φεύγουν χαρούμενοι. Είναι αρκετά φιλόδοξο να επιχειρείς να συντονίσεις μία ομάδα οκτώ μουσικών, ώστε να παίζουν τα τραγούδια του είδους μας, όταν ωστόσο, τα καταφέρνουμε, το συναίσθημα είναι μαγικό. Πραγματικά, δεν μπορώ να σκεφτώ άλλες μπάντες σαν εμάς.  

Πώς παίρνονται οι αποφάσεις σε μία μπάντα οκτώ μουσικών; Λειτουργείτε δημοκρατικά ή εσύ είσαι αυτός, που αποφασίζει;

Είμαι όλοι φίλοι, έτσι μιλάμε για τα πλάνα μας συνέχεια. Είναι πολύ δύσκολο να οργανώνεις τη διαδικασία της λήψης αποφάσεων, αλλά στην πράξη, όλοι συμμετέχουν στην κατάστρωση των σχεδίων.

Το 2013 έγινες μέλων των θρύλων του space rock, Gong. Πώς συνέβη αυτό;

Είχα μία σύντομη γνωριμία με τον Daevid Allen (σ.σ.: ιδρυτή και mastermind των Gong) το 2012. Τον επόμενο χρόνο οι Gong έδιναν live κοντά στο Hackney, όπου και μένω, μαζί με τον Marshall Allen των Sun Ra's Arkestra. Ο Daevid με ρώτησε αν θα ήθελα να έρθω στο live και μάλιστα να είμαι ένας από τους guest μουσικούς. Η αλήθεια είναι ότι είχα ήδη πάρει εισιτήριο! Πριν το live, λοιπόν, εκεί, που πίναμε μαζί ένα ποτό, μου λέει: «Το σκεφτόμουν αρκετά από τότε, που γνωριστήκαμε, θα ήθελες να παίξεις κιθάρα στους Gong;». Είμαι φανατικός οπαδός των Gong και είπα φυσικά ότι θα ήθελα πάρα πολύ! Του επισήμανα όμως ότι δεν με είχε ακούσει να παίζω και μού απαντά: «Δεν χρειάζεται, είναι σίγουρος ότι θα ταιριάζεις πολύ! Αισθάνθηκα το ίδιο, όταν γνώρισα τον Mike Howlett!». Του λέω τότε, «Ξέρεις, Daevid, δεν μπορώ να παίξω σαν τον Steve Hillage». Και μού λέει, «Δεν με νοιάζει τι δεν μπορείς να κάνεις, με νοιάζει μόνο τι μπορείς να κάνεις!».

Σε ευχαριστώ πάρα πολύ για τις απαντήσεις σου, Kavus! Υπάρχει κάτι, που θα ήθελες να προσθέσεις;

Όχι, όχι, σε ευχαριστώ! Διασκέδασα πολύ απαντώντας στις ερωτήσεις σου.

Δημήτρης Ζαχαρόπουλος

 

Page 3 of 3