από τον Γιώργο Αράπογλου

 

     Από καιρό βασάνιζα το νου μου να βρω ένα αγαπημένο γκρουπ να κάνω ένα αφιέρωμα. Κάτι το γεγονός ότι είναι πάρα πολλά αυτά, που μου αρέσουν, κάτι ότι έψαχνα μια καλή αφορμή, το αμέλησα αρκετά και είχα φτάσει σε σημείο να πιστεύω ότι δεν θα το επιχειρήσω ποτέ.

     Αφορμή έψαχνα; Την βρήκα λίγες μέρες πριν για λόγους εντελώς άσχετους με τη μουσική, αλλά που πάντα σε αυτήν καταλήγουν. Και εξηγούμαι. Ως γνήσιο τέκνο της δεκαετίας του ’80, μέρες που είναι και με το Ευρωμπάσκετ να πλησιάζει, δε θα μπορούσα παρά να «λιώσω» -όσο θα μπορούσε να είναι δυνατόν στα γιουτούμπια και τα πισιά – το τραγούδι «ύμνο» εκείνης της μαγικής βραδιάς του Ιούνη του 1987, όταν ο Γκάλης, ο Γιαννάκης, ο Φάνης και τα άλλα παιδιά κατάφεραν να βγάλουν όλη τη χώρα στους δρόμους. Το «έπος» του ’87 «ντύθηκε» μουσικά με το “The Final Countdown”, το τραγούδι από το ομώνυμο album των Europe, που κυκλοφόρησε μόλις ένα χρόνο νωρίτερα και που έμελε να αποτελέσει το πιο πολυπαιγμένο κομμάτι της μπάντας στη χώρα μας. Πού να το ήξεραν οι, πιτσιρικάδες τότε, Σουηδοί ότι το «τιρινίνι», που έγραψαν, θα ακολουθούσε για σχεδόν πια τριάντα χρόνια μια αθλητική ομάδα και θα συνδεόταν με τις επιτυχίες και αποτυχίες της σε διεθνές επίπεδο.

     Το άκουσα, το ξανάκουσα, το ξαναματάκουσα, ποτέ δεν το βαριέμαι. Σε μια από τις επαναλήψεις μού ήρθε η φλασιά. «Ρε συ… Αυτοί δεν έχουν παίξει ποτέ στην Ελλάδα; Αποκλείεται! Αν είχαν παίξει σίγουρα θα τους είχα δει. Δεν υπήρχε περίπτωση να είχα χάσει τέτοια συναυλία». Καλοκαίρι είναι, ελεύθερο χρόνο για σκότωμα πάντα βρίσκεις, με έπιασε το πείσμα και είπα να το ψάξω λίγο περισσότερο. Έψαξα, έψαξα, δε βρήκα πουθενά αναφορά σε συναυλία τους στην Ελλάδα. Μπήκα και στο επίσημο site τους να ρίξω μια ματιά. “Tourdates” έλεγε η κατηγορία στο Main Menu και μπήκα όλος αγωνία να δω μήπως στο καλεντάρι τους υπάρχει και καμιά ημερομηνία για την Αθήνα. Μπααα… Οι τύποι δεν το ‘χουν σκοπό να έρθουν στα μέρη μας. Τουλάχιστον όχι φέτος. Καλύτερα, γιατί οικονομικά δεν είμαι και στα καλύτερά μου και μπορεί να έρχονταν και να μην είχα μία να πάω να τους δω.

     Μα, να! Πώς δεν το είχα δει τόση ώρα! Εκεί, μπροστά σου είναι. Στην αρχική σελίδα. Το νέο album των Europe, φρέσκο φρέσκο και σπαρταριστό. “War of Kings” είναι ο τίτλος του album. Και είναι το δέκατο studio album, που κυκλοφορούν. Και, φίλε μου, το έχουν ακόμα οι τύποι. Άλλωστε, δεν τους έχουν πάρει και τα χρόνια. Πενηντάρηδες είναι ακόμα. Κάτσε, πόσο είναι ο Joey Tempest; Ας ρίξω μια ματιά στη βιογραφία του. Ωπ… τι κάνεις, ρε μεγάλε; Αυτό είναι! Μόλις άρχισες να ετοιμάζεις το αφιέρωμα που έψαχνες!

     Και κάπως έτσι, πήρα την απόφαση να γράψω πέντε αράδες – πέντε; Καλά, μην το πάρετε τοις μετρητοίς! Υπομονή να’ χετε να διαβάζετε! – για μία από τις αγαπημένες μου, αν όχι την αγαπημένη μου, rock/metal μπάντες, που ακόμα με κάνει και κοπανιέμαι σαν δεκαπεντάχρονο. Εντάξει, μπορεί να… «μεγαλώσαμε με τα τραγούδια τους», αλλά δεν είμαστε και για απόσυρση, σωστά;

     Ας τα πάρουμε, λοιπόν, από την αρχή…

     Όλα ξεκίνησαν κάπου στα τέλη της δεκαετίας του ‘70, στο Upplands Väsby, ένα μικρό προάστιο της Στοκχόλμης με κάτι λιγότερο από 40.000 κατοίκους, ανάμεσα στους οποίους οι νεοσσοί Joey Tempest και John Norum. Οι δύο έφηβοι (17 και 16 ετών μόλις), σαφώς επηρεασμένοι από μεγάλα βρετανικά συγκροτήματα, όπως οι Led Zeppelin, οι Deep Purple, αλλά κυρίως οι UFO και οι Thin Lizzy, ονειρεύονται να κατακτήσουν τον κόσμο και οι ίδιοι με τις μουσικές τους.

     Μαζί με άλλους δύο φίλους τους, τον Peter Olsson στο μπάσο και τον Tony Reno στα τύμπανα, δημιούργησαν μια μπάντα με το όνομα Force. Ο ήχος τους έντονα ηλεκτρικός, στα πρώτα τους βήματα εστιάστηκε στο να «δεθούν» μεταξύ τους, παίζοντας διασκευές από τα συγκροτήματα, που αγαπούσαν περισσότερο.

     Ο Joey Tempest, όμως, ένιωθε ότι έπρεπε σταδιακά να αρχίσουν να γράφουν και δικά τους κομμάτια, αν ήθελαν να ξεχωρίσουν μια μέρα. Κι αφού οι υπόλοιποι δίσταζαν, ο τραγουδιστής του group, πήρε πρωτοβουλία και έφερε τις δικές του ιδέες στο studio. Με αυτή τη μπάντα ξεκίνησαν να ηχογραφούν τα πρώτα τους demo και να τα πηγαίνουν σε δισκογραφικές εταιρείες, παίρνοντας την πρώτη γεύση από τη μουσική βιομηχανία. Οι απαντήσεις, που έπαιρναν ήταν αρνητικές, αφού άλλοι απέρριπταν τον ήχο τους και τις πολλές κιθάρες, άλλοι το look τους με τα πλούσια μαλλιά και τις μακριές χαίτες.

     Επειδή, όμως, το ρητό «ο επιμένων νικά» οι αρχαίοι μας πρόγονοι φρόντισαν να το κάνουν γνωστό και στη Σκανδιναβία, οι νεαροί rockers δεν το έβαλαν κάτω και συνέχισαν να το παλεύουν, φροντίζοντας, παράλληλα, να προσαρμόζονται στις απαιτήσεις της εποχής.

     Η πρώτη αλλαγή έγινε με την μετονομασία της μπάντας σε Europe, που ακουγόταν πιο… πιασάρικο, ενώ νωρίτερα, είχε προηγηθεί και μια πολλαπλή… αλλαξομπασιά. Ο Peter Olsson έφυγε και αντικαταστάθηκε από τον John Levén, που τότε ήταν μέλος των Rising Force, μπαντας της οποίας ηγείτο ο – αγαπημένος, σούπερ, εκπληκτικός - κιθαρίστας Yngwie Malmsteen. Τα «χνώτα» του, όμως, δεν ταίριαξαν με την υπόλοιπη μπάντα, επέστρεψε στο παλιό του group και τη θέση του πήρε ο Marcel Jacob, ένας επίσης εκπληκτικός μπασίστας, ο οποίος αυτοκτόνησε τον Ιούλιο του 2009, έπειτα από πολλά χρόνια μάχης με προβλήματα ψυχικής και σωματικής υγείας.

     Κι αν για τις περισσότερες μπάντες, η ανάμιξη μιας γυναίκας σημαίνει «δρόμος που οδηγεί σε διάλυση» - συγγνώμη, κυρίες μου, σάς λατρεύουμε, αλλά εξαιτίας σας έχουν διαλυθεί πολλές τεράστιες μπάντες! – για τους Europe αυτό δεν ίσχυσε. Το αντίθετο, μάλιστα. Η φιλενάδα του Joey Tempest έβαλε το συγκρότημα σε έναν από τους μεγαλύτερους διαγωνισμούς για rock μπάντες στη Σουηδία, εκεί, όπου χάρη στα “In the Future to Come” και “The King Will Return” κάνουν πάταγο και… κάπου εκεί ξεκίνησαν όλα.

 

      Ο Tempest κερδίζει τον τίτλο του καλύτερου τραγουδιστή, ο Norum κερδίζει τον τίτλο του καλύτερου κιθαρίστα, οι Europe κερδίζουν τον διαγωνισμό και μαζί ένα συμβόλαιο για την ηχογράφηση ενός δίσκου με την εταιρεία Hot records. Είναι το 1982, οι κιθάρες τους παραμένουν στα «κόκκινα», τα μαλλιά τους παραμένουν μακριά και το κοινό τους έχει αρχίσει να τους ζητάει.

     Το 1983 ήταν η χρονιά, που κυκλοφόρησε το πρώτο τους, ομώνυμο album, που έμελλε να τους κάνει διάσημους όχι μόνο στην Σουηδία, αλλά και στην Ιαπωνία. Το “Europe” περιέχει εννέα κομμάτια, ανάμεσα στα οποία τα “In the Future to Come” και “The King Will Return”, που ήταν και η αφορμή για το δίσκο, αλλά και τα “Seven Doors Hotel” και “Words of Wisdom”, που κυκλοφόρησαν σε single και στη «Χώρα του Ανατέλλοντος Ηλίου», φτάνοντας μάλιστα στο Top 10.

     Το νερό είχε μπει στο αυλάκι και η ώρα της παγκόσμιας καταξίωσης ήρθε ένα χρόνο αργότερα (1984), όταν κυκλοφόρησε το δεύτερο άλμπουμ τους με τίτλο “Wings of Tomorrow”. Το κομμάτι, που ξεχώρισε περισσότερο από όλα, ήταν το “Open your Heart”, που οδήγησε μια από τις μεγαλύτερες παγκοσμίως εταιρείες, την Epic Records (θυγατρική της Columbia και προπομπός της σημερινής Sony), να τους προσφέρει συμβόλαιο ενός εκατομμυρίου δολαρίων για το επόμενο album τους.

     Η αναγνωρισιμότητά τους μεγάλωνε, ο Mic Michaeli προστέθηκε στη μπάντα, αρχικά για να συνοδεύει στα πλήκτρα στα live τους και εν συνεχεία ως αναπόσπαστο κομμάτι του group, ενώ ο ντράμερ Tony Reno αντικαταστάθηκε από τον Ian Haugland.

     Με αυτή τη σύνθεση, που έπειτα από μερικές περιπέτειες και μικρά διαλείμματα έφτασε μέχρι σήμερα, το όνειρο κάθε έφηβου μουσικού γινόταν πραγματικότητα. Περιοδείες στην Ευρώπη, τη Βρετανία και τις ΗΠΑ, χιλιάδες κόσμου στις συναυλίες τους και η κορυφή ήταν κοντά.

     Το 1985 οι Europe έγραψαν το soundtrack για την σουηδική ταινία “On the Loose”. Η ταινία μάς χάρισε δύο μεγάλες επιτυχίες του group, τα "Rock the Night" και "Broken Dreams", με το πρώτο να γίνεται μάλιστα video clip και να παρουσιάζεται και στην ταινία.

 

     Το album, ωστόσο, που τους ανέβασε στην κορυφή και τους έκανε γνωστούς και στη χώρα μας, ήρθε μόλις δύο χρόνια μετά. Το “Final Countdown” κυκλοφόρησε το 1986 και ήταν το επιστέγασμα της αρχής της κορυφαίας πενταετίας του group. Εκτός από το «τιρινίνι», τα “Rock the Night”, “Carrie”, “Danger On The Track”, “Cherokee”, “Heart of Stone” είναι μερικά από τα σούπερ κομμάτια, που εκτόξευσαν τους Europe και τούς έκαναν μια από τις πιο αγαπητές μπάντες παγκοσμίως, ανεβαίνοντας στις ψηλές θέσεις των charts σε περισσότερες από 25 χώρες ξεπερνώντας τις 7.000.000 πωλήσεις.

 

     Η… ζημιά πήγε να γίνει ένα χρόνο μετά, όταν ο Norum φαίνεται ότι την «ψώνισε» και θέλησε να ακολουθήσει solo καριέρα, ενώ τη θέση του πήρε ο Kee Marcello, με τον οποίο οι “Europe” ηχογράφησαν το 1988 το τέταρτο άλμπουμ τους με τίτλο “Out Of This World”, που περιελάμβανε μεταξύ άλλων το σούπερ hit- άκι τους “Superstitious”.

 

     Έχοντας γίνει πλέον μια πολύ επιτυχημένη μπάντα και έπειτα από μία ακόμα παγκόσμια περιοδεία, αποφασίζουν να μετοικήσουν στην «Πόλη των Αγγέλων» και τις ΗΠΑ, εκεί όπου ως stars του Holywood κυκλοφόρησαν το 1991 ένα ακόμα album. Το “Prisoners In Paradise”, πέμπτο κατά σειρά δεν έτυχε τόσο μεγάλης αποδοχής από το κοινό, που είχε αρχίσει να στρέφεται περισσότερο στο νέο ρεύμα της μουσικής, που δεν ήταν άλλη από τo grunge.

 

      Το group είχε αρχίσει να εμφανίζει σημάδια κόπωσης, οι πρώτες γκρίνιες άρχισαν να εμφανίζονται και, σκεπτόμενοι ώριμα, αποφάσισαν να κάνουν ένα πολιτισμένο διάλειμμα με το τέλος της παγκόσμιας περιοδείας τους το 1992, προκειμένου να ακολουθήσει το κάθε μέλος ξεχωριστά τη δική του solo καριέρα, σε μονοπάτια, που επιθυμούσε.

      Επειδή, όμως, η πρώτη αγάπη είναι και η παντοτινή, τα μέλη του group έπειτα από λίγα χρόνια άρχισαν να ξανασκέφτονται το ενδεχόμενο επανασύνδεσης. Δειλά τηλεφωνήματα, νύξεις και προτροπές άρχισαν να φουντώνουν τις φήμες και το πολυαναμενόμενο γεγονός συνέβη στους εορτασμούς για τον ερχομό του millennium, όταν οι Europe επανεμφανίστηκαν μπροστά στο κοινό, παίζοντας τις μεγάλες τους επιτυχίες “Rock the Night” και “The Final Countdown”, έχοντας επί σκηνής και τους δύο κιθαρίστες τους, John Norum και Kee Marcello.

     Αυτή η μοναδική συναυλία φαίνεται πως τους γλύκανε αρκετά, κι έτσι, τρία χρόνια αργότερα, οι Europe ανακοίνωσαν το 2003 την επίσημη επανασύνδεσή τους με την αρχική σύνθεση – με τον Norum μοναδικό κιθαρίστα – και το 2004 κυκλοφόρησε το νέο τους studio album με τίτλο “Start From The Dark” και διαφορετικό ήχο, πιο σκληρό, που έκανε γκελ στο κοινό.

 

      Με τον ίδιο ενθουσιασμό και ακόμα πιο σκληρό ήχο, το γκρουπ κυκλοφόρησε το 2006 το έβδομο studio album του με τίτλο “Secret Society”, τόσο διαφορετικό από όλα τα προηγούμενα, που για τα μέλη του group ήταν σαν να ξανασυστήνονταν στο κοινό τους.

 

      Η Βρετανία ήταν πλέον ο κύριος τόπος των συναυλιών τους, ενώ οι αναζητήσεις τους συνεχίζονταν. Το 2008 κυκλοφόρησε το πρώτο live album τους, με τίτλο “Almost Unplugged”, συνοδεία ενός κουαρτέτου εγχόρδων, στο οποίο παρουσίασαν εκτός από δικά τους κομμάτια, και διασκευές μεγάλων αγαπημένων τους συγκροτημάτων, όπως το “Wish You Were Here” των Pink Floyd , το “Since I've Been Lovin' You” των Led Zeppelin, το “Love to Love” των UFO και το “Suicide” των Thin Lizzy.

 

      Ένα χρόνο αργότερα, και ενώ τα νέα από την αυτοκτονία του Marcel Jacob τους είχαν συγκλονίσει, κυκλοφόρησαν το “Last Look at Eden” αρχικά ως single και στη συνέχεια ως ολοκληρωμένο album, που περιελάμβανε και την πολύ μεγάλη επιτυχία “New Love In Town”. Με το album αυτό οι Europe επανήλθαν σε υψηλές… πτήσεις, έχοντας διευρύνει το κοινό τους, αφού κατάφεραν με τον ανανεωμένο ήχο τους να κερδίσουν πολλούς fans και από τις νεότερες γενιές.

 

      Το 2011 ήταν η χρονιά μιας ακόμα μεγάλης παγκόσμιας περιοδείας, στο τέλος της οποίας είχαν κυκλοφορήσει όχι ένα, αλλά δύο live albums. Τα “Live at Shepherd's Bush Empire” στο Λονδίνο και “Live Look at Eden” υπενθύμισαν, γιατί πρόκειται για μία από τις κορυφαίες μπάντες της γενιάς τους, ενώ το 2012 κυκλοφόρησε το ένατο κατά σειρά studio album τους με τίτλο “Bag Of Bones”.

 

      Η παγκόσμια περιοδεία του 2013 είχε επίσης τεράστια επιτυχία, ενώ η εμφάνισή τους στο Sweden Rock Festival, το μεγαλύτερο metal/rock φεστιβάλ της Σουηδίας, που μετρά περισσότερα από 20 χρόνια ζωής, ηχογραφήθηκε σε ένα ακόμα live album με τίτλο “2013 Live at Sweden Rock”.

     Κι έτσι, μέσα από νέες παγκόσμιες επιτυχίες και προσαρμογή στα νέα τεχνολογικά δεδομένα, που έχουν εισβάλει στο χώρο της μουσικής, η θρυλική μπάντα από τη Σουηδία έφτασε στο να κυκλοφορήσει τον περασμένο Φεβρουάριο το single “War of Kings”, όπως τιτλοφορείται και το album, που κυκλοφόρησε λίγους μήνες αργότερα.

 

      Οι αγαπημένοι μας Σουηδοί χαιτάδες εξακολουθούν και βρίσκονται σε παγκόσμια περιοδεία, χαρίζοντας μαγικές rock βραδιές στους θαυμαστές τους σε όλο τον κόσμο. Κι αν, από τις μέχρι τώρα ανακοινωθείσες ημερομηνίες της περιοδείας τους, η Ελλάδα δεν βρίσκεται πουθενά γραμμένη στο καλεντάρι, το γεγονός ότι αποφάσισαν να εμφανιστούν στο Δουβλίνο έπειτα από 25 χρόνια, μας αφήνει μια ελπίδα ότι σύντομα θα αναθεωρήσουν και θα μας κάνουν την τιμή.

     Μέχρι τότε, εμείς θα τους αγαπάμε και θα «λιώνουμε» να ακούμε το επικό “Final Countdown” κάθε καλοκαίρι, όταν θα ξεκινούν οι υποχρεώσεις της Εθνικής Ομάδας basket. Όπως τότε, μια καλοκαιρινή βραδιά του 1987…

 

Page 2 of 5