Πηγαίνοντας προς το Terra Vibe, ακούγαμε το “Sonic Brew”, μιας και είναι το αγαπημένο μας album των Black Label Society, και συζητούσαμε το πόσο πολύ περιμέναμε να δούμε τον Zakk Wylde με την μπάντα του επί σκηνής, κυρίως όσοι από μας δεν τον είχαμε απολαύσει το 2005, όταν είχε ξαναπαίξει στον ίδιο χώρο ως support act στους τεράστιους Black Sabbath. Η ανυπομονησία είχε χτυπήσει κόκκινο και δεν κρατιόμασταν κυριολεκτικά.

     Λίγο η οικονομική κρίση, λίγο η απόσταση του συναυλιακού χώρου από την Αθήνα (ναι, θα θέλαμε να βλέπαμε τους Black Label Society σε κάποιο κλειστό χώρο, και ας είναι κατακαλόκαιρο, αλλά φυσικά και κατανοούμε την επιλογή του χώρου), λίγο το ότι πολλοί τους είχαν ξαναδεί, μας έκανε να σκεφτούμε ότι η προσέλευση του κόσμου δεν θα ήταν δα και σε μεγάλα επίπεδα. Όπως και αποδείχτηκε. Αυτό, όμως, δεν πτόησε στο παραμικρό το κοινό, που βρέθηκε εκεί, και πόσο μάλλον δεν πτόησε καθόλου μα καθόλου τους εξαιρετικούς Potergeist, οι οποίοι μας αρέσουν εδώ και καιρό. Γεμάτοι ενέργεια, αμεσότητα με το κοινό, οι μπαρουτοκαπνισμένοι μουσικοί απέδωσαν με περίσσιο πάθος και τσαγανό τα τραγούδια τους. Οι τύποι καραγουστάρουν αυτό που κάνουν, συμπαρασύρουν άπαντες στο heavy groove, που σε κάνει να απολαμβάνεις κάθε κίνηση στο headbanging. Προσωπικά ξεχωρίσαμε, χωρίς να αδικούμε τα υπόλοιπα «γαμάτα» τραγούδια, τα “Last Punk Standing" και “Southern Crown”, ειδικά το τελευταίο ήταν το καταλυτικό επιστέγασμα μιας «τσαμπουκαλεμένης» εμφάνισης των Potergeist, οι οποίοι έχουν λαμπρό μέλλον, αν συνεχίσουν να μας πωρώνουν έτσι.

     Η ώρα είχε πάει περίπου δέκα παρά, το backdrop Sonic Brew στηνόταν εμπρός της σκηνής, όπως επιβάλλει το Black Label πρωτόκολλο, επιβλητικό και δίνοντας το τέλειο σκηνικό για την εμφάνιση των Almighty BLS. Ελάχιστα λεπτά, πριν ξεκινήσουν οι Zakk & Co, ακούγεται κάτι σαν πρελούδιο από τα μεγάφωνα, μια μίξη Led Zeppelin & Black Sabbath (ακούσαμε ταυτόχρονα ένα mashup “Whole Lotta Love” και “War Pigs”!), το οποίο ξεσήκωσε τον κόσμο, που δεν πίστευε αυτό που άκουγε, και που κατά 99,9% είναι έμπνευσης του Zakk Wylde! Τεράστια έκπληξη, που φυσικά δεν περιμέναμε, αλλά μας «τσίτωσε» ακόμα παραπάνω για αυτά που θα ακολουθούσαν.

Γύρω στις 10, το Sonic Brew πέφτει σιγά σιγά – υπό των εκκωφαντικό ήχο σειρήνας – και ο Zakk Wylde μπουκάρει με το υπερ-αγαπημένο και must σε κάθε Black Label Society live “The Beginning At Last” από τον πρώτο δίσκο τους! Το κοινό παίρνει φωτιά και αρχίζει το headbanging. Ακολουθούν κατά σειρά τα: “Funeral Bell”, “Bleed for Me”, “Heart of Darkness”, “Suicide Messiah”, “My Dying Time”, “Damn the Flood”, τα οποία αφήνουν κυριολεκτικά καμμένη γη, αφού ο Zakk παίζει μανιασμένα, πωρωμένα και έχοντας στο πλευρό του ένα τόσο συμπαγές και πανάξιο σύνολο των υπολοίπων της μπάντας. Οι John DeServio, Jeff Fabb και Dario Lorina πλαισιώνουν τον Zakk και αναδεικνύουν το, γιατί επιλέχτηκαν να είναι στο πλάϊ του, κάτι που μόνο κατά τύχη δε συνέβη. Ακολουθεί guitar solo, που η αλήθεια είναι ότι θα μπορούσε φυσικά να είναι μικρότερης διάρκειας, αλλά δε χάλασε καθόλου τους πιστούς οπαδούς, μιας και το shredding του Zakk Wylde είναι πάντα εμπνευσμένο και γεμάτο συναίσθημα. Ο ίδιος χρησιμοποίησε εκτός από τις γνωστές Gibson/Epiphone Buzzsaw κιθάρες, και τις Wylde Audio Custom, κάτι που κάνει εδώ και καιρό, λανσάροντας τη δική του σειρά από κιθάρες και εν γένει εξοπλισμό. Συνεχίζουμε με τα : “Godspeed Hellbound”, “Angel of Mercy”, “In This River”, “The Blessed Hellride” (όπου ο Zakk αλλά και ο “Father”-Dario χρησιμοποίησαν 2 double neck κιθάρες) και το “Concrete Jungle”. Άξιον λόγου το tribute που έκανε, όπως συνηθίζει ο Zakk, στον Dimebag Darrell με το “In This River”, παίζοντας πιάνο, όταν και εμφανίστηκαν δύο μικρά πανό στους ενισχυτές αριστερά και δεξιά με δύο χαρακτηριστικές φωτογραφίες του μεγάλου και αδικοχαμένου Dime. Η βραδιά είχε το φινάλε, που της άξιζε, με το μεγαλοπρεπές “Stillborn” και τη συγκίνηση να κορυφώνεται σε μια καταπληκτική βραδιά έντονων συναισθημάτων και φόρτισης.

Ένα μεγάλο ευχαριστώ στους Potergeist που έχουν μεγάλα guts και το μέλλον τους ανήκει, στους Black Label Society για το υπερθέαμα, που μας προσέφεραν, και ένα special ευχαριστώ στον Zakk Wylde, που είναι ο εαυτός του στο πέρασμα του χρόνου. SDMF.

 

Αντώνης Μαντζαβίνος

    

     Κρύο το βράδυ της εαρινής ισημερίας σε μία πόλη, που δεν υπάρχει πάνω στα σύνορα με την Γαλλία. Κατάμεστος ο χώρος και το “Hand.Cannot.Erase” πολύ πρόσφατο, αλλά ο κόσμος το γνωρίζει καλά και δείχνει την αγάπη του. Είναι ο τέταρτος προσωπικός δίσκος του Steven Wilson, ο οποίος έχει βγει στην σκηνή με blues-άκι XTC, τους οποίους τίμησε με το “Harmony Korine” (σ.σ: από το “Insurgentes”).

     Aλλά πρώτα ξεκίνησε παίζοντας το νέο υλικό, ο απλός, καθημερινός χαρακτήρας του οποίου επιβεβαιώθηκε από την υψηλής αισθητικής ταινία/video clip που προβαλλόταν πίσω από την μπάντα. Η μουσική του Wilson αποκρυσταλλώνει σε μια αιώνια νεότητα την μετάβαση της βρετανικής ψυχεδελικής pop των late ‘60s στο προ-progressive της ίδια εποχής. Βέβαια, ο νέος δίσκος συχνά ηχεί συγγνενικά με μια φαντασίωση, που θέλει των Rush των ‘80s να ερμηνεύουν συνθέσεις του Syd Barret ή έναν εφιάλτη, που επιθυμεί τους Pink Floyd να ντεμπουτάρουν το 1978, την χρονιά που η punk έγινε pop, ξανά. Ο ουρανός κατεβαίνει και συναντά τη γη που ανεβαίνει: το progressive rock, που επιδαψιλεύεται στο ακροατήριο δεν είναι οιητικό όσο μάλλον εργατικό, πλασμένο μέσω αληθινών χαρακτήρων αλλά εννοείται αναγόμενο σε δυνάμεις ποίησης και μετάστασης.

     Εκείνο το βράδυ ακούσαμε όλο το νέο album, με κορυφώσεις το ομώνυμο, το “Perfect Life” με τις αισθητές kraut rock εκφάνσεις του, το αδιανόητο “Routine” και το μαινόμενο “Ancestral”. O Wilson μας είπε ότι διάλεξε τα “Lazarus” και “Sleep Together” των Porcupine Tree, διότι συντονίζονται με το ήθος της νέας δουλειάς του. Μας φιλοδώρησε επίσης με τα “Index” από το “Grace for Drowning” και τα “The Watchmaker” και το ομώνυμο από το επικό “The Raven that Refused to Die”.

     Η συναυλία , εκτός από την άρτια απόδοση όλων των μουσικών, σφραγίστηκε από μια δυσθεώρητη αισθητική, η οποία κατέστησε το progressive τη μουσική του διπλανού σου και όχι την ονείρωξη του ωδειακού φυτού. Ήταν ένα οπτικοακουστικό όργιο, όχι μερικών εκλεκτών αλλά κυρίως εκείνων, που δέχτηκαν το κάλεσμα της μύησης. Κάπως έτσι το “Routine” έγινε πρωτεύς δακρύων και το “Happy Returns” ο πρώτος θάνατος μια χαμένης απόβασης.

Βασίλης Ζαχαρόπουλος

    

     Οι  Accept έχουν θεωρηθεί, εδώ και πολλά χρόνια, μια metal μπάντα, που έβαλε τα θεμέλια για πολλές σημερινές μπάντες. Στα τέλη της δεκαετίας του '70 ήταν μεταξύ των πρωτοπόρων συγκροτημάτων του σκληρού ήχου, επηρεάζοντας με την ταχύτητά τους το ιδίωμα του power metal και του thrash metal, πραγματοποιώντας μιά πορεία, που έφθασε μέχρι τα μέσα του '90. Ακολούθησαν οι δυσκολίες και η διάλυση, ως το 2009 που επανασυνδέθηκαν και ζουν σήμερα πλέον μία δεύτερη ζωή, με τρία πολύ επιτυχημένα albums, με παγκόσμια επιτυχία και αποδοχή. Το δέκατο τέταρτο album τους, το "Blind Rage",  που κυκλοφόρησε τον περασμένο Ιούλιο, ήταν η αφορμή για μία δεύτερη Ευρωπαϊκή περιοδεία που θα περνούσε και από την Αθήνα.

     Η πρώτη μπάντα, που εμφανίστηκε στην σκηνή, ήταν οι Null 'O' Zero, ακριβώς στις 20:00, έχοντας το δύσκολο έργο να ανοίξουν την συναυλία μπροστά στον λίγο κόσμο, που είχε έρθει εκείνη την ώρα. Πρόκειται μία νέα μπάντα που κυκλοφόρησε το 2012 ένα EP, το ''Under Blood Red Sky'', ενώ τώρα η μπάντα ετοιμάζει την πρώτη της ολοκληρωμένη studio δουλειά, που θα φέρει τον τίτλο ''The Enemy Within''. Η μουσική τους κινείται στα πλαίσια του κλασικού heavy metal, με μοντέρνες και φρέσκες επιρροές. Η μπάντα ήταν πολύ καλά προβαρισμένη , ο τραγουδιστής έχει μία πάρα πολύ καλή και ιδιαίτερη φωνή, ένα μείγμα Russell Allen και Ronnie James Dio, ενώ και η υπόλοιπη μπάντα έσπερνε καθ' όλη την διάρκεια του 30λεπτου set της, με τους Μώρο και Δεληγιάννη σε drums και μπάσο να συνιστούν ένα στιβαρό rhythm section. Το μέλλον τους ανήκει και έχουν όλα τα φόντα για να προχωρήσουν και να αφήσουν το στίγμα τους με το πέρασμα των χρόνων.    
     Η δεύτερη μπάντα, που ανέβηκε στη σκηνή, γύρω στις 20:50, ήταν οι Fortress Under Siege με τον Αλέξανδρο Μπαλακάκη (Hannibal, ex-Spitfire) στην φωνή,  ενώ το Gagarin είχε αρχίσει να γεμίζει. Η μπάντα κινείται σε progressive/power μονοπάτια, ενώ έχει κυκλοφορήσει τον Δεκέμβριο του 2014 το δεύτερο CD της, ''Phoenix Rising'. Από αυτό έπαιξαν τα πέντε κομμάτια σε έννα 40λεπτο set, πραγματοποιώντας μία πολύ καλή εμφάνιση - ο έμπειρος Hannibal ήταν κεφάτος, έλεγε αστεία και προσπαθούσε να ξεσηκώσει τον κόσμο. Με την εμφάνιση τους, έδειξαν ότι έχουν μεγάλες δυνατότητες σαν μπάντα, ο Hannibal έχει πλέον προσαρμοστεί πλήρως στην μπάντα, ενώ και ο Σωτηρόπουλος σε κιθάρα και ο Γεωργίου στα πλήκτρα ήταν άριστοι, έχοντας σύμμαχο τους και τον πολύ καλό ήχο. Αποχώρησαν στις 21:30 και όλοι πια περιμέναμε την γερμανική μηχανή των Accept.
     Κατά τις 22:00 τα φώτα σβήνουν, ενώ από τα ηχεία ακούμε το ''Given The Dog A Bone'' των AC/DC. Οι Accept ανεβαίνουν στην σκηνή με την εισαγωγή του ''Stampede'' μέσα σε αποθέωση και ξεκινούν την συναυλία. Αυτό, που γίνεται κατανοητό από την αρχή είναι ότι η μπάντα οργώνει, τα δύο νέα μέλη έχουν δέσει μπετόν-αρμέ με τα παλαιότερα μέλη, λες και παίζουν χρόνια μαζί, και ο ήχος, αν και δυνατός, είναι πεντακάθαρος. Οι Accept εν έτει 2015 εξακολουθούν να είναι η πολεμική μηχανή, που μπορεί να δημιουργήσει εκπληκτικά και μελωδικά τραγούδια με απλά riffs, πιασάρικα refrain και γρήγορα tempo. Το setlist πήρε κομμάτια από σχεδόν όλα τα albums τους, ευνοώντας την τελευταία φάση (2010-2014). Το ζωντανό αποτέλεσμα ήταν μια ομοιογενής και αρμονική πλημμύρα του old school heavy metal. Ο Mark Tornillo έδωσε μία εκπληκτική παράσταση, δείχνοντας μας πως υπάρχουν Accept και χωρίς τον Udo, και μοιάζει να είναι δεκαετίες στην μπάντα. Είναι ο ιδανικός frontman των ξαναγεννημένων Accept, συμμετέχοντας το ίδιο, είτε στα παλιά είτε στα νέα κομμάτια. Ήταν αναζωογονητικό να βλέπεις ότι η μπάντα έχει κατακτήσει όλες τις ηλιακές ομάδες, από όλα τα είδη. Είδα τους νεότερους έφηβους, νεαρούς ενήλικες και τους μεγαλύτερους ηλικιακά οπαδούς τους, όλους ανακατεμένους σε ένα ξέφρενο κοινό. Wolf Hoffman και Peter Baltes απόλαυσαν την συναυλία σαν μικρά παιδιά, με παίξιμο φοβερό, δέσιμο και σκηνική παρουσία - σίγουρα περνούν μια δεύτερη νιότη! Όσο για τους καινούργιους, Uwe Lulis και Christopher Williams, απέδειξαν σε όλα τα επίπεδα ότι τελικά "ουδείς αναντικατάστατος". Εκπληκτικό ήταν ιδιαίτερα το δεύτερο μισό της συναυλίας, από το ''Shadow Soldiers'' μέχρι το τελευταίο ''Fast As A Shark'' - μια αδιάκοπη διαδοχή επιτυχιών! Με τον κόσμο να συμμετέχει ενεργά, highlight της βραδιάς ήταν το διπλό solo μπάσου - κιθάρας κατά την διάρκεια του ''No Shelter'', που από μόνο του άξιζε την τιμή του εισιτηρίου. Μετά από το encore, στο οποίο έπαιξαν τα ''Metal Heart'', ''Teutonic Terror'' και τον ύμνο ''Balls To The Wall'', οι Accept αποχωρούν οριστικά από την σκηνή μετά από δύο ώρες μαγείας. Για μένα, που τους έχω δει ζωντανά και τις δύο προηγούμενες φορές (το 2011 και το 2012), αυτή ήταν η καλύτερη τους εμφάνιση. Αν έχετε την ευκαιρία να δείτε τους Accept ζωντανά, σας προτρέπω να πάτε στο show, δεν θα απογοητευτείτε.  Υπάρχουν νικητές και ηττημένοι ... και στην συνέχεια υπάρχουν οι Accept!
 
Σάκης "Dio" Σοφιανός
 

     Ο κάθε οπαδός θέλει να μπορεί να παρακολοθεί τις αγαπημένες του μπάντες επί σκηνής, ειδικά όταν είναι στο ζενίθ της σταδιοδρομίας τους. Τέτοιου είδους περίπτωση είχαμε, όταν οι EPICA επιβεβαίωσαν τις ζωντανές εμφανίσεις στην Ελλάδα, στα πλαίσια της προώθησης του νέου, άκρως επιτυχημένου τους album, ''The Quantum Enigma''.

     Οι πόρτες άνοιξαν με μικρή καθυστέρηση στις 8:15 και οι Jaded Star ανέβηκαν στην σκηνή μετά από μία ώρα, δηλαδή γύρω στις 9:15. Πρόκειται για μία νεοσύστατη μπάντα με frontwoman την πληθωρική Maxi Nil (On Thorns I Lay, ex-Elysion, ex-Vision Of Atlantis) στα φωνητικά, τον Raphael Saini (ex-Iced Earth) στα drums και τον Κώστα Βρετό (Wardrum) στην κιθάρα. Σαν female fronted μπάντα, οι Jaded Star ήταν ταιριαστό support για τους Epica, ενώ κυκλοφορούν και τον πρώτο τους δίσκο, ''Memories From The Future'' στα μέσα Απριλίου - κομμάτια του ντεμπούτου αυτού είχαν θέση στο 40-λεπτο πέριπου set τους. Ο κόσμος τους υποδέχτηκε θερμά, παρόλο που τα τραγούδια ήταν στην πλειοψηφία τους άγνωστα, πέρα από 2-3 εξαιρέσεις, που έχουν κυκλοφορήσει στο internet. Ομολογώ πως για πρώτη εμφάνιση στην Ελλάδα άνοιξαν πραγματικά υπέροχα την συναυλία και αποτέλεσαν ένα δυναμικό support για τους Epica, αν και ο ήχος δεν ήταν σύμμαχος σε αυτή τους την προσπάθεια. Μια όμορφη στιγμή ήταν, όταν μια θαυμάστρια από το κοινό πέταξε στην Maxi μία ανθοδέσμη, την οποία κρατούσε στα χέρια της, ενώ τραγουδούσε.

     Η συνέχεια όμως ήταν απερίγραπτη - γύρω στις 10:10 τα μέλη των Epica βγήκαν ένα-ένα στην σκηνή, προκαλώντας κυριολεκτικά πανικό με το intro του καινούργιου δίσκου τους, το ''Originen'', στην δημιουργία του οποίου συνεισέφερε και ο ''δικός μας'' Bob Katsionis (Firewind, Outloud). Τα δύο πρώτα κομμάτια του set, ''The Second Stone'' και ''The Essence Of Silence'', είναι και τα δύο πρώτα τραγούδια του ''The Quantum Enigma'', για χάρη του οποίου πραγματοποιούν την περιοδεία αυτή και, όπως ήταν φυσικό, το συναυλιακό τους ρεπερτόριο περιελάμβανε αρκετά κομμάτια από αυτό. Όπως ήταν αναμενόμενο βέβαια, δεν θα μπορούσαν να απουσιάζουν και παλιότερες επιτυχίες, όπως το ''Unleashed'' από το άλμπουμ ''Design Your Universe'', στο άκουσμα του οποίου το κοινό πραγματικά παραλήρησε. Με άψογο παίξιμο, ήταν δεμένοι μέχρι κεραίας και είχαν μία Simone Simons πραγματικά εντυπωσιακή, η οποία συμμετείχε ενεργά την ώρα, που δεν τραγουδούσε με την γνωστή κίνηση «ανεμόμυλου».   Ο πληκτράς Coen Janssen, αληθινός showman δεν σταμάτησε λεπτό να χτυπιέται πίσω από τα πλήκτρα του, ενώ είχε συχνές εξορμήσεις μπροστά στην σκηνή με ένα φορητό keyboard.

     Ο Mark Janssen, μυαλό και κιθαρίστας του συγκροτήματος, άφησε τους ακροατές να επιλέξουν ποιο αγαπημένο παλιό κομμάτι προτιμούσαν μεταξύ του ''Sensorium'' και του ''The Last Crusade'' (το πρώτο κομμάτι τελικά δια βοής οριακά επιλέχθηκε). Και τα έξι μέλη του συγκροτήματος βρέθηκαν σε εξαιρετική φόρμα με απίστευτο κέφι, με συνεχή πειράγματα και αστεία και ασταμάτητη κίνηση πάνω στην σκηνή, προσθέτοντας ο καθένας το δικό του λιθαράκι για το τελικό, άριστο αποτέλεσμα. Μοναδική παραφωνία στο live ήταν τα πολλά προηχογραφημένα μέρη και το αχρείαστο, πεντάλεπτο drum solo, που ακολούθησε του ''Cry For The Moon'' – στο οποίο, όπως ήταν αναμενόμενο, όλο το venue τραγούδησε εν χορώ το refrain. To κανονικό setlist των Epica έκλεισε με το ''Design Your Universe'', αποχώρησαν για 3 λεπτά και επανήλθαν για το encore με τα ''Sancta Terra'', ''Unchain Utopia'' και ''Consign To Oblivion''.

     Οι Epica έπαιξαν συνολικά για περίπου δύο ώρες και κατά την γνώμη μου η συνολική εμφάνιση ήταν άριστη. Ήταν η δεύτερη φορά, που τους έβλεπα live, και μου άρεσαν ακόμα περισσότερο από την προηγούμενη φορά. Ελπίζω πραγματικά να μην χρειαστεί να περάσουν πάλι 3 χρόνια μέχρι την επόμενη συναυλία τους στην Αθήνα. Κλείνοντας την συναυλία έδωσαν την υπόσχεση ότι θα επιστρέψουν σύντομα, γιατί όπως είπαν ''κάθε φορά που ερχόμαστε, είστε όλο και περισσότεροι'' … και εμείς τους πιστεύουμε!

Σάκης "Dio" Σοφιανός

    

     Μια από τις πολυαναμενόμενες συναυλίες του 2015, η συναυλία των Opeth δικαιολόγησε απόλυτα την προσμονή και το όλο διάστημα, που περιμέναμε να τους δούμε. Αν και η συναυλία ήταν στα πλαίσια του τελευταίου - εξαιρετικού κατά την ταπεινή μας γνώμη – πονήματός τους “Pale Communion”, το set list περιελάμβανε τραγούδια από ολόκληρη σχεδόν τη δισκογραφία τους, κάτι που μας ενθουσίασε. Ο καθένας μας φυσικά είχε τις δικές του επιλογές που θα ήθελε να ακούσει ζωντανά (για πρώτη ή περισσότερες φορές). Αλλά προσωπικά, καλυφθήκαμε και με το παραπάνω.

     Το δυνατό «μπάσιμο» στην βραδιά έγινε με τα 2 πρώτα κομμάτια του νέου δίσκου, τα “Eternal Rains Will Come” και “Cusp of Eternity”, με το κοινό να δείχνει αρκετά ζεστό και δεκτικό. Ο ήχος εξαιρετικός, αν και με ένα μικρό overlap των πλήκτρων στην αρχή, όσο περνούσε η ώρα έστρωσε ιδανικά και ήταν πολύ ισορροπημένος καθ’ όλη τη διάρκεια της συναυλίας. Η συνέχεια είχε “The Drapery Falls”, από τον αγαπημένο Opeth δίσκο του υπογράφοντα “Blackwater Park”, αλλά τα brutal φωνητικά ήταν σχετικά χαμηλά, και αυτό μάλλον οφείλεται καθαρά σε «τεχνολογικό» παράγοντα και όχι τόσο στο ότι ο αρχηγός της μπάντας δεν επιθυμεί να τα αποδίδει στο μέγιστο βαθμό. Μπορεί να έχουν αλλάξει αρκετά στα 2 τελευταία albums, αλλά θεωρώ, όπως έχει και ο ίδιος δηλώσει, ότι δεν απαρνιέται έτσι απλά και εύκολα την brutal πλευρά του. Απλώς στην δημιουργική φάση που περνάει τελευταία, αυτή δεν είναι η προτεραιότητά του. Η συνέχεια είχε την κομματάρα “The Moor” από το εξαιρετικό “Still Life”. Το κοινό ήδη παραληρεί, η απόδοση της μπάντας σε πωρώνει. Τα πειράγματα του Akerfeldt στον Fredrik Akesson (“Hej Fredrik”) δίνουν και παίρνουν, προσδίδοντας έναν κεφάτο/χαρούμενο τόνο στα ενδιάμεσα των τραγουδιών. Εκπλήξεις αποτέλεσαν τα "Advent" και "April Ethereal" από τα "Morningrise" και "My Arms, You Hearse" αντίστοιχα, όπου νομίζεις ότι κατέχεις ολόκληρη την δισκογραφία του συγκροτήματος, αλλά συνειδητοποιείς ότι, είτε τα έχεις ξεχάσει, είτε δεν έχεις δώσει την απαιτουμένη σημασία σε αυτά τα αριστουργήματα, και χρειάζεται ν’ ανατρέξεις και να τα ξανακούσεις. Έρχεται το “Window Pane” και η συγκίνηση μας διακατέχει. Η απόδοση της μπάντας είναι άψογη (το solo δε του Μιχαλάκη σε αγγίζει απ’ ευθείας στην καρδιά), όπως και στο “The Devils Orchard” από το αμφιλεγόμενο – για το κοινό – αλλά φανταστικό “Heritage”. Το “Watershed” (ίσως το πιο ισορροπημένο Opeth album) είχε την τιμητική του με το “The Lotus Eater”, το οποίο με τον πολύ δυναμικό του τρόπο ξεσήκωσε τον κόσμο. «Ξεφύγαμε» εντελώς (με την καλή έννοια) και με το “The Grand Conjuration” από το “Ghost Reveries”, αλλά και με το άκρως συναυλιακό και κατάλληλο για encoreDeliverance”, κλείνοντας μια, πέρα για πέρα, διασκεδαστική, νοσταλγική, φανταστική βραδιά.

     Έχοντας καταπληκτικό ήχο (εξαίρεση τα brutal φωνητικά) και ιδιαίτερη, χωρίς υπερβολές, επικοινωνία με το κοινό από τον Akerfeldt (να σημειωθεί η αναφορά του στον Ντέμη Ρούσο αλλά και τον A. J. Pero), με όλα τα μέλη του συγκροτήματος σε δαιμονιώδη φόρμα (ο Martin Axenrot ήταν κυριολεκτικά ογκόλιθος, ο Martin Mendez ο low-profile τύπος, γεμάτος ουσία και αυταπάρνηση, ο Joakim Svalberg απολαυστικός και στα πλήκτρα αλλά και στα κρουστά και ο θεούλης Fredrik Akesson με το βιρτουοζικο αλλά γεμάτο συναίσθημα και ουσία παίξιμο της εξάχορδης), θα μας κάνουν να θυμόμαστε για πάρα πολύ καιρό αυτή την εμφάνισή τους.

Αντώνης Μαντζαβίνος

Υ.Γ : Ζητούμε συγγνώμη για τη μη κατάθεση άποψης για τους POEM, αλλά φτάσαμε στο χώρο της συναυλίας λίγο πριν ξεκινήσουν οι Opeth, οπότε επιφυλασσόμαστε για την επόμενη φορά.