Για διάφορους λόγους δεν είχα ξαναδεί τους Testament live και αυτή ήταν η ευκαιρία, που εναγωνίως περίμενα εδώ και πάρα πολύ καιρό, μιας και είναι από τις αγαπημένες μου μπάντες. Σύμφωνα με αυτά που είχα ακούσει έως και την ημέρα της συναυλίας, ήξερα τι να περιμένω, και ο πήχης ήταν αρκετά ψηλά μπορώ να πω. Μιλάμε για ένα συγκρότημα, που έχει περάσει διάφορες διακυμάνσεις ως προς τη σύνθεσή του, αλλά ταυτόχρονα δεν έχει χάσει το παραμικρό σε ενέργεια, έμπνευση και τα βασικά χαρακτηριστικά του DNA του: αυθεντικότητα, τρομερή ενέργεια και πηγαία έμπνευση σε κάθε του βήμα.

Άλλη μια φορά δεν καταφέραμε να φτάσουμε εγκαίρως στο συναυλιακό χώρο, μιας και με την πρώτη σταγόνα βροχής που πέφτει στην Αθήνα, παραλύει το σύμπαν, και λόγω κίνησης καθυστερήσαμε. Ζητούμε συγγνώμη από το πρώτο support συγκρότημα, τους Karma Violens, καθώς δεν προλάβαμε να τους απολαύσουμε, αλλά με όσα προλάβαμε να ακούσαμε, μιλάμε για μια αξιολογότατη μπάντα του ελληνικού χώρου, με πολύ μεγάλα περιθώρια στο να μας δώσουν ακόμα πιο πολλά. Την επόμενη φορά θα είμαστε παρόντες!

Εν συνεχεία, ομολογώ ότι δεν είχα παρακολουθήσει πριν τους Convixion, οι οποίοι με κέρδισαν κατά κράτος. Old school attitude και ήχος, με τσαμπουκά και περίσσια ενέργεια, όσο πέρναγε η ώρα με πώρωναν και πιο πολύ. Η αρχή έγινε με κακό ήχο, ιδίως στα τύμπανα και στη μία από τις δύο κιθάρες, και αυτό πρέπει να προβληματίσει. Στην αρχή φάνηκε μια αμηχανία, η οποία, όμως, ξεπεράστηκε και η μπάντα άρχισε να ζεσταίνεται και να παίζει, όπως ξέρει. Ατόφιο speed/thrash metal που έκανε το κοινό να χειροκροτήσει ζεστά και να περάσει καλά σε κάθε κομμάτι. Για να είμαι ειλικρινής, θα ήθελα προσωπικά περισσότερη ενέργεια από τον μπασίστα, ιδίως για το συγκεκριμένο είδος που παίζουν, αλλά δεν με χάλασε. Η μπάντα έπαιξε πάρα πολύ ωραία, και η εμφάνισή τους (περίπου 30-40 λεπτά) έκλεισε και με διασκευή στους Exciter (“Violence and Force”) όπου το κοινό κατενθουσιασμένο τούς απέδωσε τα εύσημα και τούς αποχαιρέτησε με πολύ θερμό τρόπο.

Μετά από ένα όχι πολύ μεγάλο διάλειμμα, ήρθε η στιγμή να υποδεχτούμε τους Testament, με πολύ μεγάλη ανυπομονησία φυσικά. Έχοντας στις αποσκευές τους έναν εξαιρετικό δίσκο, το “Brotherhood of the Snake”, και μία σύνθεση – “All Star Game", εμφανίστηκαν από το πρώτο δευτερόλεπτο στο Gagarin 205 με φόρα και τρομερή όρεξη να μάς ισοπεδώσουν. Τι να πρωτοπεί κανείς: για τον Steve DiGiorgio, ο οποίος σόλαρε σε κάθε, μα κάθε κομμάτι ανελέητα, με ό,τι αυτό συνεπάγεται και για τον Alex Skolnick, ο οποίος ταλαιπώρησε όσο δεν πάει την εξάχορδη signature ESP Silver Burst Les Paul κιθάρα του με αλλεπάλληλα leads και solos - ένας βιρτουόζος κιθαρίστας, ο οποίος, εκτός από τους Testament, και μεταξύ άλλων, έχει την προσωπική του μπάντα (Alex Skolnick Trio), όπου παίζει fusion και jazz... Ο mastermind και εκ των ιδρυτών των Testament, Eric Peterson, με τις 2 signature Dean Flying Vs (με το κλασικό λογότυπο Testament επάνω), συμβάλλει τα μέγιστα με τον ογκώδη, crunchy και πομπώδη ήχο του σε έναν rhythm οδοστρωτήρα, παρόλο που στην αρχή δεν είχε καλό ήχο.

Προσωπικά δεν καταλαβαίνω από ταμπέλες τύπου “Big 4”, “Testallica” και τα τοιαύτα. Αυτά, ακόμα και για πλάκα, μού ακούγονται ανάρμοστα για μια μπάντα που έχει έναν chief επί σκηνής, με πολλά κιλά “cojones”, τον τόσο πωρωτικό Chuck Billy … σού παίρνουν το σκαλπ και δεν παύεις να κάνεις headbanging καθ’ όλη τη διάρκεια του live. Όσο για τον ισοπεδωτικό, καθηλωτικό, ‘βραχώδη’ κύριο Gene Hoglan, αν και το βιογραφικό του τα λέει (σχεδόν) όλα, η πώρωση του να βλέπεις αυτόν τον άνθρωπο να ‘βασανίζει’ το drum kit του, είναι άκρως απολαυστική… Η αλλαγή σε κλάσματα δευτερολέπτων και το πώς κυριολεκτικά χρησιμοποιεί τις μπαγκέτες μέσα στο τραγούδι, η επιβλητική του παρουσία εν γένει σε κάνουν να ρίξεις το σαγόνι στο πάτωμα και να μην πιστεύεις αυτά που βλέπεις… Ο τύπος είναι ΚΥΡΙΟΛΕΚΤΙΚΑ για σεμινάρια πολλών ωρών…

Μιλάμε πραγματικά για μία μηχανή. Όχι απλά καλοδουλεμένη, καλογυαλισμένη κτλ. Οι τύποι σε ισοπεδώνουν και αφήνουν πίσω τους καμμένη γη, για πλάκα. Ούτως ή άλλως, είναι τόσο αξιοσέβαστοι για την όλη τους πορεία και διαδρομή στο metal, που τους βλέπεις να παίζουν live και το μόνο που θέλεις να πεις είναι ότι «δεν περιγράφω άλλο»! Και μόνο το “The Gathering” και η συμβολή του συγκεκριμένου δίσκου στην thrash αναβίωση και το πόσο δραστικά επηρέασε τις μετέπειτα εξελίξεις, αρκεί, για να διαβάζω τη λέξη “Testallica” και να απορώ με αυτόν, που την ξεστομίζει… Δεν πειράζει.

Σχετικά με το playlist, όπως έχει συμβεί με όλες σχεδόν τις συναυλίες, όλοι οι οπαδοί θέλουμε το τάδε, το δείξε, το ένα, το άλλο. Προσωπικά με ικανοποίησε απόλυτα η λίστα κομματιών, αν και θα ήθελα ένα κομμάτι από τα “Demonic” και “Low”, τα οποία γουστάρω πολύ από τη δισκογραφία τους. Είναι περιττό να πω τι συνέβη στο Gagarin με τα δύο κομμάτια από το “The Gathering", τον οδοστρωτήρα “D.N.R. (Do Not Resuscitate)” και το απόλυτο headbanging “3 Days in Darkness”.

Η μπάντα σε τρελά κέφια, σε μεγάλη φόρμα, γαμεί και δέρνει. Είναι η κλασική περίπτωση κατ’ εμέ που λέω αβίαστα και χωρίς δεύτερη σκέψη ότι η μπάντα ιδρώνει για τα καλά τη φανέλα. Επίσης, γενικό συμπέρασμά μου είναι ότι πολλές «μεγάλες» ή και πιο «μικρές» μπάντες θα ήθελαν να παίζουν σαν τους Testament. O πήχης της απόδοσης, της πώρωσης και του περνάω «γαμάτα» στα live τους είναι σε δυσθεώρητα ύψη, στον ακραίο και όχι μόνο ήχο.

Ξύλα, Πέτρες και Τσιμεντοκονίαμα.

Ζήτω το Oakland της California! Ζήτω το Bay Area! Εις το επανειδείν!

Αντώνης Μαντζαβίνος

Photo by Markus Felix

Ιστορική η μέρα για τον γράφοντα, καθώς μέχρι και τις 19/3/2016 δεν είχε καταφέρει να δει ζωντανά στα μέρη μας ούτε τους Anvil ούτε τους U.D.O. για διάφορους λόγους, οπότε μία από τις πολλές επιθυμίες εκπληρώθηκε. Δυστυχώς, λόγω αργοπορημένης άφιξης στο συναυλιακό χώρο, δεν προλάβαμε να δούμε τους Palace, οπότε θα επικεντρωθούμε στα άλλα δύο groups.

Χωρίς να είμαι «ταγμένος» οπαδός τους, εκτιμώ πάρα πολύ τους Anvil και κυρίως μου αρέσουν οι πρώτοι τους δίσκοι. Άλλωστε, ο Καναδάς είναι μια χώρα με πληθώρα εξαγωγής μεγάλων ονομάτων στην rock και metal σκηνή εδώ και δεκαετίες. Το τρίο, λοιπόν, από το Toronto μας πρόσφερε μια πολύ όμορφη εμφάνιση, η οποία αδικείται κάπως από τον ήχο τους, που δεν ήταν και ο καλύτερος. Και οι τρεις τους είχαν περίσσια ενέργεια και επαφή με το κοινό, ιδίως φυσικά ο τραγουδιστής και κιθαρίστας  Steve "Lips" Kudlow, ο οποίος εμφανίστηκε με μπλουζάκι και περιβραχιόνιο στα χρώματα του Καναδά, όπως συνηθίζει, όντας πάντα χαμογελαστός και επικοινωνιακός. Παίζοντας με την κόκκινη Flying V του, ενθουσίασε το κοινό, αν και στα πρώτα κομμάτια οι παρευρισκόμενοι δεν έδειχναν και πολύ ένθερμοι, σιγά σιγά όμως μπήκαν στο κλίμα. Και μόνο το “Metal on Metal” ήταν ικανό να παρασύρει τον κόσμο, όπως και άλλες αναφορές στο ένδοξο παρελθόν τους, “666”, “Winged Assassins” κ.ά. Αξιοσημείωτα της εμφάνισής τους, το παίξιμο κιθάρας από τον Lips με τη βοήθεια ενός δονητή(!), η σύσταση του νέου μπασίστα Chris Robertson αλλά και η αναφορά του Lips στον πρόσφατο χαμό του Lemmy με σεβασμό, όπου δήλωσε πως ο Lemmy ήταν σαν τον μεγαλύτερο αδερφό του. RESPECT.

Η βραδιά συνεχίστηκε με το βαρύ – σαν ιστορία - όνομα του Udo, ο οποίος ήταν εκπληκτικός καθ’ όλη τη διάρκεια του show. Προσωπικά απολαύσαμε, όσα είδαμε, ακούσαμε, νιώσαμε! Ήταν σα να μεταφερθήκαμε 30 χρόνια πίσω στο χρόνο και να ζούσαμε στο 1986. Απίστευτο heavy metal 80s συναίσθημα από το πρώτο μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο! Η μπάντα απέδιδε σαν καλοκουρδοσμένη μηχανή, λες και όλοι τους ήταν μαζί για πάρα πολλά χρόνια. Οι δύο κιθαρίστες με αλλεπάλληλα leads, solos και ρυθμικά γάζωναν κυριολεκτικά το κοινό. Ο drummer (ο υιός Dirkschneider!) ήταν στιβαρός και βράχος στο παίξιμό του. Ο μπασίστας σταθερή αξία και λίρα εκατό. Και φυσικά, ο Udo σε μεγάλα κέφια, λαλίστατος, επικοινωνιακός και με την χαρακτηριστική του βραχνάδα, ήταν ένα με το κοινό, που τον αποθέωνε συνεχώς, σα να μην πέρασε μια μέρα από την προηγούμενη εμφάνισή του εν Αθήναις. Όχι μόνο δεν έδειξε κανένα σημάδι κούρασης το δίωρο που ήταν επί σκηνής, αλλά έδειχνε σα να ήθελε να παίξει κι άλλο. Ο ήχος, κρύσταλλο σε όλα τα μουσικά όργανα, «στουντιακός» θα μπορούσε κάποιος να πει, ήταν πραγματικά ό,τι έπρεπε, για να γουστάρει το κοινό ακόμα περισσότερο. Και το playlist; Βγαλμένο από τα όνειρα του οπαδού! “Midnight Mover”, “Fast as a Shark”, “London Leatherboys”, “Restless and Wild”, Princess of the Dawn”, “Balls to the Wall”, “I’m a Rebel”, “Neon Nights”, “Up to the Limit”, “Living for Tonite”, “Midnight Mover”, “Son of a Bitch”, “Breaker” κ.ά, με συνεχόμενο headbanging από όλους τους παρευρισκόμενους, ακόμα και από 8χρονα και 10χρονα παιδάκια, που ενδεχομένως να πήραν το βάπτισμα του πυρός -ομολογουμένως, ήταν από τις πιο όμορφες εικόνες της συναυλίας. Το ζεστό χειροκρότημα σε όλη την μπάντα αλλά κυρίως στον Udo, ήταν το λιγότερο που θα μπορούσε να αποδώσει το Αθηναϊκό κοινό που στα τελευταία κομμάτια παραληρούσε, αποθέωνε και αποχώρησε με πλατύ χαμόγελο από την Πειραιώς 117!

Auf Wiedersehen Udo!

Αντώνης Μαντζαβίνος

     Δεν υπάρχει καλύτερο συναίσθημα μετά το πέρας της οποιασδήποτε συναυλίας, την οποία έχεις μόλις παρακολουθήσει, όταν νιώθεις γεμάτος, ενθουσιασμένος και το σαγόνι σου βρίσκεται ακόμα στο πάτωμα, προσπαθώντας να καταλάβεις τι ακριβώς προηγήθηκε και σε συνεπήρε τόσο πολύ…

     Σάββατο βράδυ λοιπόν, προσερχόμενοι στο ΑΝ Club, είχαμε αρκετά καλή διάθεση για να δούμε επί σκηνής τους Avatarium, αλλά και να ακούσουμε τους Αθηναίους The Slayerking, για τους οποίους δεν γνωρίζαμε πάρα πολλά πράγματα, παρόλο που είχαμε ακούσει τη δουλειά τους, όμως θέλαμε να τους δούμε live.

     Οι The Slayerking, αν και ξεκίνησαν ελαφρώς «μαγκωμένοι», κέρδισαν γρήγορα τους παρευρισκόμενους και ομολογώ ότι δεν περίμενα να μου αρέσουν τόσο πολύ. Η μπάντα, αποτελούμενη από τρεις μουσικούς, δείχνει πολύ συμπαγής, δεμένη και αποδίδει με περίσσια ενέργεια τη μουσική της. Τολμώ να πω ότι ταίριαζαν γάντι σαν επιλογή πλάι στους Σουηδούς και φάνηκε ότι ήταν αρκετά καλά προετοιμασμένοι για αυτό το live. Ενδεχομένως η παρουσία μιας δεύτερης κιθάρας να εμπλούτιζε τον ήδη αρκετά heavy ήχο τους, αλλά το πάθος και η συγκέντρωση των μουσικών μας πώρωσε και μας άφησε τις καλύτερες εντυπώσεις. Έβαλαν παρακαταθήκη για το εγγύς μέλλον και περιμένουμε να τους δούμε εκ νέου.

     Στις 11 ακριβώς λοιπόν ξεκίνησαν οι Avatarium, οι οποίοι ήρθαν στην Αθήνα χωρίς τον Leif Edling (απουσίαζε και από τη συναυλία των Candlemass προ μίας εβδομάδας), χωρίς τον αντικαταστάτη του Anders Iwers, αλλά με τον (θεό!) Mats Rydstrom (Abramis Brama, Backdraft, Bonafide, Pontus Snibb 3 κ.α.) στο μπάσο. Από το πρώτο μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο, οι Avatarium ήταν ισοπεδωτικοί, με απίστευτη ενέργεια και επαφή με το κοινό, σε μία απίστευτα επαγγελματική – με την καλή έννοια – εμφάνιση, που δεν άφησε κανένα περιθώριο για το οποιοδήποτε ψεγάδι. Με την μούσα του τεράστιου Leif Edling, Jennie-Ann Smith, να μαγεύει άπαντες με τις ερμηνείες της και την απλότητά της, όλοι μας δεν πιστεύαμε αυτό που βλέπαμε και ακούγαμε. Ο κιθαρίστας Marcus Jidell (Evergrey, Royal Hunt κ.ά), με το κόκκινο Gibson ταυράκι, εντυπωσιακός και παρορμητικός, ταυτόχρονα τόσο ουσιαστικός και με μπόλικο πάθος, είχε έναν ήχο άλλοτε μελωδικό και άλλοτε heavy όσο δεν πάει. Ο drummer Lars Sköld (Tiamat, Jupiter Society κ.ά) ήταν καταιγιστικός και έδινε το ρυθμό με τόσο εμφατικό και παθιασμένο τρόπο σε όλα τα τραγούδια. Ο πληκτράς Carl Westholm (Krux, Jupiter Society, κ.α.) συνέβαλε καθοριστικά με τα εξαιρετικά πλήκτρα του (mellotron κ.ά) σε αυτόν τον τόσο ιδιαίτερο doom ήχο των Avatarium, κάνοντας τα τραγούδια πιο ψυχεδελικά και μεθυστικά και διευρύνοντας τον μουσικό ορίζοντα της μπάντας. Τέλος, ο μπασίστας Mats Rydstrom, νέο session μέλος, φίλος και συντοπίτης με όλα τα μέλη, έβγαλε τρομερή ενέργεια στη σκηνή, συμμετείχε με το δικό του τρόπο σε όλα τα κομμάτια και στο «μπετόν αρμέ» rhythm section, που δεν άφησε τίποτα στο πέρασμά του.

     Η μπάντα φαινόταν σα να έπαιζε μαζί είκοσι χρόνια και παρόλο που έχει κυκλοφορήσει μόνον δύο full-length δίσκους και δύο EPs, το setlist ήταν παραπάνω από ικανοποιητικό. Το κοινό ήταν πάρα πολύ ζεστό και συμμετείχε καθ’ όλη τη διάρκεια. Και πώς να μην ήταν έτσι, όταν το συγκρότημα έβγαλε μια αξιοπρόσεκτη ζέση και μας μάγεψε για περίπου μιάμιση ώρα. Στο δε “Moonhorse” στο τέλος έγινε χαμός και κορυφώθηκε μια αξέχαστη βραδιά, την οποία θα θυμόμαστε για πάντα. Οι Avatarium έβαλαν πολύ ψηλά το συναυλιακό πήχη και τα performance standards και μας έκαναν στο τέλος να παραμιλάμε για αυτό που μόλις είχε ολοκληρωθεί.

     Τελικά, κάτι τρέχει με τη Σουηδία.. Δεν ξέρω αν είναι το νερό, ο αέρας ή κάτι άλλο, αλλά αυτή η χώρα συνιστά αστείρευτη πηγή εξαιρετικών μουσικών, οι οποίοι απέχουν απείρως από σταριλίκια, snob συμπεριφορές και συνεχίζουν να μας χαρίζουν απολαυστικές συναυλιακές βραδιές. Εις το επανειδείν!

Αντώνης Μαντζαβίνος

     Τριάντα χρόνια δισκογραφίας δεν τα λες και λίγα. Ειδικά για ένα συγκρότημα, όπως οι Candlemass, οι οποίοι έχουν στιγματίσει όσο ελάχιστοι τον χώρο του doom metal από την πρώτη μέρα. Επί τη ευκαιρία, λοιπόν, της επετείου για τον πρώτο δίσκο, “Epicus Doomicus Metallicus”, η μπάντα ηχογράφησε και θα κυκλοφορήσει αρχές καλοκαιριού το αντίστοιχο επετειακό EP με 4 νέα τραγούδια. Δεν θα μπορούσε όμως να λείψει και η αντίστοιχη anniversary tour, περνώντας και από τα λημέρια μας (η πρώτη εμφάνιση για τη συγκεκριμένη περιοδεία), όπου υπάρχουν άρρηκτοι δεσμοί της μπάντας με το ελληνικό κοινό.

     Εισερχόμενοι στο συναυλιακό χώρο, παρατηρούμε άμεσα το κλασικό λογότυπο ως backdrop για το live, και αμέσως η πώρωση και η ανυπομονησία αρχίζουν και γίνονται έντονες. Και ας μην ήταν παρών ο τεράστιος Leif Edling. Και ας μην ήταν κάποιος τραγουδιστής, που έχει στιγματίσει τόσο πολύ με τη φωνή και το performance του τα τραγούδια τους (Messiah Marcolin). Και ας είχαν πάρα πολλές επιφυλάξεις αρκετοί από το κοινό («αρπαχτή», «αγγαρεία», κτλ). Οι «αντικαταστάτες» Mats Leven και Per Wiberg, όχι μόνο έχουν χρόνια στο κουρμπέτι, όχι μόνο έχουν αποδείξει, για το τι είναι ικανοί να κάνουν, όχι μόνο έχουν συνεργασίες με κολοσσούς στο ενεργητικό τους. Δένουν απίστευτα και με το υλικό, και με το ύφος, αλλά και με την ψυχολογία του συγκροτήματος, ώστε κάθε αμφιβολία αίρεται εν τη γενέσει της, από τα πρώτα κιόλας λεπτά. Άλλωστε, ο Leif Edling δεν θα έκανε κάποια επιλογή έτσι, στην τύχη, ή πρόχειρα. Δεν υπήρχε η παραμικρή περίπτωση.

     Ο ήχος παχύς και ογκώδης, όπως ακριβώς αρμόζει στους Σουηδούς. Το κοινό από την αρχή και μέχρι το τέλος συμμετέχει με πάθος δείχνοντας πόσο πολύ αγαπάει τους Candlemass, ακόμα μια φορά. Οι παλιές καραβάνες (Mappe Bjorkman, Lars Johansson και Jan Lindh) κραδαίνουν τις κιθάρες τους (λευκό ταυράκι και καφέ Flying V) και χτυπούν με μανία τα τύμπανα, απολαμβάνοντας κάθε στιγμή, έχοντας ταυτόχρονα άμεση επικοινωνία με το κοινό και δείχνοντας πόσο πολύ αγαπούν αυτό που κάνουν. Για κάθε οπαδό των Candlemass, όταν δεν είναι επί σκηνής ο «καλόγερος», υπάρχουν επιφυλάξεις. Όμως, ο φανταστικός - και ψιλόλιγνος - Mats Leven αποζημίωσε με το παραπάνω το κοινό, και απέδειξε ότι μπορεί με περίσσια άνεση να αποδώσει ζωντανά το ο,τιδήποτε. Αξίζει να σημειωθεί το σεμνό - και αποδίδον σεβασμό – ύφος της όλης παρουσίας του Per Wiberg, ο οποίος ήταν γεμάτος ουσία και συγκέντρωση στα υψηλά του καθήκοντα, αντικαθιστώντας τον Leif. To setlist ήταν ικανοποιητικό, αν και για έναν οπαδό των Candlemass ποτέ δεν θα είναι αρκετό και ποτέ η μιάμιση και κάτι ώρα που έπαιξαν, δεν θα είναι αρκετή. Άλλωστε αυτό πιστεύω ότι συμβαίνει με όλα τα αγαπημένα μας συγκροτήματα. Highlight (και outsider φυσικά) της βραδιάς κατ’ εμέ ήταν το “Dying Illusion” από το (αγαπημένο μας) “Chapter VI” και επίσης μας άρεσε πολύ το “At the Gallows End”, όπου πραγματικά ο Mats Leven έδωσε ρέστα.

Αντώνης Μαντζαβίνος

     Πρέπει να ξεκαθαρίσω κάτι εξ αρχής για όσους δεν γνωρίζουν. Έχω μια ιδιαίτερη αδυναμία στους Whitesnake και στον David Coverdale, γι’ αυτό και το report της συναυλίας δεν γίνεται να είναι αντικειμενικό. Όταν με τον πρώτο σου έρωτα έχεις χορέψει, μαθητής ακόμα, το πρώτο σου μπλούζ υπό τους ήχους του ''Soldier Of Fortune'' ή στα επιπόλαια καυγαδάκια έχεις αφιερώσει το ''Don't Break My Heart'' ή ακόμα στον τελειωτικό χωρισμό έχεις τραγουδήσει το ''Fool For Your Loving'', πώς θα μπορούσε να ήταν διαφορετικά; Πάμε όμως στο προκείμενο. Δευτέρα 16/11/2015, μια γλυκιά για τα δεδομένα του Βερολίνου βραδιά, βρέθηκα στο Columbia Halle στις 19:40, ενώ υπήρχε αρκετός κόσμος απ’ έξω, που περίμενε υπομονετικά τη σειρά του, για να μπει μέσα. Το venue αυτό θυμίζει το Gagarin 205, αλλά είναι τρεις φορές μεγαλύτερο με μεγάλο εξώστη. Αφού άφησα τα χοντρά ρούχα και εφοδιάστηκα με ποτό, έπιασα μια θέση σχετικά μπροστά και περίμενα. Τη βραδιά άνοιξαν οι Αυστραλοί The Dead Daisies, μια νέα μπάντα ιδρυθείσα το 2012, ήδη με δύο δίσκους και το φρέσκο “Revolución” (2015) να είναι ο βασικός λόγος της περιοδείας τους. Στα τέλη Φλεβάρη του 2015 οι The Dead Daisies έγιναν η πρώτη δυτική rock μπάντα, που έπαιξε στην Κούβα, δεδομένου ότι η κυβέρνηση Ομπάμα ξανάνοιξε τις εμπορικές σχέσεις και έγραψαν ιστορία, ως μέρος της πολιτιστικής ανταλλαγής, φιλοξενούμενοι του Υπουργείου Πολιτισμού της Κούβας. Μουσικά κινούνται στα μονοπάτια του hard rock με πολλά southern στοιχεία και κατέβαλαν φιλότιμες προσπάθειες να ξεσηκώσουν το γερμανικό κοινό, το οποίο παρακολουθούσε χωρίς να συμμετέχει σχεδόν καθόλου. Μόνο στις τρεις διασκευές τα “War Pigs” (Black sabbath), “Hush” (Deep Purple) και “Helter Skelter” (Beatles) το κοινό κάπως ζωήρεψε και τους συνόδευσε στο τραγούδι. Από τους μουσικούς ξεχώρισα τον Marco Mendoza στο μπάσο και τον Brian Thichy στα τύμπανα.

     Η ώρα έχει πάει 10 και ο χώρος έχει γεμίσει με 3000 περίπου ανθρώπους, οι πιο πολλοί μεγαλύτερης ηλικίας με τις γυναίκες τους αλλά και νεώτεροι θαυμαστές των Snake, οι οποίοι ξεκινούν με το “Burn” και δίνουν έτσι το έναυσμα, ώστε να ξεκινήσει η διασκέδαση. Αυτό που γίνεται άμεσα αντιληπτό είναι ότι η μπάντα έχει διάθεση και κέφι, ενώ ο frontman δεν σταματά τα σκέρτσα και τα πειράγματα με το κοινό, ιδιαίτερα το θηλυκό. Ακολουθεί το “Bad Boys” και το “Love Ain't No Stranger”, όπου δίνεται η πρώτη ευκαιρία στο κοινό να συμμετάσχει τραγουδώντας, και ο Coverdale το αφιερώνει στα πρώην μέλη του συγκροτήματος John Sykes, Neil Murray και Cozy Powell. Ο ύμνος “The Gypsy” για τη συνέχεια, το οποίο παραδόξως το κοινό δεν φαίνεται να γνωρίζει, και στο καπάκι τα “Give Me All Your Love” και “Ain't No Love in the Heart of the City”, όπου o Coverdale ζητάει από το κοινό να τραγουδήσει - το πλήθος το έκανε, τραγουδώντας μαζί του και βγάζοντας φωτογραφίες με τα κινητά. Μετά έρχονται τα αχρείαστα guitar solos των Reb Beach και Joel Hoekstra, που είναι ωστόσο απαραίτητα, για να πάρει τις ανάσες του ο Dave, που, μόλις επανέρχεται, αφιερώνει το “You Keep on Moving” στον αξέχαστο John Lord. Η υγρασία από τα πατώματα φτάνει στο ταβάνι με το “Mistreated”, στο οποίο η ερμηνεία του Dave είναι συγκλονιστική, τηρουμένων των αναλογιών της ηλικίας του.Στη συνέχεια, έχουμε solo σε πλήκτρα (Michele Luppi) και drums (Tommy Aldridge), με ενδιάμεσο κομμάτι το “You Fool No One”, για να φθάσουμε στο καρέ του θανάτου: “Soldier Of Fortune”, “Is This Love”, “Fool For Your Loving”, “Here I Go Again”, όπου και τελειώνει η συναυλία μέσα σε πανδαιμόνιο και αλαλαγμούς Γερμανών και όχι μόνο. Μέσα σε 2-3 λεπτά ξαναβγαίνουν, με το “Still Of The Night” να ολοκληρώνει τελικά την μουσική αυτή πανδαισία. Αυτό που μου έκανε θετική εντύπωση είναι το γεγονός ότι κανείς από τους θεατές δεν κάπνιζε ούτε σε ενοχλούσε με τo κινητό μπροστά στα μάτια σου, γενικά υπήρχε σεβασμός στον διπλανό, δείγμα της συναυλιακής τους κουλτούρας. Όσον αφορά τα αρνητικά, θα ήθελα να τονίσω ότι ο ήχος είχε προβλήματα, ιδιαίτερα στα πιο γρήγορα κομμάτια, βαβούριαζε και δεν άκουγες καθαρά τα όργανα, φαινόμενο που συναντάμε πολλάκις και στη χώρα μας. 

 

     Εν κατακλείδι ο Coverdale έβγαλε το “The Purple Album", για να τιμήσει το πρώτο του συγκρότημα, τους Deep Purple, με τους οποίους κυκλοφόρησε τρεις δίσκους, και ταυτόχρονα να ικανοποιήσει και τους οπαδούς, που δεν είχαν την τύχη να ακούσουν live τα τραγούδια αυτά και το είχαν απωθημένο. Το όλο αυτό γεγονός δημιούργησε, από την μια ανυπομονησία για τις μεγάλες αυτές συναυλίες, από την άλλη πολλές συζητήσεις πριν από αυτές: για την γκρίνια της φωνής του τραγουδιστή, για το πείραγμα από το φίλο, που σε θεωρεί δεινόσαυρο, για το βαρετό πια «εγώ τους είδα στα ντουζένια τους, τι να πάω τώρα» από τον μεγάλο σε ηλικία και φυσικά για το «τους έχω δει πέντε φορές» του φίλου, που σπούδαζε Αγγλία. Σε όλους αυτούς τους επικριτές και γκρινιάρηδες του όλου εγχειρήματος του David Coverdale θέλω να πω το εξής: φιλαράκια, ακούω το ''Burn'', το ''Stormbringer'' επί 35 χρόνια. Ήταν εκεί, όταν μεγάλωνα, ήταν εκεί, όταν φίλησα το πρώτο μου κορίτσι, ήταν εκεί, όταν παντρεύτηκα, όταν αγόρασα το πρώτο μου αυτοκίνητο. Οπότε έχει να μου προσφέρει πάρα πολλά μια τέτοια μουσική εμπειρία. Το σημαντικότερο για αυτές τις συναυλίες όμως είναι η νέα γενιά των πιτσιρικάδων, που θα τους δει για πρώτη φορά και αυτόν τον πιτσιρίκο δεν πρέπει να τον ξενερώνεις σαν «παλιός» και «πολυταξιδεμένος» των συναυλιών. Όσο δε για τον 65αρη αυτό τύπο, αν νομίζεται ότι γεννήθηκε για να περπατήσει μόνος του, απλά ελέγξτε τον λογαριασμό του στο twitter και συγκρίνετε τον αριθμό των ακολούθων (71.100) του σε σχέση με τον αριθμό των ατόμων που ακολουθεί αυτός (0) … Rock me ‘till Ι' m burnt to the bone …

                                                                                                                                     Σάκης “Dio” Σοφιανός

Page 2 of 4