Οι Spiritual Beggars δεν χρειάζονται ιδιαίτερες συστάσεις. Συνιστούν μία από τις σπουδαιότερες μπάντες του σημερινού ‘70s heavy rock ήχου, με μία σειρά από εκπληκτικά albums, που τους έκαναν αγαπητούς σε όλους τους φίλους του vintage σκληρού ήχου. Είναι το group, όπου ο μεγάλος Michael Ammot εκφράζει την πιο μελωδική του πλευρά, μια παρέα παλιοροκάδων, που συχνά βρίσκεται, για να ξεδώσει και να επισκεφθεί ξανά τις μουσικές της ρίζες. Κάπως έτσι προκύπτουν κορυφαία albums όμως, και τώρα στη διάθεσή μας βρίσκεται το μεθυστικό “Sunrise to Sundown” album. Το Myth of Rock εκθείασε τον νέο δίσκο των Spiritual Beggars και έσπευσε να μιλήσει με τον drummer της μπάντας, Ludwig Witt. H κουβέντα ήταν εξαιρετική και μας την παραθέτει ο Αντώνης Μαντζαβίνος!

Καλησπέρα Ludwig! Χαίρομαι που είσαι μαζί μας για τη συνέντευξη και σε ευχαριστώ πάρα πολύ για το χρόνο σου, έχω πολύ καιρό να σε δω, και να σε ακούσω φυσικά, από την προηγούμενη φορά που ήρθες στην Ελλάδα με τους Grand Magus αλλά και με τους Spiritual Beggars.

«Καλησπέρα από το Halmstad! Μόλις τελειώσαμε τις πρόβες για την περιοδεία των Spiritual Beggars από βδομάδα (σ.σ.: η συνέντευξη πραγματοποιήθηκε τα τέλη Μαρτίου), ξεκινάμε να παίζουμε και έτσι δεν έχουμε πολύ ελεύθερο χρόνο αυτές τις μέρες, αλλά χαίρομαι που μιλάω με Ελλάδα! Προβάρουμε και αύριο απόγευμα, και μετά full throttle για την περιοδεία μας, και είμαι πολύ χαρούμενος για αυτό. Δεν έχουμε κλείσει ακόμα ημερομηνία για Ελλάδα, αλλά ελπίζω και ανυπομονώ ότι αυτό θα γίνει και θα ανακοινωθεί σύντομα»

Ας ξεκινήσουμε με τα πιο φρέσκα νέα: νέος δίσκος Spiritual Beggars. Θα θέλαμε να μας δώσεις μερικές πληροφορίες για την ηχογράφησή του. Πώς δημιουργήθηκε το “Sunrise to Sundown

« Όλα τα albums μας ξεκινούν από μένα και τον Michael (Amott), που τζαμάρουμε, συνθέτουμε, παίζουμε μαζί και γράφουμε σχεδόν τα πάντα, όλες τις ιδέες που έχουμε. Μετά ο Michael κάνει ένα fine tuning μόνος του και τα ξαναδουλεύουμε μαζί. Αυτή τη φορά όμως, εγώ έγραψα μόνος μου δύο νέα τραγούδια για το δίσκο, και επίσης έκατσα μόνος μου και τα έγραψα, παίζοντας κιθάρα αλλά και drums στο προβάδικό μας - επίσης έγραψα και στίχους, οπότε αυτό είναι ένα πολύ ενδιαφέρον χαρακτηριστικό του δίσκου. Βοηθάει και το γεγονός ότι εγώ, ο Michael και ο Apollo (Papathanasio, φωνητικά) μένουμε πάρα πολύ κοντά, σε απόσταση με τα πόδια, οπότε έχουμε την ευκαιρία να δουλεύουμε αρκετά μαζί. O Sharlee (D’ Angelo, μπάσο) μένει στο Göteborg και ο Per (Wiberg, πλήκτρα) στη Στοκχόλμη, κάτι που δεν βοηθάει στο να βρισκόμαστε και οι πέντε, αλλά θα έλεγα ότι το καταφέρνουμε σε αρκετά ικανοποιητικό βαθμό»

Έχω παρατηρήσει (από την προηγούμενη φορά που βρεθήκαμε στην Αθήνα) ότι έχεις tattoo στα δάκτυλα των χεριών σου την λέξη “Hard Road” που είναι και τραγούδι του νέου δίσκου. Να υποθέσω ότι είναι ένα από τα 2 κομμάτια που έγραψες; Θέλεις να μας πεις μερικές λεπτομέρειες;

«Όταν έκανα το tattoo αυτό, δεν ήθελα να κάνω κάτι που να είναι και πάρα πολύ συνηθισμένο. Δανείστηκα, ας το πούμε έτσι, τις λέξεις από το δίσκο των John Mayall & the Bluesbreakers “Hard Road”, που μου αρέσει πολύ και έτσι προέκυψε. Τώρα για το τραγούδι που έγραψα εγώ, για μένα έχει να κάνει με το να επιστρέφω σπίτι, έχοντας λείψει για μεγάλο διάστημα, για τις δυσκολίες που αντιμετωπίζεις, όταν προσπαθείς να αντιμετωπίσεις διάφορους εθισμούς ενδεχομένως ή να αντιμετωπίσεις τους δαίμονές σου»

Προσωπικά ο νέος δίσκος μου αρέσει πολύ, έχει την ταυτότητα και τα στοιχεία της μπάντας και του κάθε μέλους ξεχωριστά και φυσικά, το πώς ο καθένας από σας συμβάλλει σε αυτό με το δικό του ξεχωριστό τρόπο. Θα ήθελες να μας πεις, για πιους λόγους αυτός ο δίσκος είναι ξεχωριστός για σένα;

«Είναι ξεχωριστός κατ αρχάς για το γεγονός ότι έγραψα δύο τραγούδια - πέρα από το προαναφερθέν “Hard Road”, και το “Southern Star”, το οποίο έγραψα για ένα φίλο μου από τη νότια Σουηδία που «έφυγε» πρόσφατα. Είναι πολύ προσωπικό τραγούδι και πολύ συναισθηματικός δίσκος αυτός γενικότερα, καθώς ήταν ένας πάρα πολύ κοντινός μου φίλος, που έπαιζε μπάσο σε μια τοπική μπάντα και ο χαμός του είναι μεγάλη απώλεια για μένα, οπότε και μόνο αυτό το γεγονός κάνει το δίσκο αρκετά ξεχωριστό»

Οι Spiritual Beggars έχουν πρωτοστατήσει στο παρελθόν στη γενικότερη heavy rock σκηνή, η οποία εδώ και κάποια χρόνια ανθεί. Πώς βλέπεις την εξέλιξη της μπάντας όλα αυτά τα χρόνια και μέσα στο γενικότερο heavy rock μουσικό στερέωμα;

«Θεωρώ ότι πάντα παίζαμε τη μουσική που μας άρεσε και δεν κοιτούσαμε, τι είναι π.χ. της μόδας, ή τι θα μας κάνει πιο cool, πιο γνωστούς κτλ. Όταν είχαμε ξεκινήσει τα πρώτα δύο χρόνια, πολύς κόσμος δεν είχε ακόμα αντιληφθεί τι παίζαμε, πολλοί αναρωτιούνταν τι ακριβώς ήταν αυτό, και μετά στο τέλος των ‘90s όλο αυτό είχε ήδη φουντώσει αρκετά. Τότε δεν ήμασταν, όπως είναι τώρα οι Blues Pills για παράδειγμα, και ίσως δεν είχαμε την ανταπόκριση ή αναγνώριση που ενδεχομένως θα θέλαμε. Αλλά πάντα παίζαμε τη μουσική που πραγματικά γουστάραμε και θεωρώ ότι ο κόσμος το αναγνωρίζει αυτό. Ποτέ δε σκεφτήκαμε αρνητικά και πάντα κοιτούσαμε μπροστά»

Ποια είναι η πιο παλιά, η πρώτη ανάμνηση που έχεις από τη μπάντα;

«Δύσκολη ερώτηση… Νομίζω ότι η πρώτη φορά που συνάντησα τον Michael ήταν στο festival Roskilde, στη Δανία, το 1992. Εκείνος ήταν εκεί ως οπαδός που πήγε να παρακολουθήσει το festival, με έναν φίλο δικό μου από το Halmstad, είχαν πάει μαζί. Εγώ είχα μόλις γυρίσει από το Los Angeles, όπου είχα πάει, για να σπουδάσω drums για ένα χρόνο σε ένα μουσικό σχολείο (PIT), και βρεθήκαμε, λοιπόν, στον ίδιο χώρο. Ο κοινός μας φίλος μας σύστησε και μου είπε ότι ο Michael έψαχνε για drummer, για να φτιάξει νέα μπάντα, οπότε, έτσι, ξεκινήσαμε να μιλάμε. Και τότε φυσικά, δεν υπήρχε internet, δεν υπήρχαν κινητά και διάφορα applications (γέλια)! Αμέσως καταλάβαμε ότι έχουμε κοινά μουσικά ενδιαφέροντα και ανταλλάξαμε τηλέφωνα, ώστε να είμαστε σε επαφή. Εγώ τότε έμενα στο Malme και ο Michael στο Halmstad. Έπαιζα με αυτόν τον κοινό μας φίλο (ήταν κιθαρίστας) σε μία cover band, διασκευάζοντας τραγούδια του Lenny Kravitz, των Whitesnake κ.ά. σε διάφορα μαγαζιά, όπως το Powerhouse … Ωραίες εποχές, φίλε μου … Και ξεκίνησα να είμαι στους Beggars …»

Δράττοντας της ευκαιρίας για το παρελθόν, μιας και μιλάμε γι’ αυτό, η αγαπημένη μου φωτογραφία της μπάντας, είναι αυτή που βρίσκεται στο εσώφυλλο του “Mantra III” album, όπου βρίσκεστε οι τρεις σας στο δάσος, μια πολύ χαρακτηριστική φωτογραφία της εποχής. Έχετε συζητήσει ποτέ κάποιο reunion είτε με τον Spice είτε με τον JB; Θα θέλατε να το κάνετε αυτό κάποια στιγμή;

«Χαχα, είναι πολύ ωραία φωτογραφία και θυμάμαι τη στιγμή της φωτογράφισης! Βασικά, δε νομίζω ότι τώρα τρέχει λόγος να κάνουμε οποιοδήποτε reunion. Είμαστε πάρα πολύ ευχαριστημένοι με τον Apollo, κάνει φανταστική δουλειά μαζί μας, και δε νομίζω ότι θα θέλαμε τώρα να μπούμε σε μια τέτοια διαδικασία. Και να σου πω και κάτι … κάποια στιγμή που ήμασταν στη Γαλλία για ένα festival, έπαιζαν τότε και οι Grand Magus εκεί, και ο JB ανέβηκε στη σκηνή για να πει 2-3 τραγούδια μαζί μας, ήταν μια πολύ ωραία στιγμή. Θα μού πεις, και οι Arch Enemy έκαναν κάτι παρόμοιο με τους Black Earth. Αλλά όχι, δεν είναι στο μυαλό μας αυτό»

Θα θέλαμε να μας πεις ορισμένα ξεχωριστά και αγαπημένα για σένα τραγούδια των Spiritual Beggars.

«Δύσκολη ερώτηση, αλλά και καλή ερώτηση …! Λοιπόν, μού αρέσει το “Left Brain Ambassadors”, όταν το παίζαμε με το Spice ήταν τόσο ωραίο! Αλλά και το “Lunatic Fringe” από το “On Fire” album, το οποίο έχει τρία διαφορετικά μέρη, και είναι τόσο διαφορετικό και ξεχωριστό, με πολύ ωραία bluesy χροιά»

Αν είχες να διαλέξεις 2-3 ιδιαίτερες συναυλίες που έχεις συμμετάσχει με τους Spiritual Beggars, ποιες θα ήταν αυτές και γιατί;

«Κι άλλη δύσκολη ερώτηση … Πολύ παλιά, αυτή που διαφέρει, είναι η πρώτη μας με τον Per στα πλήκτρα, νομίζω στην Αγγλία, σε μία pub με το όνομα “Bullet Gig”, αυτή θυμάμαι πάρα πολύ χαρακτηριστικά. Τότε, ταξιδεύαμε την ίδια μέρα και υπήρχε πολύ αλκοόλ στο αεροπλάνο, πίναμε άφθονο gin tonic και περνάγαμε πολύ ωραία! Η συναυλία αυτή ήταν στο Λονδίνο τελικά. Αλλά και στην Ιαπωνία, συμμετέχοντας σε συναυλίες στο Loud Park, είναι κάτι το ξεχωριστό»

Και ποια από τις τέσσερις συναυλίες στην Ελλάδα σού άρεσε πιο πολύ;

Οι δύο πρώτες σίγουρα! Και ιδίως η πρώτη με τον Spice, καθώς όλοι μας, και το κοινό και το συγκρότημα είχαμε πολύ ενέργεια και τα δώσαμε όλα! Αλλά και η δεύτερη με τον JB. Επίσης, και η πρώτη που παίξαμε με τον Apollo, ήταν και η πρώτη που παίξαμε ποτέ μαζί του, ξεχωριστή και αυτή!

Έχεις επίσης συμμετάσχει στους Firebird, στους Shining αλλά και στους Grand Magus. Θα ήθελες να μας πεις δυο λόγια για τις μπάντες αυτές;

«Με τον Bill Steer (Carcass, Firebird, κλπ) μιλάμε συχνά και τον συναντώ, όταν είμαι στο δρόμο, αλλά δεν υπάρχει κάτι στα σκαριά και δεν ξέρω τι θα γίνει τελικά με την μπάντα. Στον πρώτο δίσκο των Firebird (σ.σ.: ομώνυμος) το μίγμα ήταν ιδιαίτερο: μπασίστας των Cathedral, drummer των Beggars και κιθαρίστας των Carcass, wow! Αγαπημένο μου album είναι τo δεύτερο (“Deluxe”) αλλά φυσικά, και το πρώτο. Πάντα με αυτήν την μπάντα δυσκολευόμασταν με το promotion, και με όλα, ποτέ δεν ήταν στρωμένα τα πάντα με κόκκινο χαλί. Δεν ξέρω γιατί … Με τους Shining, υπάρχει η εξής «συγκυρία»: η τότε κοπέλα μου ήταν φίλη με τον Niklas Kvarforth, αρχηγό της μπάντας, και έγινα κι εγώ πολύ καλός φίλος του. Του άρεσε το drumming μου στους Beggars, και με ρώτησε: «Θέλεις να παίξεις drums στην μπάντα μου;». Τότε, να σου πω την αλήθεια, δεν ήξερα καν τη μπάντα, χαχαχα! Και δεν μπορώ να πω ότι είμαι fan του είδους που παίζουν. Ήταν δύσκολο στην αρχή, όταν μου έδωσε τα κομμάτια που έπρεπε να μάθω να παίζω, ήταν πραγματικά αστείο για μένα, που δεν είχα επαφή με το είδος αυτό! Και επιπρόσθετα, μόλις είχε αποχωρήσει ο Hellhammer! Οπότε, όπως καταλαβαίνεις, είχα πάρα πολύ δύσκολο έργο! Το λιγότερο που μπορώ να πω είναι ότι είχε διαφορετικό τελείως παίξιμο από μένα! Αλλά είμαι περήφανος για ό,τι έκανα με τους Shining. Με τους Grand Magus ήταν πολύ εύκολο, βασικά. Αφού έφυγε από τους Beggars, πάντα κρατούσαμε επαφή και μιλάγαμε. Τότε, ήμουν σε περιοδεία με τους Shining και μου ζήτησε να παίξω drums μαζί τους, γιατί ο Sebastian είχε αρρωστήσει και δεν μπορούσε. Αλλά κι εγώ μετά από την περιοδεία με τους Shining, έβγαινα σε περιοδεία καπάκι με τους Beggars. Συνέβη τότε το tsunami, η περιοδεία ακυρώθηκε, αλλά μετά, όταν ο Sebastian (Sippola, τύμπανα) αποχώρησε, μιλήσαμε ξανά και εντάχθηκα στην μπάντα. Ήμουν fan τους πολύ πριν αναμειχθώ και παίξω, και μάλιστα ο αγαπημένος μου δίσκος μάλλον είναι το “Iron Will”!»

Θα ήθελες να μας πεις τους αγαπημένους σου drummers;

«Πάλι δύσκολη ερώτηση! Μάλλον θα έλεγα τον Phil Rudd, την πρώτη εποχή με τον Bon Scott, με το απλό μεστό του παίξιμο! Τα απλά είναι και αυτά που μου αρέσουν πιο πολύ, να ξέρεις! Φυσικά οι Ian Paice, Carmine και Vinnie Appice, Brian Downey είναι μερικοί άλλοι!»

Ακούς καθόλου νέα συγκροτήματα, νέους δίσκους που βγαίνουν στην κυκλοφορία;

«Δεν ακούω πολύ νέο υλικό, αλλά θέλω να πω ότι μου αρέσουν πολύ οι δύο τελευταίοι δίσκοι των Europe! Δεν ήμουν ποτέ οπαδός τους, μέχρι που έφτασαν αυτοί οι δίσκοι, οι οποίοι είναι φανταστικοί!»

Κάποιο μήνυμα για τους Έλληνες οπαδούς σας;

«Ανυπομονούμε να έρθουμε και να παίξουμε παλιό αλλά και νέο υλικό σύντομα! Cheers! Ευχαριστούμε για την υποστήριξη και ελπίζω να σας αρέσει ο νέος δίσκος! Θα τα πούμε και με τους Beggars και με τους Grand Magus

Σε ευχαριστώ πάρα πολύ για το χρόνο σου και ελπίζω να τα πούμε πολύ σύντομα!