Δεν υπάρχει καλύτερο συναίσθημα μετά το πέρας της οποιασδήποτε συναυλίας, την οποία έχεις μόλις παρακολουθήσει, όταν νιώθεις γεμάτος, ενθουσιασμένος και το σαγόνι σου βρίσκεται ακόμα στο πάτωμα, προσπαθώντας να καταλάβεις τι ακριβώς προηγήθηκε και σε συνεπήρε τόσο πολύ…

     Σάββατο βράδυ λοιπόν, προσερχόμενοι στο ΑΝ Club, είχαμε αρκετά καλή διάθεση για να δούμε επί σκηνής τους Avatarium, αλλά και να ακούσουμε τους Αθηναίους The Slayerking, για τους οποίους δεν γνωρίζαμε πάρα πολλά πράγματα, παρόλο που είχαμε ακούσει τη δουλειά τους, όμως θέλαμε να τους δούμε live.

     Οι The Slayerking, αν και ξεκίνησαν ελαφρώς «μαγκωμένοι», κέρδισαν γρήγορα τους παρευρισκόμενους και ομολογώ ότι δεν περίμενα να μου αρέσουν τόσο πολύ. Η μπάντα, αποτελούμενη από τρεις μουσικούς, δείχνει πολύ συμπαγής, δεμένη και αποδίδει με περίσσια ενέργεια τη μουσική της. Τολμώ να πω ότι ταίριαζαν γάντι σαν επιλογή πλάι στους Σουηδούς και φάνηκε ότι ήταν αρκετά καλά προετοιμασμένοι για αυτό το live. Ενδεχομένως η παρουσία μιας δεύτερης κιθάρας να εμπλούτιζε τον ήδη αρκετά heavy ήχο τους, αλλά το πάθος και η συγκέντρωση των μουσικών μας πώρωσε και μας άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις. Έβαλαν παρακαταθήκη για το εγγύς μέλλον και περιμένουμε να τους δούμε εκ νέου.

     Στις 11 ακριβώς λοιπόν ξεκίνησαν οι Avatarium, οι οποίοι ήρθαν στην Αθήνα χωρίς τον Leif Edling (απουσίαζε και από τη συναυλία των Candlemass προ μίας εβδομάδας), χωρίς τον αντικαταστάτη του Anders Iwers, αλλά με τον (θεό!) Mats Rydstrom (Abramis Brama, Backdraft, Bonafide, Pontus Snibb 3 κ.α.) στο μπάσο. Από το πρώτο μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο, οι Avatarium ήταν ισοπεδωτικοί, με απίστευτη ενέργεια και επαφή με το κοινό, σε μία απίστευτα επαγγελματική – με την καλή έννοια – εμφάνιση, που δεν άφησε κανένα περιθώριο για το οποιοδήποτε ψεγάδι. Με την μούσα του τεράστιου Leif Edling, Jennie-Ann Smith, να μαγεύει άπαντες με τις ερμηνείες της και την απλότητά της, όλοι μας δεν πιστεύαμε αυτό που βλέπαμε και ακούγαμε. Ο κιθαρίστας Marcus Jidell (Evergrey, Royal Hunt κ.ά), με το κόκκινο Gibson ταυράκι, εντυπωσιακός και παρορμητικός, ταυτόχρονα τόσο ουσιαστικός και με μπόλικο πάθος, είχε έναν ήχο άλλοτε μελωδικό και άλλοτε heavy όσο δεν πάει. Ο drummer Lars Sköld (Tiamat, Jupiter Society κ.ά) ήταν καταιγιστικός και έδινε το ρυθμό με τόσο εμφατικό και παθιασμένο τρόπο σε όλα τα τραγούδια. Ο πληκτράς Carl Westholm (Krux, Jupiter Society, κ.α.) συνέβαλε καθοριστικά με τα εξαιρετικά πλήκτρα του (mellotron κ.ά) σε αυτόν τον τόσο ιδιαίτερο doom ήχο των Avatarium, κάνοντας τα τραγούδια πιο ψυχεδελικά και μεθυστικά και διευρύνοντας τον μουσικό ορίζοντα της μπάντας. Τέλος, ο μπασίστας Mats Rydstrom, νέο session μέλος, φίλος και συντοπίτης με όλα τα μέλη, έβγαλε τρομερή ενέργεια στη σκηνή, συμμετείχε με το δικό του τρόπο σε όλα τα κομμάτια και στο «μπετόν αρμέ» rhythm section, που δεν άφησε τίποτα στο πέρασμά του.

     Η μπάντα φαινόταν σα να έπαιζε μαζί είκοσι χρόνια και παρόλο που έχει κυκλοφορήσει μόνον δύο full-length δίσκους και δύο EPs, το setlist ήταν παραπάνω από ικανοποιητικό. Το κοινό ήταν πάρα πολύ ζεστό και συμμετείχε καθ’ όλη τη διάρκεια. Και πώς να μην ήταν έτσι, όταν το συγκρότημα έβγαλε μια αξιοπρόσεκτη ζέση και μας μάγεψε για περίπου μιάμιση ώρα. Στο δε “Moonhorse” στο τέλος έγινε χαμός και κορυφώθηκε μια αξέχαστη βραδιά, την οποία θα θυμόμαστε για πάντα. Οι Avatarium έβαλαν πολύ ψηλά το συναυλιακό πήχη και τα performance standards και μας έκαναν στο τέλος να παραμιλάμε για αυτό που μόλις είχε ολοκληρωθεί.

     Τελικά, κάτι τρέχει με τη Σουηδία.. Δεν ξέρω αν είναι το νερό, ο αέρας ή κάτι άλλο, αλλά αυτή η χώρα συνιστά αστείρευτη πηγή εξαιρετικών μουσικών, οι οποίοι απέχουν απείρως από σταριλίκια, snob συμπεριφορές και συνεχίζουν να μας χαρίζουν απολαυστικές συναυλιακές βραδιές. Εις το επανειδείν!

Αντώνης Μαντζαβίνος

     Τριάντα χρόνια δισκογραφίας δεν τα λες και λίγα. Ειδικά για ένα συγκρότημα, όπως οι Candlemass, οι οποίοι έχουν στιγματίσει όσο ελάχιστοι τον χώρο του doom metal από την πρώτη μέρα. Επί τη ευκαιρία, λοιπόν, της επετείου για τον πρώτο δίσκο, “Epicus Doomicus Metallicus”, η μπάντα ηχογράφησε και θα κυκλοφορήσει αρχές καλοκαιριού το αντίστοιχο επετειακό EP με 4 νέα τραγούδια. Δεν θα μπορούσε όμως να λείψει και η αντίστοιχη anniversary tour, περνώντας και από τα λημέρια μας (η πρώτη εμφάνιση για τη συγκεκριμένη περιοδεία), όπου υπάρχουν άρρηκτοι δεσμοί της μπάντας με το ελληνικό κοινό.

     Εισερχόμενοι στο συναυλιακό χώρο, παρατηρούμε άμεσα το κλασικό λογότυπο ως backdrop για το live, και αμέσως η πώρωση και η ανυπομονησία αρχίζουν και γίνονται έντονες. Και ας μην ήταν παρών ο τεράστιος Leif Edling. Και ας μην ήταν κάποιος τραγουδιστής, που έχει στιγματίσει τόσο πολύ με τη φωνή και το performance του τα τραγούδια τους (Messiah Marcolin). Και ας είχαν πάρα πολλές επιφυλάξεις αρκετοί από το κοινό («αρπαχτή», «αγγαρεία», κτλ). Οι «αντικαταστάτες» Mats Leven και Per Wiberg, όχι μόνο έχουν χρόνια στο κουρμπέτι, όχι μόνο έχουν αποδείξει, για το τι είναι ικανοί να κάνουν, όχι μόνο έχουν συνεργασίες με κολοσσούς στο ενεργητικό τους. Δένουν απίστευτα και με το υλικό, και με το ύφος, αλλά και με την ψυχολογία του συγκροτήματος, ώστε κάθε αμφιβολία αίρεται εν τη γενέσει της, από τα πρώτα κιόλας λεπτά. Άλλωστε, ο Leif Edling δεν θα έκανε κάποια επιλογή έτσι, στην τύχη, ή πρόχειρα. Δεν υπήρχε η παραμικρή περίπτωση.

     Ο ήχος παχύς και ογκώδης, όπως ακριβώς αρμόζει στους Σουηδούς. Το κοινό από την αρχή και μέχρι το τέλος συμμετέχει με πάθος δείχνοντας πόσο πολύ αγαπάει τους Candlemass, ακόμα μια φορά. Οι παλιές καραβάνες (Mappe Bjorkman, Lars Johansson και Jan Lindh) κραδαίνουν τις κιθάρες τους (λευκό ταυράκι και καφέ Flying V) και χτυπούν με μανία τα τύμπανα, απολαμβάνοντας κάθε στιγμή, έχοντας ταυτόχρονα άμεση επικοινωνία με το κοινό και δείχνοντας πόσο πολύ αγαπούν αυτό που κάνουν. Για κάθε οπαδό των Candlemass, όταν δεν είναι επί σκηνής ο «καλόγερος», υπάρχουν επιφυλάξεις. Όμως, ο φανταστικός - και ψιλόλιγνος - Mats Leven αποζημίωσε με το παραπάνω το κοινό, και απέδειξε ότι μπορεί με περίσσια άνεση να αποδώσει ζωντανά το ο,τιδήποτε. Αξίζει να σημειωθεί το σεμνό - και αποδίδον σεβασμό – ύφος της όλης παρουσίας του Per Wiberg, ο οποίος ήταν γεμάτος ουσία και συγκέντρωση στα υψηλά του καθήκοντα, αντικαθιστώντας τον Leif. To setlist ήταν ικανοποιητικό, αν και για έναν οπαδό των Candlemass ποτέ δεν θα είναι αρκετό και ποτέ η μιάμιση και κάτι ώρα που έπαιξαν, δεν θα είναι αρκετή. Άλλωστε αυτό πιστεύω ότι συμβαίνει με όλα τα αγαπημένα μας συγκροτήματα. Highlight (και outsider φυσικά) της βραδιάς κατ’ εμέ ήταν το “Dying Illusion” από το (αγαπημένο μας) “Chapter VI” και επίσης μας άρεσε πολύ το “At the Gallows End”, όπου πραγματικά ο Mats Leven έδωσε ρέστα.

Αντώνης Μαντζαβίνος

     Πηγαίνοντας προς το Terra Vibe, ακούγαμε το “Sonic Brew”, μιας και είναι το αγαπημένο μας album των Black Label Society, και συζητούσαμε το πόσο πολύ περιμέναμε να δούμε τον Zakk Wylde με την μπάντα του επί σκηνής, κυρίως όσοι από μας δεν τον είχαμε απολαύσει το 2005, όταν είχε ξαναπαίξει στον ίδιο χώρο ως support act στους τεράστιους Black Sabbath. Η ανυπομονησία είχε χτυπήσει κόκκινο και δεν κρατιόμασταν κυριολεκτικά.

     Λίγο η οικονομική κρίση, λίγο η απόσταση του συναυλιακού χώρου από την Αθήνα (ναι, θα θέλαμε να βλέπαμε τους Black Label Society σε κάποιο κλειστό χώρο, και ας είναι κατακαλόκαιρο, αλλά φυσικά και κατανοούμε την επιλογή του χώρου), λίγο το ότι πολλοί τους είχαν ξαναδεί, μας έκανε να σκεφτούμε ότι η προσέλευση του κόσμου δεν θα ήταν δα και σε μεγάλα επίπεδα. Όπως και αποδείχτηκε. Αυτό, όμως, δεν πτόησε στο παραμικρό το κοινό, που βρέθηκε εκεί, και πόσο μάλλον δεν πτόησε καθόλου μα καθόλου τους εξαιρετικούς Potergeist, οι οποίοι μας αρέσουν εδώ και καιρό. Γεμάτοι ενέργεια, αμεσότητα με το κοινό, οι μπαρουτοκαπνισμένοι μουσικοί απέδωσαν με περίσσιο πάθος και τσαγανό τα τραγούδια τους. Οι τύποι καραγουστάρουν αυτό που κάνουν, συμπαρασύρουν άπαντες στο heavy groove, που σε κάνει να απολαμβάνεις κάθε κίνηση στο headbanging. Προσωπικά ξεχωρίσαμε, χωρίς να αδικούμε τα υπόλοιπα «γαμάτα» τραγούδια, τα “Last Punk Standing" και “Southern Crown”, ειδικά το τελευταίο ήταν το καταλυτικό επιστέγασμα μιας «τσαμπουκαλεμένης» εμφάνισης των Potergeist, οι οποίοι έχουν λαμπρό μέλλον, αν συνεχίσουν να μας πωρώνουν έτσι.

     Η ώρα είχε πάει περίπου δέκα παρά, το backdrop Sonic Brew στηνόταν εμπρός της σκηνής, όπως επιβάλλει το Black Label πρωτόκολλο, επιβλητικό και δίνοντας το τέλειο σκηνικό για την εμφάνιση των Almighty BLS. Ελάχιστα λεπτά, πριν ξεκινήσουν οι Zakk & Co, ακούγεται κάτι σαν πρελούδιο από τα μεγάφωνα, μια μίξη Led Zeppelin & Black Sabbath (ακούσαμε ταυτόχρονα ένα mashup “Whole Lotta Love” και “War Pigs”!), το οποίο ξεσήκωσε τον κόσμο, που δεν πίστευε αυτό που άκουγε, και που κατά 99,9% είναι έμπνευσης του Zakk Wylde! Τεράστια έκπληξη, που φυσικά δεν περιμέναμε, αλλά μας «τσίτωσε» ακόμα παραπάνω για αυτά που θα ακολουθούσαν.

Γύρω στις 10, το Sonic Brew πέφτει σιγά σιγά – υπό των εκκωφαντικό ήχο σειρήνας – και ο Zakk Wylde μπουκάρει με το υπερ-αγαπημένο και must σε κάθε Black Label Society live “The Beginning At Last” από τον πρώτο δίσκο τους! Το κοινό παίρνει φωτιά και αρχίζει το headbanging. Ακολουθούν κατά σειρά τα: “Funeral Bell”, “Bleed for Me”, “Heart of Darkness”, “Suicide Messiah”, “My Dying Time”, “Damn the Flood”, τα οποία αφήνουν κυριολεκτικά καμμένη γη, αφού ο Zakk παίζει μανιασμένα, πωρωμένα και έχοντας στο πλευρό του ένα τόσο συμπαγές και πανάξιο σύνολο των υπολοίπων της μπάντας. Οι John DeServio, Jeff Fabb και Dario Lorina πλαισιώνουν τον Zakk και αναδεικνύουν το, γιατί επιλέχτηκαν να είναι στο πλάϊ του, κάτι που μόνο κατά τύχη δε συνέβη. Ακολουθεί guitar solo, που η αλήθεια είναι ότι θα μπορούσε φυσικά να είναι μικρότερης διάρκειας, αλλά δε χάλασε καθόλου τους πιστούς οπαδούς, μιας και το shredding του Zakk Wylde είναι πάντα εμπνευσμένο και γεμάτο συναίσθημα. Ο ίδιος χρησιμοποίησε εκτός από τις γνωστές Gibson/Epiphone Buzzsaw κιθάρες, και τις Wylde Audio Custom, κάτι που κάνει εδώ και καιρό, λανσάροντας τη δική του σειρά από κιθάρες και εν γένει εξοπλισμό. Συνεχίζουμε με τα : “Godspeed Hellbound”, “Angel of Mercy”, “In This River”, “The Blessed Hellride” (όπου ο Zakk αλλά και ο “Father”-Dario χρησιμοποίησαν 2 double neck κιθάρες) και το “Concrete Jungle”. Άξιον λόγου το tribute που έκανε, όπως συνηθίζει ο Zakk, στον Dimebag Darrell με το “In This River”, παίζοντας πιάνο, όταν και εμφανίστηκαν δύο μικρά πανό στους ενισχυτές αριστερά και δεξιά με δύο χαρακτηριστικές φωτογραφίες του μεγάλου και αδικοχαμένου Dime. Η βραδιά είχε το φινάλε, που της άξιζε, με το μεγαλοπρεπές “Stillborn” και τη συγκίνηση να κορυφώνεται σε μια καταπληκτική βραδιά έντονων συναισθημάτων και φόρτισης.

Ένα μεγάλο ευχαριστώ στους Potergeist που έχουν μεγάλα guts και το μέλλον τους ανήκει, στους Black Label Society για το υπερθέαμα, που μας προσέφεραν, και ένα special ευχαριστώ στον Zakk Wylde, που είναι ο εαυτός του στο πέρασμα του χρόνου. SDMF.

 

Αντώνης Μαντζαβίνος

     Πρέπει να ξεκαθαρίσω κάτι εξ αρχής για όσους δεν γνωρίζουν. Έχω μια ιδιαίτερη αδυναμία στους Whitesnake και στον David Coverdale, γι’ αυτό και το report της συναυλίας δεν γίνεται να είναι αντικειμενικό. Όταν με τον πρώτο σου έρωτα έχεις χορέψει, μαθητής ακόμα, το πρώτο σου μπλούζ υπό τους ήχους του ''Soldier Of Fortune'' ή στα επιπόλαια καυγαδάκια έχεις αφιερώσει το ''Don't Break My Heart'' ή ακόμα στον τελειωτικό χωρισμό έχεις τραγουδήσει το ''Fool For Your Loving'', πώς θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά; Πάμε όμως στο προκείμενο. Δευτέρα 16/11/2015, μια γλυκιά για τα δεδομένα του Βερολίνου βραδιά, βρέθηκα στο Columbia Halle στις 19:40, ενώ υπήρχε αρκετός κόσμος απ’ έξω, που περίμενε υπομονετικά τη σειρά του, για να μπει μέσα. Το venue αυτό θυμίζει το Gagarin 205, αλλά είναι τρεις φορές μεγαλύτερο με μεγάλο εξώστη. Αφού άφησα τα χοντρά ρούχα και εφοδιάστηκα με ποτό, έπιασα μια θέση σχετικά μπροστά και περίμενα. Τη βραδιά άνοιξαν οι Αυστραλοί The Dead Daisies, μια νέα μπάντα ιδρυθείσα το 2012, ήδη με δύο δίσκους και το φρέσκο “Revolución” (2015) να είναι ο βασικός λόγος της περιοδείας τους. Στα τέλη Φλεβάρη του 2015 οι The Dead Daisies έγιναν η πρώτη δυτική rock μπάντα, που έπαιξε στην Κούβα, δεδομένου ότι η κυβέρνηση Ομπάμα ξανάνοιξε τις εμπορικές σχέσεις και έγραψαν ιστορία, ως μέρος της πολιτιστικής ανταλλαγής, φιλοξενούμενοι του Υπουργείου Πολιτισμού της Κούβας. Μουσικά κινούνται στα μονοπάτια του hard rock με πολλά southern στοιχεία και κατέβαλαν φιλότιμες προσπάθειες να ξεσηκώσουν το γερμανικό κοινό, το οποίο παρακολουθούσε χωρίς να συμμετέχει σχεδόν καθόλου. Μόνο στις τρεις διασκευές τα “War Pigs” (Black sabbath), “Hush” (Deep Purple) και “Helter Skelter” (Beatles) το κοινό κάπως ζωήρεψε και τους συνόδευσε στο τραγούδι. Από τους μουσικούς ξεχώρισα τον Marco Mendoza στο μπάσο και τον Brian Thichy στα τύμπανα.

     Η ώρα έχει πάει 10 και ο χώρος έχει γεμίσει με 3000 περίπου ανθρώπους, οι πιο πολλοί μεγαλύτερης ηλικίας με τις γυναίκες τους αλλά και νεώτεροι θαυμαστές των Snake, οι οποίοι ξεκινούν με το “Burn” και δίνουν έτσι το έναυσμα, ώστε να ξεκινήσει η διασκέδαση. Αυτό που γίνεται άμεσα αντιληπτό είναι ότι η μπάντα έχει διάθεση και κέφι, ενώ ο frontman δεν σταματά τα σκέρτσα και τα πειράγματα με το κοινό, ιδιαίτερα το θηλυκό. Ακολουθεί το “Bad Boys” και το “Love Ain't No Stranger”, όπου δίνεται η πρώτη ευκαιρία στο κοινό να συμμετάσχει τραγουδώντας, και ο Coverdale το αφιερώνει στα πρώην μέλη του συγκροτήματος John Sykes, Neil Murray και Cozy Powell. Ο ύμνος “The Gypsy” για τη συνέχεια, το οποίο παραδόξως το κοινό δεν φαίνεται να γνωρίζει, και στο καπάκι τα “Give Me All Your Love” και “Ain't No Love in the Heart of the City”, όπου o Coverdale ζητάει από το κοινό να τραγουδήσει - το πλήθος το έκανε, τραγουδώντας μαζί του και βγάζοντας φωτογραφίες με τα κινητά. Μετά έρχονται τα αχρείαστα guitar solos των Reb Beach και Joel Hoekstra, που είναι ωστόσο απαραίτητα, για να πάρει τις ανάσες του ο Dave, που, μόλις επανέρχεται, αφιερώνει το “You Keep on Moving” στον αξέχαστο John Lord. Η υγρασία από τα πατώματα φτάνει στο ταβάνι με το “Mistreated”, στο οποίο η ερμηνεία του Dave είναι συγκλονιστική, τηρουμένων των αναλογιών της ηλικίας του.Στη συνέχεια, έχουμε solo σε πλήκτρα (Michele Luppi) και drums (Tommy Aldridge), με ενδιάμεσο κομμάτι το “You Fool No One”, για να φθάσουμε στο καρέ του θανάτου: “Soldier Of Fortune”, “Is This Love”, “Fool For Your Loving”, “Here I Go Again”, όπου και τελειώνει η συναυλία μέσα σε πανδαιμόνιο και αλαλαγμούς Γερμανών και όχι μόνο. Μέσα σε 2-3 λεπτά ξαναβγαίνουν, με το “Still Of The Night” να ολοκληρώνει τελικά την μουσική αυτή πανδαισία. Αυτό που μου έκανε θετική εντύπωση είναι το γεγονός ότι κανείς από τους θεατές δεν κάπνιζε ούτε σε ενοχλούσε με τo κινητό μπροστά στα μάτια σου, γενικά υπήρχε σεβασμός στον διπλανό, δείγμα της συναυλιακής τους κουλτούρας. Όσον αφορά τα αρνητικά, θα ήθελα να τονίσω ότι ο ήχος είχε προβλήματα, ιδιαίτερα στα πιο γρήγορα κομμάτια, βαβούριαζε και δεν άκουγες καθαρά τα όργανα, φαινόμενο που συναντάμε πολλάκις και στη χώρα μας. 

 

     Εν κατακλείδι ο Coverdale έβγαλε το “The Purple Album", για να τιμήσει το πρώτο του συγκρότημα, τους Deep Purple, με τους οποίους κυκλοφόρησε τρεις δίσκους, και ταυτόχρονα να ικανοποιήσει και τους οπαδούς, που δεν είχαν την τύχη να ακούσουν live τα τραγούδια αυτά και το είχαν απωθημένο. Το όλο αυτό γεγονός δημιούργησε, από την μια ανυπομονησία για τις μεγάλες αυτές συναυλίες, από την άλλη πολλές συζητήσεις πριν από αυτές: για την γκρίνια της φωνής του τραγουδιστή, για το πείραγμα από το φίλο, που σε θεωρεί δεινόσαυρο, για το βαρετό πια «εγώ τους είδα στα ντουζένια τους, τι να πάω τώρα» από τον μεγάλο σε ηλικία και φυσικά για το «τους έχω δει πέντε φορές» του φίλου, που σπούδαζε Αγγλία. Σε όλους αυτούς τους επικριτές και γκρινιάρηδες του όλου εγχειρήματος του David Coverdale θέλω να πω το εξής: φιλαράκια, ακούω το ''Burn'', το ''Stormbringer'' επί 35 χρόνια. Ήταν εκεί, όταν μεγάλωνα, ήταν εκεί, όταν φίλησα το πρώτο μου κορίτσι, ήταν εκεί, όταν παντρεύτηκα, όταν αγόρασα το πρώτο μου αυτοκίνητο. Οπότε έχει να μου προσφέρει πάρα πολλά μια τέτοια μουσική εμπειρία. Το σημαντικότερο για αυτές τις συναυλίες όμως είναι η νέα γενιά των πιτσιρικάδων, που θα τους δει για πρώτη φορά και αυτόν τον πιτσιρίκο δεν πρέπει να τον ξενερώνεις σαν «παλιός» και «πολυταξιδεμένος» των συναυλιών. Όσο δε για τον 65αρη αυτό τύπο, αν νομίζεται ότι γεννήθηκε για να περπατήσει μόνος του, απλά ελέγξτε τον λογαριασμό του στο twitter και συγκρίνετε τον αριθμό των ακολούθων (71.100) του σε σχέση με τον αριθμό των ατόμων που ακολουθεί αυτός (0) … Rock me ‘till Ι' m burnt to the bone …

                                                                                                                                     Σάκης “Dio” Σοφιανός

    

     Κρύο το βράδυ της εαρινής ισημερίας σε μία πόλη, που δεν υπάρχει πάνω στα σύνορα με την Γαλλία. Κατάμεστος ο χώρος και το “Hand.Cannot.Erase” πολύ πρόσφατο, αλλά ο κόσμος το γνωρίζει καλά και δείχνει την αγάπη του. Είναι ο τέταρτος προσωπικός δίσκος του Steven Wilson, ο οποίος έχει βγει στην σκηνή με blues-άκι XTC, τους οποίους τίμησε με το “Harmony Korine” (σ.σ: από το “Insurgentes”).

     Aλλά πρώτα ξεκίνησε παίζοντας το νέο υλικό, ο απλός, καθημερινός χαρακτήρας του οποίου επιβεβαιώθηκε από την υψηλής αισθητικής ταινία/video clip που προβαλλόταν πίσω από την μπάντα. Η μουσική του Wilson αποκρυσταλλώνει σε μια αιώνια νεότητα την μετάβαση της βρετανικής ψυχεδελικής pop των late ‘60s στο προ-progressive της ίδια εποχής. Βέβαια, ο νέος δίσκος συχνά ηχεί συγγνενικά με μια φαντασίωση, που θέλει των Rush των ‘80s να ερμηνεύουν συνθέσεις του Syd Barret ή έναν εφιάλτη, που επιθυμεί τους Pink Floyd να ντεμπουτάρουν το 1978, την χρονιά που η punk έγινε pop, ξανά. Ο ουρανός κατεβαίνει και συναντά τη γη που ανεβαίνει: το progressive rock, που επιδαψιλεύεται στο ακροατήριο δεν είναι οιητικό όσο μάλλον εργατικό, πλασμένο μέσω αληθινών χαρακτήρων αλλά εννοείται αναγόμενο σε δυνάμεις ποίησης και μετάστασης.

     Εκείνο το βράδυ ακούσαμε όλο το νέο album, με κορυφώσεις το ομώνυμο, το “Perfect Life” με τις αισθητές kraut rock εκφάνσεις του, το αδιανόητο “Routine” και το μαινόμενο “Ancestral”. O Wilson μας είπε ότι διάλεξε τα “Lazarus” και “Sleep Together” των Porcupine Tree, διότι συντονίζονται με το ήθος της νέας δουλειάς του. Μας φιλοδώρησε επίσης με τα “Index” από το “Grace for Drowning” και τα “The Watchmaker” και το ομώνυμο από το επικό “The Raven that Refused to Die”.

     Η συναυλία , εκτός από την άρτια απόδοση όλων των μουσικών, σφραγίστηκε από μια δυσθεώρητη αισθητική, η οποία κατέστησε το progressive τη μουσική του διπλανού σου και όχι την ονείρωξη του ωδειακού φυτού. Ήταν ένα οπτικοακουστικό όργιο, όχι μερικών εκλεκτών αλλά κυρίως εκείνων, που δέχτηκαν το κάλεσμα της μύησης. Κάπως έτσι το “Routine” έγινε πρωτεύς δακρύων και το “Happy Returns” ο πρώτος θάνατος μια χαμένης απόβασης.

Βασίλης Ζαχαρόπουλος

Page 2 of 4