“It's beyond heavy metal, punk and new wave”

     Ας μιλήσουμε για δυο τύπους από το Los Angeles των αρχών της δεκαετίας του ‘80. Είναι οι κύριοι Gary Dobbins και Bill Irwin. Παίζουν κιθάρα με ολίγη από πλήκτρα. Ακούνε ό,τι μουσική βρουν, ανεξάρτητα από που μπορεί αυτή να προέρχεται. Με ό,τι αυτό συνεπάγεται. Ανήκουν στη γενιά που βλέπει KISS ζωντανά και νομίζει πως είδε ... τον Θεό τον ίδιο, επηρεάζονται αναπόφευκτα από το punk, πρωτοακούνε Rush και λένε “ουάου”. Οι AC/DC τους γοητεύουν μουσικά και στιχουργικά, ενώ είναι αρκετά ανήσυχοι, ώστε να ενσωματώνουν ετερόκλητες επιρροές στη μουσική τους, σχεδόν ανεπαίσθητα. Με λίγα λόγια, είναι ευερέθιστοι τύποι σε μια εποχή και πόλη, που τα ερεθίσματα γύρω τους είναι τόσα πολλά και ενδιαφέροντα, που όχι μόνο δεν υπάρχει χρόνος φιλτράρισμα αυτών, αλλά ούτε και διάθεση. Ευτυχώς.

     Κάπου στο 1983, οι δυο αυτοί φίλοι αποφασίζουν να γράψουν μουσική και καλούν τους Bruce Duff και David Buzzelli, για να αναλάβουν φωνητικά/μπάσο και τύμπανα αντίστοιχα σε αυτό το νέο project. Η παρέα μεγαλώνει και αντίστοιχα διευρύνεται η ήδη πλατιά δεξαμενή ιδεών, ακουσμάτων, νοοτροπιών και χαρακτήρων.

     Μια παρέα, πλέον, λοιπόν, με πακτωλό ιδεών που θέλουν να βγουν προς τα έξω, ιδανικά διαφορετικής αντίληψης διαφόρων πραγμάτων μα κοινής γραμμής όσον αφορά το χιούμορ, ξεκίνησαν να γράφουν τραγούδια, τα οποία παίρνουν τόσο σοβαρά όσο αυτά ... ακούγονται. Όχι πως τα μέλη της ήταν γνωστά για τη σοβαρότητά τους ... τουλάχιστον όσον αφορά τη μουσική τους πορεία, την οποία μπορούμε να γνωρίζουμε. Ο Dobbins αλλάζει το όνομά του στο πιο καλλιτεχνικό και σχεδόν “πορνοσταρικό” Ray Violet, ο Buzzelli γίνεται ο πομπώδης Doctor Stixx και ξεκινούν να παίζουν riffs ο ένας στον άλλον. “Ώπα, γαμάτο αυτό” λένε για ένα από αυτά, το οποίο μετατρέπεται στο “End Of Time”, το οποίο, πέραν από το πιο γνωστό τους τραγούδι, κινεί την περιέργεια του Brian Slagel αρκετά, για να αποφασίσει να το στριμώξει στη συλλογή “Metal Massacre V” (παρέα με Metal Church, Omen, Voivod, Fates Warning και άλλους).

Fun At The Funeral

     Σιγά – σιγά οι Jesters συνεχίζουν το γράψιμο τραγουδιών με τους Bruce Duff και Violet να γίνονται, λίγο – πολύ, οι κύριοι υπεύθυνοι για τις συνθέσεις. Ο drummer Louie Schilling αντικαθιστά τον Stixx και ολοκληρώνονται τα τραγούδια του μοναδικού ολοκληρωμένου άλμπουμ της μπάντας, του “Fun At The Funeral”. Βέβαια, χρησιμοποιούμε τον όρο μπάντα, ενώ κάλλιστα θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για ένα μικρό τρελοκομείο, τουλάχιστον όσον αφορά το ποιοι άφησαν τις πινελιές τους στον εν λόγω δίσκο. Αλλά ας ξεκινήσουμε με τη μουσική αυτή καθαυτή.

     Ρίξτε μια ματιά στον πρώτο υπότιτλο του κειμένου. Πρόκειται για τον δεύτερο στίχο του “Fun At The Funeral”, μια πρόταση, που ίσως περιγράφει το όραμα των ανθρώπων του συγκροτήματος, όσον αφορά το μουσικό τους ιδεατό εκείνη την εποχή. Έτσι τουλάχιστον μαρτυρά ο ήχος του άλμπουμ. Καταρχήν γίνεται φανερό το μεγάλο χρονικό διάστημα, στο οποίο γράφτηκαν τα κομμάτια, μιας και έχουν ελάχιστες ομοιότητες μεταξύ τους όσον αφορά τη δομή και και τον προσανατολισμό τους. Οι σταθερές στο άλμπουμ είναι ελάχιστες και έχουν να κάνουν με την αγάπη των Violet και Duff για πιο γκαραζ-ε “βαρύ hard rock” παρά heavy metal κιθαριστικό ήχο, αφορούν σίγουρα μια δόση punk ευθύτητας που ήταν αδύνατο να αγνοήσουν και ολοκληρώνονται με τον αυθορμητισμό, ο οποίος είναι διάχυτος ακόμα και όταν αποφασίζουν να ξεφύγουν από τη heavy metal βάση τους. Γιατί ναι, ο δίσκος ουσιαστικά είναι metal ή αν προτιμάτε “alternative metal”, όπως χιλιοχαρακτηρίστηκε, όταν κυκλοφόρησε.

     Δεν είναι τυχαίο, πάντως, το γεγονός πως το τραγούδι που ανοίγει το άλμπουμ, το “Diggin’ That Grave” είναι και το πρώτο, που έγραψε η μπάντα. Στακάτο και διαφορετικό heavy metal μεσαίων ταχυτήτων με σχεδόν ανθεμικό χαρακτήρα, από το κυρίως riff μέχρι και το refrain. Κομμάτι για club και πολύ άνετα μάλιστα. Βέβαια στη μέση του κάπου χάνεται η μπάλα εν μέσω μερικών ... space ήχων στα πλήκτρα και μια ανώμαλης lead μελωδίας στην κορυφή τους. Μού θυμίζει έντονα μια μεταγενέστερη προοδευτική μπάντα από το San Diego αυτό το σημείο, και σταματαώ εδώ, για να μην ξεφύγω.

     Όμως, ενώ οι κιθαριστικές μελωδίες και τα riffs κυλάνε τόσο νεράκι, λόγω απλά ατελείωτης έμπνευσης, παράλληλα εκφράζεται και η αντιφατική διάθεση, που είχαν συνθετικά οι Duff/Violet. Στο “Ι Hate Bruce” έχουμε μεν και το πλέον θυμωμένο (μάλλον «γκρινιάρικο») άσμα του δίσκου, αφού ο Violet το έγραψε για τον Duff, που δεν τον άφηνε να βλέπει τηλεόραση και να πίνει μπύρες, γιατί ήθελε να δουλέψει στα τραγούδια. Εξού και το Motörhead-ικό refrain και η επανάληψη του τίτλου, λες και κάποιος κουνάει το δάχτυλο.

     Από εκεί και πέρα, κάθε τραγούδι διαφέρει εξαιρετικά από τα υπόλοιπα. Το είπαμε και πριν. Το “End Of Time” είναι ίσως ό,τι πιο κοντά στο heavy metal της εποχής με απολαυστική κιθαριστική δουλειά και leads (εμένα μου θυμίζει και Hawkwind, … εμένα έτσι;) Υπάρχει και το “Happy Times”, το οποίο ηχεί σαν ανέμελο pop/rock ύμνο κατευθείαν για ταινία του John Hughes, αλλά στιχουργικά καταστρέφει πανέμορφα την χαμογελαστή μουσική του εικόνα, ενώ στο τελείωμα του “God Told Me To” ακούς και μια μελωδία από το “Eleanor Rigby”, γιατί ... έλα ντε!

     Σε πλήρη αρμονία με τις εκάστοτε διαφορετικές μουσικές προσταγές, είναι και οι ερμηνείες του Bruce Duff: άλλοτε φωνάζει, παρά τραγουδάει, συχνά συμπεριφέρεται φωνητικά σαν να έχει κοινό δεκάδων χιλιάδων από κάτω του, καμιά φορά σαν να μιλάει μόνος του σε μια γωνιά στο δωμάτιο του, αραιά σαν να απευθύνεται όντως σε κάποιον. Ανάλογος και ο τόνος της φωνής του: από ειρωνικός και αυτοσαρκαστικός έως ... εορταστικός και πανηγυρικός. Και μιας και μιλάμε για πανηγύρια ...

     Οι Violet και Duff δεν ήταν μόνοι τους στον δίσκο. Άλλο ... φρούτο ο lead κιθαρίστας Eric Carlson, δηλαδή ο ... Sickie Wifebeater (πάρε ψευδώνυμο) των Mentors. Παρεπιπτόντως, και ο Violet είχε εμπειρίες στην άρρωστη παρέα των Mentors. Τίποτα δεν είναι τυχαίο τελικά. Ούτε το γεγονός του ότι ο Bruce Duff έχει βάλει φαρδιά πλατιά την υπογραφή του στο “Hollywood” των ολίγων τι μουρλών και σίγουρα ατελείωτα χαμαιλεοντικών Φιλανδών Circle. Όλως ... τυχαίως (πάλι) η πρώτη επανακυκλοφορία του “Fun At The Funeral” σε cd έγινε πραγματικότητα από την εταιρία Ekto!, η οποία έχει κυκλοφορήσει δίσκους των Circle. Α, o Duff έχει παίξει και κιθάρα/μπάσο στο “Thor Against The World” του γνωστού Thor. Ανήσυχος, το είπαμε.

     Νορμάλ παραφωνία αποτελεί ο ντράμερ στον δίσκο, Louie Schilling ο οποίος ήταν μάλλον καλό παιδί (“beach boy” κατά τον Duff), γι’ αυτό και τραβήχτηκε μακριά από τις επικίνδυνες πορείες των υπολοίπων.

 

To εξώφυλλο

     Το μόνο πράγμα, στο οποίο δεν παραπέμπει το εξώφυλλο, είναι το U.S. metal (οποιασδήποτε κατηγορίας) της εποχής. Μινιμαλιστικό με ένα σχέδιο, το οποίο θα μπορούσε να είναι καρέ από κάποιο κόμικ, ή ακόμα και μέρος από ένα στριπάκι εφημερίδας. Σίγουρα πάντως, όχι αυτό που θα περίμενε να δει κάποιος στη heavy metal ενότητα του αγαπημένου του δισκάδικου το 1986. Όπως και να έχει, αντικατοπτρίζει πλήρως τη μουσική από κάθε δυνατή άποψη. Άλλωστε, αν έπρεπε να βάζαμε μια ταμπέλα “διάθεσης” πάνω στο άλμπουμ, αυτή θα έγραφε “μαύρο χιούμορ”.

Το μετά

     Ένα χρόνο μετά το “Fun At The Funeral”, οι Jesters Of Destiny κυκλοφόρησαν μια συλλογή με διασκευές (από Little Richard μέχρι Black Sabbath) με τον τίτλο “In A Nostalgic Mood”, γαμιστερό εξώφυλλο και αυτό ήταν. Πάπαλα. Ο καθένας τράβηξε τον δρόμο του.

     Ποιους επηρέασαν οι Jesters Of Destiny; Ειλικρινά, είναι δύσκολο να απαντήσουμε σε αυτό. Άμεσα, μάλλον λιγοστούς, μιας και η δημοτικότητά τους κυμάνθηκε σε εξαιρετικά χαμηλά επίπεδα, ώστε να θεωρηθούν ... εμπνευστές άλλων μπαντών. Τουλάχιστον αν μιλάμε για γνωστές μπάντες. Βέβαια, το γεγονός ότι περιόδευσαν με τους Jane’s Addiction πριν καν οι τελευταιοι δισκογραφήσουν σε συνδυασμό με τα συγγενικά σημεία στους ήχους τους, ίσως και να μην είναι τυχαία. Ίσως …

     Έμμεσα; Να μια ωραία ιστορία. Δείτε το εξώφυλλο του “Beileid” των Γερμανών Bohren & Der Club Of Gore. Οι τύποι παίζουν κάτι που ονομάζεται “ambient/jazz”. Καλά έως εδώ;

     Δώστε βάση τώρα: στη συγκεκριμένη κυκλοφορία φιλοξενείται μια διασκευή στους ... Warlock (ναι, τους Γερμανούς της Doro), στην οποία τραγουδάει ... ο Mike Patton των Faith No More. Οι συγκεκριμένες συμπτώσεις παραείναι ... συμπτωματικές, έτσι;

     Κλείνουμε την παραπάνω παρένθεση. Όσο και να ψάξετε, δύσκολα θα βρείτε ίχνη των Jesters Of Destiny σε άλλες heavy metal μπάντες, γιατί απλούστατα κανείς δεν ηχεί σαν αυτούς.

     Και τώρα θα μου πεις ... τι το ΤΟΣΟ σπουδαίο έχει αυτή η μπάντα, ώστε να γράφεις όλα αυτά. Εκτός από τη δισκάρα που έβγαλαν, εννοείς; Είναι απλά τα πράγματα. Σε αυτόν τον δίσκο καθρεφτίζεται η πιο αθέατη πλευρά του αμερικάνικου heavy metal κόσμου. Αντιτουριστική, μιας και δεν τη ένοιαξε να προσελκύσει κάποιον, με στραβή μουτσούνα, αφού η λέξη “πόζα” της είναι άγνωστη (ΟK, τα μαλλιά τους είναι τα τυπικά της εποχής, αλλά μάλλον τα κομμωτήρια στο L.A. δεν ήξεραν άλλο) και υπερβολικά ιδιαίτερη, για να μπει σε οποιοδήποτε καλούπι.

Αντώνης Στρογγυλάκης

 Υ.Γ.: Δεν θα κουραστείς ιδιαίτερα να βρεις το “Fun At The Funeral” και, το σημαντικότερο, δεν θα το ακριβοπληρώσεις, ειδικα το βινύλιο της Roadrunner.

 

 

Page 3 of 5